Αναλύουμε τη σημασία της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών και τις πολιτικές επιπτώσεις της. Η πρόσφατη αντιπαράθεση του Ντόναλντ Τραμπ με τη διοίκηση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (FED) εξαιτίας της απόφασης του να απολύσει την Λίζα Κουκ, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας, αποκαλύπτει τη διαρκή αμφισβήτηση της αναγκαίας ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών. Η απόφαση αυτή του προέδρου αντικατοπτρίζει την απογοήτευσή του από την FED, καθώς δεν έχει ικανοποιήσει το αίτημά του για μείωση των επιτοκίων, παράλληλα με την ανάγκη τόνωσης της αμερικανικής οικονομίας.
Η πλειοψηφία των οικονομολόγων και σχολιαστών έχει καταδικάσει αυτή την παρέμβαση, επισημαίνοντας τη σημασία της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών ώστε να εκπληρώνουν τον ρόλο τους με αξιοπιστία, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις. Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ δεν υπήρξε πάντα ανεξάρτητη, καθώς η ανεξαρτησία της κατοχυρώθηκε το 1951, αφότου απαλλάχθηκε από υποχρεώσεις που αφορούσαν τη διατήρηση των επιτοκίων σε συγκεκριμένα επίπεδα.
Επιπλέον, έχει αναπτυχθεί ένα αφήγημα που συνδέει την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών με τη σταθερότητα των τιμών και την πλήρη απασχόληση. Παρά τις μελέτες που υποστηρίζουν αυτή τη συσχέτιση, η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Ο πληθωρισμός και η οικονομική ανάπτυξη δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών. Αντιθέτως, οι κοινωνικές επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής συχνά μένουν εκτός δημόσιας συζήτησης, θεωρούμενες τεχνικά ζητήματα, όταν στην ουσία αφορούν στρατηγικές πολιτικές επιλογές.
Αυτή η κατάσταση θέτει ερωτήματα σχετικά με την ικανότητα των κεντρικών τραπεζών να ανταπεξέρχονται σε οικονομικές κρίσεις, όπως εκείνη του 2008. Στο τέλος, ίσως είναι καιρός να εξετάσουμε πώς η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών μπορεί να ενταχθεί σε μια ευρύτερη δημοκρατική συζήτηση, προκειμένου η οικονομία να υπηρετεί την κοινωνία και όχι το αντίθετο.
Πηγή περιεχομένου: in.gr