Ο όρος «βιωσιμότητα» ακούγεται ολοένα και συχνότερα στον δημόσιο διάλογο, ιδίως στον τομέα του τουρισμού. Πρόκειται, ωστόσο, για μια έννοια με ευρύ και σύνθετο περιεχόμενο, που σχετίζεται με τον τρόπο οργάνωσης, διαχείρισης και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης των προορισμών.
Η βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη συνδέεται με την ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική δραστηριότητα, την προστασία του περιβάλλοντος και τη συνοχή των τοπικών κοινωνιών. Αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής διαχείρισης, της αξιοποίησης δεδομένων και του στρατηγικού σχεδιασμού.
Ο Ιωάννης Παππάς, περιφερειακός διευθυντής Ευρώπης του Global Sustainable Tourism Council (GSTC), μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναλύει τις ευρωπαϊκές τάσεις στον τομέα της βιωσιμότητας και επισημαίνει παραμέτρους που συμβάλλουν στην προσαρμογή και τη σταδιακή εξέλιξη του τουριστικού μοντέλου.
«Το sustainability (βιωσιμότητα) μπορεί να ακούγεται σαν μια έννοια “της μόδας”, όμως στην πραγματικότητα αποτελεί ουσιαστική ανάγκη», επισημαίνει ο κ. Παππάς. «Δεν μιλάμε πλέον απλώς για τον περιορισμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, αλλά για το αν μπορούμε, όπου είναι εφικτό, να τις αναστρέψουμε. Στον τουρισμό ειδικά, το ζητούμενο είναι ξεκάθαρο: να μειώνουμε τα αρνητικά και να αυξάνουμε τα θετικά.».
Ο ίδιος περιγράφει τον τουρισμό ως ένα σύνθετο σύστημα, που απαιτεί ενημέρωση, εργαλεία και δομημένη προσέγγιση. Σε αυτό το πλαίσιο, το GSTC υλοποιεί ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ενημέρωσης με συνέδρια, εκδηλώσεις, webinars και εκπαιδευτικά προγράμματα, πολλά από τα οποία προσφέρονται δωρεάν.
Παράλληλα, το θεσμικό πλαίσιο γίνεται ολοένα και πιο αυστηρό. Η συμμόρφωση (compliance) με τη σχετική νομοθεσία δεν είναι πλέον προαιρετική. «Συχνά οι επιχειρήσεις δεν γνωρίζουν καν ποιες είναι οι υποχρεώσεις τους. Ωστόσο, αν δεν προσαρμοστούν, κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός αγοράς».
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος των μεγάλων καναλιών διανομής και των διεθνών πλατφορμών ηλεκτρονικού εμπορίου, που πλέον ζητούν συγκεκριμένα στοιχεία βιωσιμότητας ή τα ενσωματώνουν ως κριτήριο προβολής.
«Η αειφορία δεν είναι πια κάτι εξωτικό. Είναι mainstream. Και θα γίνεται ολοένα και πιο κεντρικό στοιχείο της τουριστικής δραστηριότητας, τόσο λόγω της αγοράς όσο και λόγω της νομοθεσίας».
Οι πιέσεις που δέχονται ορισμένες ευρωπαϊκές πόλεις λόγω τουρισμού δεν αντιμετωπίζονται πλέον αποσπασματικά. Όπως επισημαίνει ο κ. Παππάς, απαιτείται οργανωμένο σχέδιο, συστηματική συλλογή δεδομένων και κατάλληλα εργαλεία λήψης αποφάσεων. Μεγάλες πόλεις όπως η Βενετία, η Βαρκελώνη και η Κοπεγχάγη έχουν προχωρήσει σημαντικά βήματα, κυρίως γιατί αντιλήφθηκαν νωρίς την ανάγκη διαχείρισης των ροών επισκεπτών.
Σήμερα διαθέτουμε τεχνολογικά συστήματα, όχι απαραίτητα υψηλού κόστους, που επιτρέπουν την παρακολούθηση των τουριστικών ροών σε πραγματικό χρόνο. Με δεδομένα από πολλαπλές πηγές, οι αρμόδιοι φορείς μπορούν να λειτουργούν σχεδόν όπως ένα “κέντρο ελέγχου κυκλοφορίας”. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να κατευθύνουν ροές προς εναλλακτικά σημεία ενδιαφέροντος, να ρυθμίζουν την πρόσβαση σε δημοφιλή αξιοθέατα, να λαμβάνουν μέτρα αποσυμφόρησης, να προσαρμόζουν πολιτικές τιμολόγησης ή ωραρίων.
Η διαχείριση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τον αριθμό των επισκεπτών. Περιλαμβάνει δείκτες που σχετίζονται με την ποιότητα ζωής των κατοίκων, τη λειτουργία των γειτονιών, τη συνεργασία με την τοπική κοινωνία και φυσικά, την περιβαλλοντική επιβάρυνση.
Ο προορισμός χρειάζεται οργανωμένη δομή διαχείρισης (Destination Marketing Organization- DMO), σαφείς αρμοδιότητες, παρατηρητήριο δεδομένων και εξειδικευμένα στελέχη που μπορούν να μετατρέπουν την πληροφορία σε πολιτική.
Η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» δεν είναι στατική. Δεν αφορά μόνο έναν συνολικό αριθμό επισκεπτών. Είναι χωρική, χρονική και ποιοτική. Επομένως, η φέρουσα ικανότητα πρέπει να μετριέται όσο το δυνατόν πιο δυναμικά και σε πραγματικό χρόνο. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί το «βέλτιστο» ισοζύγιο μεταξύ τουριστικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο κ. Παππάς αναφέρει την περίπτωση του Ντουμπρόβνικ. Η παλιά πόλη, που περιβάλλεται από μεσαιωνικά τείχη, αποτελεί το βασικό τουριστικό «προϊόν» της πόλης. Το μοντέλο αυτό δείχνει ότι η λύση δεν είναι απλώς «να βάλουμε τέλος για να σταματήσουν να έρχονται», αλλά να δημιουργήσουμε μηχανισμούς ανακύκλωσης των εσόδων προς όφελος του ίδιου του προορισμού.
Σήμερα η Σλοβενία αντιμετωπίζεται ως πρότυπο χώρας βιωσιμότητας, καθώς ανέπτυξε ένα τουριστικό μοντέλο στενά συνδεδεμένο με το φυσικό περιβάλλον και επένδυσε στην αειφορία ως πυρήνα του εθνικού brand.
Η νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία που ισχύει από το Σεπτέμβριο του 2026 θα αυστηροποιήσει το πλαίσιο γύρω από τις περιβαλλοντικές δηλώσεις.
Το Global Sustainable Tourism Council είναι ένας διεθνής, μη κερδοσκοπικός οργανισμός που έχει ως αποστολή την ανάπτυξη και διάδοση των παγκόσμιων προτύπων αειφόρου τουρισμού.
![]()

