Η στρατηγική Μητσοτάκη και οι Τσίπρας -Καρυστιανού ως δυνητικοί αντίπαλοι του

Η στρατηγική Μητσοτάκη και οι Τσίπρας -Καρυστιανού ως δυνητικοί αντίπαλοι του

Η στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου είναι σαφής. Ο πολιτικός χρόνος για «δεύτερη ανάγνωση» της διακυβέρνησης Τσίπρα θεωρείται από το κυβερνητικό επιτελείο λήξαν.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη φαίνεται πως έχει επιλέξει εδώ και καιρό μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική. Να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση στα ζητήματα αποτελεσματικότητας, των οικονομικών δεικτών και της υπενθύμισης του παρελθόντος. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι δύο δυνητικοί αντίπαλοί του, ο Αλέξης Τσίπρας και η Μαρία Καρυστιανού, αντιμετωπίζονται με εντελώς διαφορετικούς όρους αλλά με κοινό πολιτικό στόχο. Την αποδόμηση της αξιοπιστίας τους πριν ακόμη αποκτήσουν σαφή πολιτική δυναμική.

Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, η κυβερνητική γραμμή παραμένει σταθερή και απόλυτα στοχευμένη στη μνήμη των πολιτών. Κάθε αναφορά στο ενδεχόμενο επιστροφής του πρώην πρωθυπουργού συνοδεύεται από υπενθύμιση της περιόδου διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Δίνεται έμφαση στην υπερφορολόγηση, στους δεκάδες νέους φόρους, στην επιβάρυνση της οικονομίας, στους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και σε μια χώρα που, σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, βρέθηκε να είναι ουραγός της Ευρώπης το 2019. Η στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου είναι σαφής. Ο πολιτικός χρόνος για «δεύτερη ανάγνωση» της διακυβέρνησης Τσίπρα θεωρείται από το κυβερνητικό επιτελείο λήξαν. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι πως οι πολίτες έχουν ήδη αξιολογήσει τόσο τον ίδιο ως πρωθυπουργό όσο και ως αρχηγό της αντιπολίτευσης και ότι κάθε προσπάθεια πολιτικής επανεμφάνισης ισοδυναμεί με προσπάθεια αναθεώρησης μιας ιστορίας που έχει ήδη κριθεί στην κάλπη.

Οι οικονομικοί δείκτες «θεμέλιο» του αφηγήματος Μητσοτάκη

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιχειρεί να οικοδομήσει το αφήγημα της δικής της αποτελεσματικότητας πάνω σε συγκεκριμένους οικονομικούς δείκτες. Για παράδειγμα η Ελλάδα του 2026 παρουσιάζεται ως μια χώρα που αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που έχει προσελκύσει επενδύσεις, έχει μειώσει περίπου 80 φόρους και έχει δημιουργήσει εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Σε αυτό το αφήγημα, η ακρίβεια και ο πληθωρισμός αναγνωρίζονται ως υπαρκτά και σοβαρά προβλήματα, αλλά περιγράφονται ως αποτέλεσμα μιας διεθνούς και εισαγόμενης κρίσης και όχι ως προϊόν εσωτερικής κυβερνητικής πολιτικής. Την ίδια στιγμή η κυβερνητική επιχειρηματολογία επιμένει ότι ο ρόλος της πολιτείας είναι να περιορίζει τις συνέπειες μέσω αυξήσεων στο διαθέσιμο εισόδημα, ελέγχων στην αγορά και δημοσιονομικής σταθερότητας, χωρίς επιστροφή στις λογικές υπερφορολόγησης προηγούμενων ετών.

Ο παράγοντας «Καρυστιανού»

Σε αυτό το περιβάλλον έρχεται να προστεθεί και η πιθανότητα πολιτικής έκφρασης της Μαρίας Καρυστιανού, μιας προσωπικότητας που απέκτησε ισχυρό κοινωνικό αποτύπωμα μέσα από την τραγωδία των Τεμπών. Η κυβέρνηση την αντιμετωπίζει με εμφανή επιφύλαξη και η αναφορά κυβερνητικών στελεχών  περί «υπεράσπισης συμφερόντων άλλων χωρών» δεν είναι τυχαία. Αποτελεί μια προσπάθεια διαχωρισμού ανάμεσα σε αυτό που η κυβέρνηση ορίζει ως «υπεύθυνη ευρωπαϊκή και δυτική στρατηγική της χώρας» και σε πολιτικές φωνές που εμφανίζονται αντισυστημικές ή αμφισβητούν τις κυρίαρχες γεωπολιτικές επιλογές της Ελλάδας.

Οι δυο άξονες του σχεδίου Μητσοτάκη

Ουσιαστικά, το πολιτικό σχέδιο του Κυριάκου Μητσοτάκη φαίνεται να βασίζεται σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι η συνεχής υπενθύμιση του παρελθόντος του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να συσπειρώνεται ένα ακροατήριο που, ακόμη και αν δυσανασχετεί με την ακρίβεια ή την καθημερινότητα, εξακολουθεί να φοβάται την επιστροφή σε περιόδους αβεβαιότητας. Ο δεύτερος είναι η έγκαιρη αποδόμηση κάθε νέου αντισυστημικού ή προσωποπαγούς εγχειρήματος πριν αποκτήσει πολιτική συνοχή και σταθερό εκλογικό ακροατήριο.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι αν αυτή η στρατηγική θα συνεχίσει να θεωρείται αρκετή. Γιατί όσο η κυβέρνηση επενδύει στη σύγκριση με το παρελθόν, τόσο περισσότερο οι πολίτες θα απαιτούν απαντήσεις για το παρόν. Και αυτό έχει στο επίκεντρο το υψηλό κόστος ζωής, τα ενοίκια, την καθημερινότητα, τις ανισότητες και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Και εκεί θα κριθεί τελικά όχι μόνο η αντοχή της κυβέρνησης, αλλά και το αν οι δυνητικοί της αντίπαλοι μπορούν πράγματι να μετατραπούν σε πειστική πολιτική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Loading

Play