Η πρωτοβουλία αυτή δεν είναι ουδέτερη ούτε τυχαία. Αντιθέτως, συνιστά μια συνειδητή πολιτική επιλογή με σαφές διακύβευμα.
Με όχημα τη Συνταγματική Αναθεώρηση ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι προφανές ότι «παγιδεύει» την αντιπολίτευση. Την φέρνει στα… μέτρα του και επιχειρεί να την εκθέσει, διότι η αναθεώρηση των άρθρων του συντάγματος λειτουργεί ως πεδίο στρατηγικής σύγκρουσης. Μέσα από την όλη διαδικασία αποκαλύπτονται προθέσεις, αντοχές και πραγματικά όρια του πολιτικού συστήματος, καθώς τα κόμματα καλούνται να εγκαταλείψουν τις βολικές ασάφειες και να τοποθετηθούν επί της ουσίας. Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε δημόσια τη συζήτηση, θέτοντας συγκεκριμένα άρθρα στο τραπέζι και οριοθετώντας με απόλυτη σαφήνεια το πλαίσιο του διαλόγου, το πολιτικό βάρος μεταφέρθηκε αναπόφευκτα στην αντιπολίτευση.
Η πρωτοβουλία αυτή δεν είναι ουδέτερη ούτε τυχαία. Αντιθέτως, συνιστά μια συνειδητή πολιτική επιλογή με σαφές διακύβευμα. Ποιο είναι αυτό; Αν το πολιτικό σύστημα θα αξιοποιήσει τη Συνταγματική Αναθεώρηση ως ευκαιρία ουσιαστικής επανεκκίνησης του κράτους ή αν θα επιβεβαιώσει την αδυναμία του να υπερβεί τις παθογένειες και τους τακτικισμούς του παρελθόντος. Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιπολίτευση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δίλημμα χωρίς εύκολες απαντήσεις και διεξόδους. Είτε θα συμμετάσχει σε έναν δύσκολο αλλά αναγκαίο διάλογο ευθύνης είτε θα επιλέξει τη γραμμή της άρνησης και του «όχι σε όλα», αναλαμβάνοντας το κόστος.
Η «στρατηγική» Μητσοτάκη
Με λίγα λόγια ο Κυριάκος Μητσοτάκης «παγιδεύει» πολιτικά την αντιπολίτευση ακριβώς επειδή μετατοπίζει τη συζήτηση από τα εύκολα συνθήματα στις δύσκολες αποφάσεις. Θίγοντας ζητήματα που για δεκαετίες θεωρούνταν πολιτικά «ταμπού», βάζει στο κάδρο τον τρόπο λειτουργίας της κρατικής «μηχανής». Αναμετριέται με χρόνιες παθογένειες, όπως την ατιμωρησία, την αναποτελεσματικότητα και τη θεσμική δυσπιστία, γνωρίζοντας ότι αυτή η σύγκρουση χαράσσει καθαρές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Η αναθεώρηση του άρθρου 86 για την ευθύνη των υπουργών, η εισαγωγή ουσιαστικής αξιολόγησης στο Δημόσιο και η σύνδεσή της, υπό όρους, με το καθεστώς μονιμότητας, η άρση του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση, καθώς και ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, αποτελούν πεδία στα οποία η επίκληση της «προοδευτικότητας» παύει να είναι θεωρητική υπόθεση και κρίνεται στην πράξη. Διότι πρόοδος δεν είναι η αναπαραγωγή παγιωμένων ιδεολογικών σχημάτων, αλλά η βούληση για βαθιές θεσμικές τομές που ενισχύουν τη διαφάνεια, αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και προσαρμόζουν το κράτος στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής.
Πολιτικά ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις
Πώς μπορεί, λοιπόν, η αντιπολίτευση να απορρίψει την αναθεώρηση του άρθρου 86, τη στιγμή που επί χρόνια αναδεικνύει το υφιστάμενο πλαίσιο ως σύμβολο θεσμικής ατιμωρησίας; Πώς μπορεί να κλείσει τη συζήτηση για την αξιολόγηση στο Δημόσιο, χωρίς να εμφανίζεται ότι υπερασπίζεται τις χρόνιες στρεβλώσεις και τη λογική του βαθέως κράτους; Και με ποια αξιοπιστία μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτική», όταν αποφεύγει μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη λειτουργική αποτελεσματικότητα των θεσμών; Υπό αυτές τις συνθήκες, η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν αποτελεί απλώς θεσμική διαδικασία, αλλά μετατρέπεται αναπόφευκτα σε συνολικό κριτήριο πολιτικής αξιολόγησης.
Ταυτόχρονα, η διαδικασία αυτή αποκτά αναπόφευκτα και εκλογική διάσταση. Όπως ξεκαθάρισε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, το δίλημμα των εκλογών του 2027 δεν θα είναι «Μητσοτάκης ή χάος», αλλά Μητσοτάκης ή συγκεκριμένοι πολιτικοί του αντίπαλοι, με τα προγράμματα, τις θέσεις και τις ευθύνες τους. Σε τελική ανάλυση, ο εκσυγχρονισμός του καταστατικού χάρτη της χώρας είναι μια πράξη ευθύνης με μακροπρόθεσμες συνέπειες.
![]()

