Το −22,2% της Ελλάδας

Το −22,2% της Ελλάδας

Η σύγκριση των πραγματικών μισθών στην Ευρώπη δεν αφήνει πολλά περιθώρια για πανηγυρισμούς. Για την Ελλάδα, το −22,2% μεταξύ 2010 και 2025 αποτυπώνει κάτι περισσότερο από μια κακή επίδοση, καθώς συμπυκνώνει το οικονομικό κόστος μιας ολόκληρης δεκαπενταετίας.

Ένα ποσοστό αρκεί, ορισμένες φορές, για να περιγράψει μια εποχή. Στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτό το ποσοστό είναι −22,2%.

Την περίοδο 2010-2025, οικονομίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, τις οποίες η Ελλάδα μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες αντιμετώπιζε ως χώρες σημαντικά χαμηλότερου βιοτικού επιπέδου, κατέγραψαν εντυπωσιακή άνοδο των πραγματικών μισθών. Στη Λιθουανία η αύξηση φθάνει το 86,2%, στην Πολωνία το 49,8% και στην Εσθονία το 41,5%.

Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η μεταβολή είναι αρνητική: −22,2%.

Η διαφορά δεν είναι απλώς αριθμητική. Περιγράφει δύο αντίθετες πορείες. Από τη μία, χώρες που αξιοποίησαν τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια για να συγκλίνουν ταχύτερα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Από την άλλη, μια οικονομία που, παρά την επιστροφή στην ανάπτυξη και τη βελτίωση σειράς μακροοικονομικών δεικτών, εξακολουθεί να κουβαλά το βαθύ αποτύπωμα της προηγούμενης δεκαετίας.

Μεσολάβησαν τρία προγράμματα προσαρμογής, περικοπές, φορολογικές επιβαρύνσεις, μεταρρυθμίσεις, μια πανδημία, μια ενεργειακή κρίση και, τα τελευταία χρόνια, μια επίμονη άνοδος του κόστους ζωής. Στο μεταξύ, το δημόσιο λεξιλόγιο γέμισε ξανά με όρους όπως «ανάπτυξη», «επενδύσεις», «ανθεκτικότητα» και «θετικές προοπτικές».

Οι όροι αυτοί δεν είναι κατ’ ανάγκην λανθασμένοι. Είναι όμως ανεπαρκείς όταν δεν συνοδεύονται από μια κρίσιμη διευκρίνιση: από ποιο σημείο ξεκινά η ανάκαμψη.

Διότι μια αύξηση μισθών έπειτα από μια μεγάλη προηγούμενη υποχώρηση μπορεί πράγματι να αποτελεί βελτίωση, χωρίς ακόμη να συνιστά αποκατάσταση των απωλειών. Και αυτή είναι ίσως η ουσία του ελληνικού προβλήματος. Η χώρα δεν έχει μόνο χαμηλούς μισθούς σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Έχει περάσει αρκετά χρόνια με τόσο συμπιεσμένα εισοδήματα, ώστε η σύγκριση να γίνεται ολοένα συχνότερα όχι με εκείνους που προχώρησαν περισσότερο, αλλά με το χαμηλό σημείο από το οποίο η ίδια προσπαθεί να ανακάμψει.

Ετσι, ακόμη και αισθητές ονομαστικές αυξήσεις μπορούν να εμφανίζονται ως σημαντική πρόοδος, ενώ σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης η απόσταση που πρέπει να καλυφθεί παραμένει μεγάλη.

Κάποτε το ελληνικό οικονομικό στοίχημα περιγραφόταν με μία λέξη: σύγκλιση. Η προσδοκία ήταν ότι η χώρα θα πλησίαζε σταδιακά τα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο των πλουσιότερων οικονομιών της Ευρώπης.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, αναρωτιόμαστε πότε θα ανακτήσει ο μέσος εργαζόμενος την αγοραστική δύναμη που είχε πριν αρχίσει η μεγάλη ελληνική κρίση.

Loading

Play