Στην πλατεία Αγίου Σώστη τοποθετήθηκε ο «Έφηβος» του Θανάση Απάρτη, επιστρέφοντας στον δημόσιο χώρο της Αθήνας ύστερα από χρόνια φύλαξης, μετακινήσεων και καθυστερήσεων.
Το ανδρικό γυμνό, ύψους 2,50 μέτρων, εγκαταστάθηκε την Παρασκευή στη νέα του θέση. Η επιλογή της πλατείας συνδέεται με τους παλαιούς κατοίκους του προσφυγικού συνοικισμού του Πολυγώνου, οι οποίοι μετεγκαταστάθηκαν στην περιοχή και διατήρησαν ισχυρό δεσμό με το έργο.
Ο Θανάσης Απάρτης, που γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1899 και πέθανε στην Αθήνα το 1972, φιλοτέχνησε το γλυπτό το 1940. Η χύτευσή του πραγματοποιήθηκε στο χυτήριο Alexis Rudier, στο Παρίσι.

Δούκας: «Ο Έφηβος ανήκει ξανά στην καθημερινότητα της πόλης»
Ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας αναφέρθηκε στη σχέση του έργου με τη γειτονιά και στις προσπάθειες για την επιστροφή του.
«Ο Έφηβος ανήκει ξανά στην καθημερινότητα της πόλης. Δίπλα στους ανθρώπους της. Γύρω του γράφτηκαν οι ιστορίες μιας ολόκληρης γειτονιάς. Η διαδρομή του έργου υπήρξε δύσκολη, με μετακινήσεις, φθορές, χρόνια φύλαξης και αναμονής», δήλωσε.
Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Ως δημοτική Αρχή, αναγνωρίσαμε τον δεσμό αυτής της γειτονιάς με το έργο, ακούσαμε τους κατοίκους και προχωρήσαμε στην επανατοποθέτησή του στην πλατεία Αγίου Σώστη. Ευχαριστώ τις υπηρεσίες του δήμου, τους συντηρητές και όλους όσοι εργάστηκαν. Και ιδιαίτερα τους κατοίκους που επέμειναν όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί η μνήμη της Αθήνας αξίζει να έχει θέση στις πλατείες μας».
Από τη Σχολή Ευελπίδων στη συλλογική μνήμη του Πολυγώνου
Η ιστορία του έργου ξεκινά το 1939, όταν ο Απάρτης παρουσίασε στην Αθήνα τη γύψινη μελέτη του. Η τότε κυβέρνηση παρήγγειλε την κατασκευή του σε μπρούντζο, με σκοπό να αποτελέσει μνημείο της ελληνικής νεότητας.
Αν και αρχικά είχε προβλεφθεί η εγκατάστασή του στη λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας, τελικά τοποθετήθηκε στο αλσύλλιο της οδού Μουστοξύδη, μπροστά από τη Σχολή Ευελπίδων.
Εκεί έγινε σημείο αναφοράς τόσο για τους Ευέλπιδες όσο και για τους κατοίκους του Πολυγώνου, ιδιαίτερα του παλαιού προσφυγικού συνοικισμού. Η σύνδεση των κατοίκων με τον «Έφηβο» διατηρήθηκε και μετά τη μετακίνησή τους στον Νέο Κόσμο, σε κατοικίες γύρω από την πλατεία Αγίου Σώστη, τη δεκαετία του 1960.
Οι μετακινήσεις και η πολύχρονη φύλαξη
Κατά τη δεκαετία του 1980, η μεταφορά της Σχολής Ευελπίδων στη Βάρη και οι παρεμβάσεις στον οδικό κόμβο της Μουστοξύδη οδήγησαν στη μετακίνηση του γλυπτού στην Εθνική Πινακοθήκη.
Το 1988, επί δημαρχίας Μιλτιάδη Έβερτ, εγκαταστάθηκε στη συμβολή των οδών Αρδηττού και Αθανασίου Διάκου, κοντά στον Ιερό Ναό της Αγίας Φωτεινής.
Αργότερα απομακρύνθηκε και μεταφέρθηκε σε χώρο φύλαξης του Δήμου Αθηναίων, με σκοπό τη συντήρηση και την αποκατάσταση ζημιών από βανδαλισμούς. Ωστόσο, η διαδικασία και η επιστροφή του στον δημόσιο χώρο παρέμειναν σε εκκρεμότητα για χρόνια.
Στο διάστημα αυτό, η Σχολή Ευελπίδων ζήτησε να φιλοξενήσει το έργο στις εγκαταστάσεις της στη Βάρη. Αντίστοιχο αίτημα υπέβαλαν οι πρώην κάτοικοι του προσφυγικού συνοικισμού του Πολυγώνου για την πλατεία Αγίου Σώστη, συνδέοντας το γλυπτό με τις αναμνήσεις από την παιδική ηλικία και την παλιά τους γειτονιά.
Παρότι είχαν ληφθεί αποφάσεις για επανατοποθέτηση στην περιοχή της Αρδηττού, οι καθυστερήσεις και οι διαφορετικές προτάσεις χωροθέτησης δεν επέτρεψαν την υλοποίησή τους.
Η απόφαση για τον Άγιο Σώστη
Η Διεύθυνση Σχεδίου Πόλεως και Αστικού Περιβάλλοντος του Δήμου Αθηναίων εισηγήθηκε την εγκατάσταση του πρωτότυπου έργου στην πλατεία Αγίου Σώστη, συνεκτιμώντας την ιστορία του και τον δεσμό του με τους παλαιούς κατοίκους του Πολυγώνου.
Η πρόταση εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο. Μετά την τοποθέτηση πραγματοποιήθηκαν νέες εργασίες συντήρησης για την προστασία και την ανάδειξή του.
Οι οπές στον κορμό του γλυπτού και στη μαρμάρινη βάση, που χρονολογούνται από τα Δεκεμβριανά, διατηρήθηκαν ως ιστορικά τεκμήρια, αποτυπώνοντας τη σύνδεση του έργου με την ιστορία της Αθήνας.


![]()

