Ανάλυση της πολιτικής διαμάχης γύρω από την ανθυγιεινή διατροφή και τις επιπτώσεις της στην υγεία στη Γερμανία. Περίπου οι μισοί ενήλικες στη Γερμανία είναι υπέρβαροι, με τα ποσοστά παχυσαρκίας να αναμένονται να αυξηθούν, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά το σύστημα υγείας της χώρας. Η πολιτική σκηνή της Γερμανίας αντιμετωπίζει έντονες αντιπαραθέσεις σχετικά με τη ρύθμιση των ανθυγιεινών τροφίμων, θέτοντας σε διαρκή σύγκρουση την ελευθερία της αγοράς και την κρατική παρέμβαση. Η Μπάρμπαρα Μπίτσερ, διευθύνουσα σύμβουλος της Γερμανικής Εταιρείας Διαβήτη, επισημαίνει ότι η παχυσαρκία και οι σχετιζόμενες ασθένειες προκαλούν όχι μόνο σημαντικό ανθρώπινο πόνο αλλά και εξαιρετικά υψηλό οικονομικό κόστος, που κυμαίνεται μεταξύ 27 και 90 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως, ασκώντας επιπλέον πίεση σε ένα ήδη φορτωμένο σύστημα υγείας.
Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από την ανθυγιεινή διατροφή αναζωπυρώνεται, καθώς ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς υποσχέθηκε ριζικές μεταρρυθμίσεις στα κοινωνικά συστήματα, αλλά δεν περιλαμβάνει προτάσεις που να σχετίζονται με την ανθυγιεινή διατροφή. Αντιθέτως, καλεί τους πολίτες να κάνουν τις δικές τους επιλογές, μια προσέγγιση που δέχεται σφοδρές κριτικές από κόμματα όπως οι Πράσινοι και το Die Linke, τα οποία προτείνουν μέτρα όπως η επιβολή φόρου ζάχαρης.
Η παραδοσιακή στάση της Γερμανίας περιορίζει την κρατική παρέμβαση σε βιομηχανίες που σχετίζονται με ζητήματα υγείας. Κόμματα της κεντροδεξιάς, όπως το CDU, θεωρούν ότι οι καταναλωτές είναι ικανοί να καθορίσουν τη διατροφή τους χωρίς κυβερνητική παρέμβαση. Ωστόσο, οι πολιτικοί της αριστεράς προειδοποιούν ότι αυτή η στάση αποφεύγει την αναγκαία ευθύνη του κράτους να παρέμβει.
Έρευνες καταδεικνύουν ότι μεγάλες εταιρείες όπως η Unilever και η Nestle δείχνουν ελάχιστα κίνητρα να τροποποιήσουν τις πρακτικές τους χωρίς κρατική πίεση. Δεδομένα δείχνουν ότι το 41% των πωλήσεων τροφίμων της Nestle το 2024 προήλθε από ανθυγιεινές επιλογές, με επικριτές να καταλογίζουν αργή και ανεπαρκή πρόοδο.
Διεθνώς, η εφαρμογή ρυθμίσεων έχει αποδειχθεί αποτελεσματική. Στη Χιλή, υποχρεωτική σήμανση και περιορισμοί στη διαφήμιση οδήγησαν σε μείωση πωλήσεων ανθυγιεινών τροφίμων, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο ο φόρος στα αναψυκτικά μείωσε τη ζάχαρη κατά 29%. Αντίθετα, η εθελοντική εκστρατεία στη Γερμανία κατέγραψε μόνο 2% μείωση. Η Μπάρμπαρα Μπίτσερ τονίζει ότι η λήψη μέτρων απαιτεί πολιτικό θάρρος, το οποίο δεν διαφαίνεται αυτή τη στιγμή.
Πηγή περιεχομένου: in.gr