Γιατί κάποιοι δεν αρρωσταίνουν «ποτέ» από γρίπη – Τα γονίδια, η «ασπίδα» της μύτης και το εμβόλιο που έρχεται

Γιατί κάποιοι δεν αρρωσταίνουν «ποτέ» από γρίπη – Τα γονίδια, η «ασπίδα» της μύτης και το εμβόλιο που έρχεται

Γιατί κάποιοι άνθρωποι περνούν γρίπη κάθε χρόνο, ενώ άλλοι λένε πως δεν έχουν αρρωστήσει ποτέ; Η απάντηση, σύμφωνα με τη Γεωργία Γκιούλα, σχετίζεται με τα γονίδια, την ανοσολογική μνήμη και τα βακτήρια που φιλοξενούμε στη μύτη, ενώ η καθολικό αντιγριπικό εμβόλιο που, όπως εκτιμά, μπορεί να υπάρχει μέσα στην επόμενη πενταετία, παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

Η καθηγήτρια Ιατρικής Βιοπαθολογίας-Μικροβιολογίας στο ΑΠΘ και διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Αναφοράς Γρίπης και Αναπνευστικών Ιών Βορείου Ελλάδος εξηγεί τους μηχανισμούς που επηρεάζουν την αντίδραση του οργανισμού στη γρίπη, σε συνέντευξή της στο Πρακτορείο FM και στην εκπομπή της Τάνιας Μαντουβάλου «104,9 Μυστικά Υγείας». Όπως διευκρινίζει, η απουσία συμπτωμάτων δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει μόλυνση ή ότι δεν μπορεί να γίνει μετάδοση του ιού.

Στο ερώτημα γιατί δύο υγιείς άνθρωποι, ίδιας ηλικίας και με τις ίδιες συνθήκες ζωής, μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική εξέλιξη όταν εκτεθούν στον ίδιο ιό, η κ. Γκιούλα απαντά ότι πολλές μελέτες έχουν στραφεί σε συγκεκριμένα γονίδια που μελετώνται ήδη στο εργαστήριο και εμποδίζουν τον ιό να μπει στα κύτταρά μας και να μας μολύνει. Το ανοσοποιητικό σύστημα, όπως λέει, πολεμά όχι μόνο τον ιό της γρίπης αλλά και όλους τους παθογόνους μικροοργανισμούς, ενώ ορισμένες γενετικές μεταλλάξεις μπορούν να το αποδυναμώσουν και να επηρεάσουν την πορεία του ιού μέσα στον οργανισμό.

Μπορεί κάποιος να μολυνθεί χωρίς να εμφανίσει συμπτώματα και, ενώ νιώθει καλά, να μεταδώσει τον ιό στους γύρω του, όπως συμβαίνει και με την COVID-19. Η ίδια απαντά ότι αυτό μπορεί να συμβεί, όμως ξεκαθαρίζει πως το ιικό φορτίο ενός ατόμου με κλασική συμπτωματολογία, είτε πιο ήπια είτε πιο βαριά, δεν είναι το ίδιο με εκείνο ενός εντελώς ασυμπτωματικού ατόμου.

Όπως εξηγεί, ο ασθενής με τα γνωστά συμπτώματα αποβάλλει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα ιού στο περιβάλλον του και είναι πολύ πιο μεταδοτικός από κάποιον που απλώς φέρει τον ιό χωρίς χαρακτηριστική συμπτωματολογία. Προσθέτει ακόμη ότι δύο άνθρωποι μπορεί να μολυνθούν από τον ίδιο ιό με λίγο διαφορετικά χαρακτηριστικά, γιατί ο ιός της γρίπης αλλάζει συνεχώς, όχι μόνο κάθε χρόνο αλλά και μέσα στην ίδια επιδημική περίοδο, με αποτέλεσμα να υπάρχει πιθανότητα να υπάρξουν διαφορετικά στελέχη και διαφορετική ποσότητα ιού.

Το μικροβίωμα της μύτης, του ανώτερου αναπνευστικού, είναι επίσης ένα πεδίο που μελετά η ίδια, επισημαίνοντας ότι λειτουργεί σαν φύλακας άγγελος όχι μόνο απέναντι στον ιό της γρίπης αλλά και σε πολλούς αναπνευστικούς ιούς. Το μικροβίωμα της μύτης, όπως σημειώνει, είναι η φυσιολογική χλωρίδα, τα καλά βακτήρια με τα οποία συμβιώνουμε από τη γέννησή μας και τα οποία δημιουργούν μη ευνοϊκό περιβάλλον για πολλούς ιούς.

Τα συγκεκριμένα μικροβιακά προφίλ, αναφέρει, μπορούν είτε να αποτρέψουν τον ιό είτε να του ανοίξουν τον δρόμο, ενώ τα καλά βακτήρια προστατεύουν σε βάθος χρόνου. Το μικροβίωμα, λέει, είναι ένα δαχτυλικό αποτύπωμα που κουβαλά ο καθένας, το οποίο, όταν βρίσκεται σε ισορροπία με τον άνθρωπο, λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας απέναντι σε πολλά νοσήματα.

Απαντώντας στο αν η κατανόηση αυτών των μηχανισμών μπορεί να οδηγήσει σε ένα εμβόλιο με μεγαλύτερη και ευρύτερη κάλυψη, η κ. Γκιούλα αναφέρει ότι βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη κλινικές μελέτες για την ανάπτυξη ενός πανγονοτυπικού εμβολίου, δηλαδή ενός εμβολίου που θα καλύπτει όλους τους τύπους του ιού της γρίπης. Δεν πρόκειται, όπως λέει, για σενάριο επιστημονικής φαντασίας ή κάτι πολύ μακρινό.

Το πρόβλημα κάθε χρονιάς είναι ο άγνωστος ιός που θα εμφανιστεί, καθώς το εμβόλιο που χορηγείται βασίζεται στα δεδομένα της προηγούμενης χρονιάς. Αν αυτό ξεπεραστεί, εκτιμά, θα υπάρχει εμβόλιο που δεν θα εξαρτάται από το αν κυκλοφορεί γρίπη Α ή γρίπη Β και θα προσφέρει προστασία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέσα στο έτος, αν και η ακριβής διάρκειά της δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί.

Στο ερώτημα πόσο διαρκεί η προστασία από τις παλιές λοιμώξεις, η καθηγήτρια εξηγεί ότι η μόλυνση από τον ιό της γρίπης προκαλεί παραγωγή αντισωμάτων, αλλά αυτά είναι βραχυπρόθεσμα λόγω της δομής, της λειτουργικότητας και των χαρακτηριστικών του ιού. Μπορεί με τον καιρό να αφήνουν κάποια ανοσία, όχι όμως σε βαθμό που να προστατεύουν πλήρως από επαναλοίμωξη τον επόμενο χρόνο.

Ο ιός της γρίπης, όπως λέει, δεν εγκαθιδρύει ισόβια ανοσία όπως άλλοι ιοί. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η πανδημία του 2009, όταν τα μεγαλύτερα άτομα δεν νόσησαν τόσο βαριά όσο οι νεαροί ενήλικες, κάτι που αποδόθηκε στο γεγονός ότι ο πανδημικός ιός Η1Ν1 κυκλοφορούσε, έστω και με λίγο διαφορετική μορφή, τα προηγούμενα χρόνια και οι μεγαλύτεροι είχαν ένα ποσοστό ανοσίας.

Για φέτος, τα μέχρι τώρα ευρήματα δείχνουν πανελλαδικά πρώιμη αύξηση της δραστηριότητας της γρίπης, με την κ. Γκιούλα να διευκρινίζει ότι αυτό δεν παρατηρείται στη Θεσσαλονίκη. Τα στοιχεία αφορούν κυρίως τη Νότια Ελλάδα και, αν και το φαινόμενο έχει εμφανιστεί και άλλες χρονιές, χρειάζεται εγρήγορση χωρίς να σημαίνει ότι η ανοδική πορεία θα συνεχιστεί.

Όπως αναφέρει, επικρατεί κυρίως ο τύπος Α του ιού, αλλά η πρώιμη κυκλοφορία του δεν σημαίνει αναγκαστικά και βαρύτερη επιδημική περίοδο. Η βαρύτητα, τονίζει, εξαρτάται κυρίως από τα χαρακτηριστικά του ίδιου του ιού και όχι τόσο από το ότι φέτος εμφανίστηκε νωρίτερα.

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ EPA PHOTO PA/MATTHEW FEARN

Loading

Play