Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δείχνει σταθερή απροθυμία να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα του Ουκρανού προέδρου για μια απευθείας συνάντηση.
Η περιορισμένη διάθεση του Ρώσου ηγέτη να συζητήσει σοβαρά την προοπτική λήξης του πολέμου αποτυπώθηκε και στο «φτωχό» αποτέλεσμα της συνάντησής του με τον Ντόναλντ Τραμπ στις 15 Αυγούστου, γεγονός που διέψευσε τις προσδοκίες που είχε καλλιεργήσει ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ. Σύμφωνα με το Politico, οι βασικοί παράγοντες πίσω από την επιλογή του Πούτιν να παρατείνει τη σύγκρουση συνδέονται και με τις πολύνεκρες επιθέσεις που συνεχίζει να εξαπολύει, όπως η πρόσφατη στο Κίεβο.
Η συνάντηση που θα νομιμοποιούσε τον Ζελένσκι
Μια συνάντηση με τον Ουκρανό θα έδινε πολιτική νομιμοποίηση στον Ζελένσκι, ενώ το Κρεμλίνο εδώ και καιρό υποστηρίζει ότι δεν έχει τέτοια επειδή δεν έχουν γίνει εκλογές στην εμπόλεμη Ουκρανία στον χρόνο που προβλεπόταν.
Άλλωστε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ υπονόησε σε πρόσφατη συνέντευξή του στο NBC Meet the Press ότι ο Πούτιν δεν θα μπορούσε να κλείσει συμφωνία μαζί του αφού η Μόσχα τον θεωρεί «παράνομο».
Τα συμφέροντα της Μόσχας
Υπάρχει όμως κι άλλοι λόγοι. Η συσσώρευση εμποδίων για τη συνάντηση αυτή, αποτελεί μέρος της στρατηγικής του Κρεμλίνου να κρατά ανοιχτό μέτωπο με τον Τραμπ, αποφεύγοντας έτσι – προς το παρόν τουλάχιστον – τις κυρώσεις για τις οποίες έχει μιλήσει ο Αμερικανός πρόεδρος.
Ο Τραμπ δεν έχει ξεκαθαρίσει ποιες θα ήταν αυτές οι κυρώσεις – «Δεν χρειάζεται να πω», απάντησε περιφρονητικά σε συνέντευξη Τύπου στις 13 Αυγούστου. Πιθανότατα, αν ποτέ σκόπευε να κάνει κάτι, οι συνέπειες θα περιλάμβαναν δευτερεύουσες κυρώσεις σε χώρες που εμπορεύονται με τη Ρωσία, σε μια προσπάθεια να πληγούν οι αγορές ρωσικών ορυκτών καυσίμων. Αυτό δεν θα γονάτιζε τη Ρωσία – η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων γενικά υπερεκτιμάται – αλλά θα ήταν εξαιρετικά ενοχλητικό, με την οικονομία της Ρωσίας να κατευθύνεται προς ύφεση και ήδη να έχει ξεπεράσει τον στόχο του ελλείμματος προϋπολογισμού για το έτος.
Αν δεν υπάρξει κάτι που ο Πούτιν θα μπορούσε να παρουσιάσει ως νίκη, η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία είναι χρήσιμη για τον Ρώσο πρόεδρο. Η απότομη λήξη της σύγκρουσης θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το καθεστώς του, καθώς μια ταχεία μετάβαση έξω από μια πολεμική οικονομία θα αύξανε τον κίνδυνο επικίνδυνων εσωτερικών κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων. Ο πόλεμος είναι επίσης χρήσιμος για να δικαιολογεί την πολιτική καταπίεση — ο πατριωτισμός μπορεί να είναι χρήσιμο εργαλείο.
Η παράταση της σύγκρουσης έχει επίσης το πλεονέκτημα ότι επιβαρύνει περαιτέρω τα υπερχρεωμένα ευρωπαϊκά κράτη και κινδυνεύει να διαρρήξει μια ήδη εύθραυστη διατλαντική συμμαχία. Μια αποδυναμωμένη, αποσπασμένη και διχασμένη Δύση εξυπηρετεί επίσης τους σκοπούς του συμμάχου του Πούτιν, Σι Τζινπίνγκ, καθώς εξετάζει πώς και πότε θα καταπιεί την Ταϊβάν.
Και με δεδομένη τη σοβαρή έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού της Ουκρανίας, υπάρχει πάντα η πιθανότητα να υπάρξει μια διάρρηξη στο μέτωπο που η Ουκρανία να μην μπορέσει να ανατρέψει. Εν ολίγοις, ο Πούτιν μπορεί να κερδίσει περισσότερα συνεχίζοντας τον πόλεμο. Περισσότερη γη, δυτικές εγγυήσεις ασφαλείας τόσο χαλαρές που να είναι άχρηστες και έναν περιορισμό στο μέγεθος του μεταπολεμικού ουκρανικού στρατού.