Με σαφή διάθεση να χαράξει από νωρίς τις «γραμμές» της πολιτικής αντιπαράθεσης στις επόμενες εθνικές εκλογές, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να στείλει τα πρώτα μηνύματα στον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού μετά την ίδρυση των δικών τους κομμάτων.
Και το έκανε με έναν τρόπο που δείχνει ότι το Μέγαρο Μαξίμου δεν ανησυχεί από τον πολιτικό «θόρυβο» που προκάλεσαν, αλλά τους αντιμετωπίζει ως μέρος του νέου πολιτικού σκηνικού που διαμορφώνεται ενόψει της κάλπης του 2027.
Με δηλώσεις του ο Πρωθυπουργός έστειλε δύο διαφορετικά αλλά απολύτως στοχευμένα μηνύματα. Το πρώτο προς τον Αλέξη Τσίπρα ήταν βαθιά πολιτικό και σαφώς ειρωνικό. Το δεύτερο προς τη Μαρία Καρυστιανού είχε ως στόχο να καταδείξει ότι η συγκεκριμένη επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει την κοινωνική και συναισθηματική φόρτιση από την τραγωδία των Τεμπών.
Η ατάκα περί «ΕΑΜ» και η στρατηγική αποδόμησης του Τσίπρα
Η φράση του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι «φαντάζομαι το ΕΑΜ το άφησε στον κ. Πολάκη, κράτησε μόνο το ΕΛΑΣ» δεν ήταν μια απλή… ειρωνική αποστροφή του λόγου. Ήταν μια απολύτως συνειδητή προσπάθεια να χτίσει το βασικό επιχείρημα απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό. Ποιο είναι αυτό; Ότι δεν εκπροσωπεί κάτι νέο, αλλά θέλει την επαναφέρει την περίοδο 2015-2019, την οποία η Νέα Δημοκρατία θεωρεί πολιτικά και κοινωνικά αποδοκιμασμένη. Γι’ αυτό και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έσπευσε να μιλήσει για «βουτιά στο παρελθόν» και όχι για συζήτηση γύρω από το μέλλον της χώρας.
Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι ο Πρωθυπουργός απέφυγε τις προσωπικές επιθέσεις στον προκάτοχό του και επέλεξε να επαναφέρει στο προσκήνιο τη σύγκριση των κυβερνητικών πεπραγμένων. «Κρίθηκε ως πρωθυπουργός, κρίθηκε ως αρχηγός της αντιπολίτευσης», είπε χαρακτηριστικά για τον Αλέξη Τσίπρα, επιχειρώντας να υπενθυμίσει ότι ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κουβαλά ήδη ένα βαρύ πολιτικό παρελθόν που δύσκολα μπορεί να διαγραφεί με ένα διαφορετικό πολιτικό αφήγημα.
Το δεύτερο στοιχείο που αναδεικνύει η κυβέρνηση είναι η εικόνα μιας αντιπολίτευσης κατακερματισμένης και πολιτικά αμήχανης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για έναν χώρο που πολυδιασπάται διαρκώς, αλλά τελικά έχει έναν και μόνο κοινό παρονομαστή: «να φύγει αυτή η κυβέρνηση και να φύγει ο Μητσοτάκης». Σύμφωνα με τη στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου, αυτό δεν αρκεί για να συγκροτηθεί εναλλακτική πρόταση εξουσίας από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Η αιχμή προς Καρυστιανού και οι «αυτόκλητοι σωτήρες»
Εξίσου ενδιαφέρουσα ήταν και η τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη για τη Μαρία Καρυστιανού. Ο Πρωθυπουργός επέλεξε έναν πιο προσεκτικό τόνο, αναγνωρίζοντας εξαρχής το ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτίο που συνοδεύει τη δημόσια παρουσία της λόγω της τραγωδίας των Τεμπών. Ωστόσο, πίσω από τη θεσμική ευγένεια υπήρχε ένα σαφές και ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα. Η αναφορά στους «αυτόκλητους σωτήρες» μόνο τυχαία δεν ήταν. Με αυτήν ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να εντάξει εξαρχής το νέο πολιτικό εγχείρημα σε μια κατηγορία αντισυστημικών ή προσωποκεντρικών πολιτικών σχημάτων που επενδύουν στην οργή και στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος χωρίς να διαθέτουν συγκεκριμένο κυβερνητικό σχέδιο. Με τη φράση «η χώρα έχει πειραματιστεί με αυτόκλητους σωτήρες και δεν πήγε καλά αυτό στο παρελθόν», έκανε ένα βήμα παραπάνω θέλοντας να αποτρέψει τη μετατροπή του κοινωνικού θυμού σε αυτόνομο πολιτικό ρεύμα με αντισυστημικά χαρακτηριστικά.
Σταθερότητα απέναντι στην αβεβαιότητα
Πίσω από όλες τις επιμέρους αναφορές, ο βασικός πυρήνας της στρατηγικής του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ένας. Η αντιπαράθεση του δίπολου «σταθερότητα ή αβεβαιότητα». Γι’ αυτό και επέμεινε ιδιαίτερα στη λέξη «προοπτική», επιχειρώντας να εμφανίσει την κυβέρνηση ως τη μοναδική πολιτική δύναμη που διαθέτει σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
![]()

