Κ. Τσουκαλάς: Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύψει την πτώση της αγοραστικής δύναμης και την επίμονη ακρίβεια

Κ. Τσουκαλάς: Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύψει την πτώση της αγοραστικής δύναμης και την επίμονη ακρίβεια

«Υπάρχει δημοσιονομικός χώρος, ο οποίος όμως πρέπει να χρησιμοποιείται με τρόπο ενάρετο, παραγωγικό, αναπτυξιακό, με αποτύπωμα στο σύνολο της κοινωνίας.» Αντίθετα, τις τελευταίες μέρες, βλέπουμε την κυβέρνηση να υιοθετεί τη δημιουργική λογιστική, θυμίζοντας παλαιότερες πρακτικές τής Νέας Δημοκρατίας που οδήγησαν τη χώρα στα γνωστά αποτελέσματα, σχολίασε εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ.

Ειδικότερα, τόνισε ότι «όταν η κυβέρνηση λέει ότι θα δώσει από 1,5 έως 3 δισ. ευρώ και ταυτόχρονα εγκαλεί την αντιπολίτευση ότι δεν βγαίνουν τα μέτρα που προτείνει, ενώ η ίδια δεν προσδιορίζει καν τον πραγματικό δημοσιονομικό χώρο, τότε μιλάμε για δημιουργική λογιστική.» Σχολίασε ότι «δεν υπάρχουν πλέον επιχειρήματα να καμουφλάρουν την καταβαράθρωση της αγοραστικής δύναμης και την επίμονη ακρίβεια. Δεν μπορούν να απαντήσουν για ποιο λόγο ο πρωθυπουργός εξαγγέλλει το τέλος της ακρίβειας εδώ και τέσσερα χρόνια.»

Καταλόγισε «παλινωδίες» στην κυβέρνηση για το θέμα των αυξήσεων μισθών και συντάξεων, δηλώνοντας ότι «αλλάζει συνεχώς νούμερα: πριν τρεις μέρες έλεγε ότι το κόστος για τις αυξήσεις στις συντάξεις ήταν 1,5 δισ., μετά είπε 1,3 δισ. Στην πραγματικότητα είναι λιγότερο». Ο κ. Τσουκαλάς ανέφερε: «Το 46,3% των μισθωτών (περίπου 1,1 εκατ. πολίτες) έχουν μισθό έως 1.000 ευρώ μικτά. Αυτό σημαίνει καθαρά 824 ευρώ. Με ΦΠΑ 24% στις δαπάνες, απομένουν 626 ευρώ. Το 16,2% (463.000 πολίτες) λαμβάνουν από 1.000 έως 1.200 ευρώ μικτά, δηλαδή περίπου 956 ευρώ καθαρά. Μετά τον ΦΠΑ, μένουν 726 ευρώ». «Αυτοί», σημείωσε, «είναι οι αριθμοί- πραγματικά αποτελέσματα της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Αυτή είναι η εικόνα της κοινωνίας σήμερα».

Αναφέρθηκε στις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, σημειώνοντας μεταξύ άλλων πως «υπάρχουν μέτρα χωρίς κόστος, όπως η επαναφορά συλλογικών διαπραγματεύσεων και το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, που καταργήθηκαν από τη Νέα Δημοκρατία το 2019. Σταδιακή αύξηση του ποσοστού αναπλήρωσης των συντάξεων, ώστε να υπάρξει κίνητρο ασφάλισης και ενίσχυση των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων». «Η κυβέρνηση δεν έκανε καμία δομική αλλαγή. Δεν άλλαξε το παραγωγικό μοντέλο, δεν αντιμετώπισε τις στρεβλώσεις, δεν ενίσχυσε την παραγωγικότητα. Αντίθετα, επέλεξε τον πελατειασμό, την αδιαφάνεια και την κρατικοδίαιτη ανάπτυξη», είπε.

Αναφερόμενος στο ζήτημα της στέγασης, υπογράμμισε ότι «το έθεσε πρώτος ο Νίκος Ανδρουλάκης πριν τέσσερα χρόνια» και σημείωσε ότι «η κυβέρνηση ακολούθησε μία λανθασμένη φιλοσοφία: αντί να αυξήσει τα διαθέσιμα ακίνητα, περιορίστηκε σε επιδοτήσεις και χαμηλότοκα δάνεια για λίγες χιλιάδες ανθρώπους. Μια καθαρά επικοινωνιακή κίνηση». Ρώτησε «για ποιο λόγο επιτρέπει σήμερα να συμβαίνει αυτό στην αγορά πρώτης κατοικίας, με τη στέγαση να είναι τόσο ακριβή», υποστηρίζοντας ότι «θα μπορούσε, με παρεμβάσεις μικρού δημοσιονομικού κόστους, να έχει πολλαπλάσιο όφελος για την κοινωνία. Θα μπορούσε να είχε βάλει ένα φρένο στους μαζικούς πλειστηριασμούς. Αυτά είναι μέτρα που δεν έχουν άμεσο κόστος στο Δημόσιο».

Σχετικά με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, υπογράμμισε ότι «αυτό που συνέβη με τον ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν μια διαδικασία-παρωδία», καθώς «δεν έχει ξαναγίνει κοινοβουλευτική πλειοψηφία να φοβάται να εμφανιστεί στη Βουλή, υπό τον φόβο ότι θα υπερψηφιστεί η πρόταση της αντιπολίτευσης για προανακριτική επιτροπή». Πρόσθεσε ότι «η διαδικασία που ακολούθησε η κυβέρνηση είναι άκυρη και αντίθετη με την κοινοβουλευτική παράδοση. Όλοι οι συνταγματολόγοι μίλησαν για αντισυνταγματική μεθόδευση. Εμείς λέμε: αυτοί που ευθύνονται πρέπει να πληρώσουν». Τόνισε ότι «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιέγραψε με σαφήνεια ότι υπήρχε μηχανισμός που ενημέρωνε επιτήδειους να δηλώνουν πλαστά μισθωτήρια και να εισπράττουν επιδοτήσεις» και σημείωσε ότι «το κράτος του ΟΠΕΚΕΠΕ πρέπει να τερματιστεί. Χρειαζόμαστε ένα κράτος αξιόπιστο, με διαφάνεια, αξιοκρατία, κανόνες και σεβασμό στα χρήματα του ελληνικού λαού».

Κατόπιν όλων αυτών, υποστήριξε ότι «χρειάζεται μια ριζική αλλαγή υποδείγματος διακυβέρνησης και ένα νέο μείγμα οικονομικής, φορολογικής και κοινωνικής πολιτικής». Είπε ότι «αυτό θα το περιγράψουμε με σαφήνεια στη ΔΕΘ: με κοστολόγηση, προτεραιότητες και σαφή προγραμματισμό», επισημαίνοντας ότι «δεν μπορούν να γίνουν όλα από την πρώτη μέρα. Χρειάζεται μακροπρόθεσμη στρατηγική, ένα χρονικό διάστημα στο οποίο θα ξεδιπλωθεί μια πολιτική υπέρ των πολιτών».

Loading

Play