Σήμα κινδύνου για τον πληθωρισμός ακρίβειας εκπέμπει ο Βασίλης Κορκίδης, υπογραμμίζοντας ότι η μάχη κατά του δεν πρέπει να δοθεί με κόστος για τη ρευστότητα, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη των ΜμΕ. Την ίδια ώρα, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς προειδοποιεί για τον συνδυασμό ακριβής ενέργειας και αυξημένων επιτοκίων.
«Η αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε μία περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος παραμένει εξαιρετικά υψηλό και ευμετάβλητο, δημιουργεί έναν επικίνδυνο συνδυασμό πιέσεων για την ευρωπαϊκή και ιδιαίτερα την ελληνική επιχειρηματικότητα», αναφέρει σε ανακοίνωσή του το ΕΒΕΠ. Προσθέτει ότι η αυστηρή νομισματική πολιτική στοχεύει στην αντιμετώπιση της αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων, όμως η αύξηση του κόστους του χρήματος συμπίπτει με περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να επιβαρύνονται από το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, καυσίμων, μεταφορών και πρώτων υλών.
Για τις ελληνικές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που έχουν μικρότερη δυνατότητα πρόσβασης σε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, ο συνδυασμός αυτός μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη ρευστότητα, τις επενδύσεις, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση.
Οι επτά βασικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία που εντοπίζει το ΕΒΕΠ από την αύξηση των επιτοκίων σε συνδυασμό με το ακριβό ενεργειακό κόστος είναι οι εξής:
1. Ακριβότερος τραπεζικός δανεισμός. Η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ περνά σταδιακά στο κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, ανεβάζοντας το κόστος εξυπηρέτησης κυμαινόμενων δανείων και νέων πιστώσεων.
2. Μεγαλύτερη επιβάρυνση των μικρών επιχειρήσεων. Οι μικρότερες χρηματοδοτήσεις έχουν συνήθως υψηλότερο κόστος από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά δάνεια, με αποτέλεσμα οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις να κινδυνεύουν να επωμιστούν δυσανάλογο βάρος.
3. Πίεση στη ρευστότητα. Το ακριβότερο κεφάλαιο κίνησης, μαζί με τους αυξημένους λογαριασμούς ενέργειας και το υψηλότερο κόστος προμηθειών, περιορίζει τα διαθέσιμα κεφάλαια των επιχειρήσεων και αυξάνει τις καθημερινές χρηματοδοτικές ανάγκες τους.
4. Αναβολή και περιορισμός επενδύσεων. Όσο αυξάνεται το κόστος κεφαλαίου, περισσότερα επενδυτικά σχέδια γίνονται οριακά. Ψηφιακές, παραγωγικές και ενεργειακές επενδύσεις μπορεί να μετατεθούν χρονικά, την ώρα που η οικονομία χρειάζεται αύξηση της παραγωγικότητας.
5. Περιορισμός της κατανάλωσης. Τα υψηλότερα επιτόκια επιβαρύνουν και τα νοικοκυριά. Η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης στεγαστικών και καταναλωτικών υποχρεώσεων περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα και μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερη κατανάλωση και τζίρο στην αγορά.
6. Διεύρυνση της σημασίας του επιτοκιακού περιθωρίου. Σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων, αποκτά μεγαλύτερη σημασία η διαφορά μεταξύ του κόστους δανεισμού και της απόδοσης των καταθέσεων. Οι επιχειρήσεις αναμένουν μεγαλύτερο ανταγωνισμό στο τραπεζικό σύστημα και καλύτερους όρους χρηματοδότησης.
7. Διπλή πίεση από επιτόκια και ενέργεια. Πρόκειται για τον σημαντικότερο κίνδυνο, καθώς η επιχείρηση καλείται ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει ακριβότερα το κεφάλαιο κίνησής της και να πληρώσει υψηλότερο ενεργειακό κόστος. Το αποτέλεσμα είναι η συμπίεση των περιθωρίων κέρδους και η μικρότερη δυνατότητα απορρόφησης των αυξήσεων, χωρίς μετακύλισή τους στις τιμές.
Το ΕΒΕΠ προτείνει ως αναγκαία την ενίσχυση των εγγυοδοτικών και συγχρηματοδοτούμενων εργαλείων για τις ΜμΕ, τη διεύρυνση της πρόσβασης των μικρότερων επιχειρήσεων στην τραπεζική χρηματοδότηση, την επιτάχυνση των επενδύσεων ενεργειακής εξοικονόμησης και αυτοπαραγωγής, καθώς και στοχευμένες παρεμβάσεις για τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους. Σε μία περίοδο γεωπολιτικής και ενεργειακής αβεβαιότητας, το επιμελητήριο σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται περισσότερο από ποτέ επιχειρήσεις με επαρκή ρευστότητα, δυνατότητα επενδύσεων και ανταγωνιστικό κόστος λειτουργίας.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, δήλωσε: «Η επιχειρηματικότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία νέα δύσκολη εξίσωση. Από τη μία πλευρά έχουμε ακριβότερο χρήμα και από την άλλη ακριβή ενέργεια. Για μία μεγάλη επιχείρηση αυτή η διπλή πίεση, ίσως, είναι διαχειρίσιμη σε κάποιο βαθμό. Για μία μικρή ή μεσαία επιχείρηση, όμως, μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τη ρευστότητα, την επενδυτική της πορεία και τη βιωσιμότητά της. Η αντιμετώπιση του πληθωρισμού είναι αναγκαία, αλλά εδώ έχουμε ενεργειακό και όχι γενικευμένο πληθωρισμό, που δεν πρέπει να οδηγήσει σε ένα νέο φρένο στη πραγματική οικονομία. Όταν, λοιπόν, σημαντικό μέρος των πληθωριστικών πιέσεων προέρχεται από την ενέργεια και γεωπολιτικούς παράγοντες, η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό εργαλείο αντιμετώπισής. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται πρόσβαση σε χρηματοδότηση με βιώσιμους όρους, περισσότερα εγγυοδοτικά εργαλεία, αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και ένα σταθερότερο και ανταγωνιστικό ενεργειακό περιβάλλον. Χρειάζεται, επίσης, οι αυξήσεις των επιτοκίων να μην επιβαρύνουν δυσανάλογα τους μικρότερους δανειολήπτες. Το ζητούμενο είναι να αντιμετωπίσουμε τον πληθωρισμό χωρίς να περιορίσουμε την παραγωγή, να διατηρήσουμε τη ρευστότητα χωρίς να ανακόψουμε τις επενδύσεις και να μειώσουμε το ενεργειακό κόστος χωρίς να χάσουμε την ανταγωνιστικότητά μας. Η μάχη κατά του πληθωρισμού ακρίβειας δεν πρέπει να κερδηθεί με τίμημα τη ρευστότητα, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη των ΜμΕ».
Η φωτογραφία παραχωρήθηκε από το ΕΒΕΠ
![]()
