Το Κάστρο Φαναρίου είναι μνημείο μεγάλης ιστορικής αξίας και χαρακτηριστικό δείγμα της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής της Θεσσαλίας, με την ανάδειξή του να συνδέεται και με αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Το Φανάρι, σύμφωνα με στοιχεία ειδικού φυλλαδίου της 19ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και με χορηγία του τότε Δήμου Ιθώμης, σήμερα Δήμου Μουζακίου, είναι ένας από τους ελάχιστους παραδοσιακούς οικισμούς που απομένουν στη Δυτική Θεσσαλία. Είναι η έδρα του Δήμου Ιθώμης και βρίσκεται 15 χλμ. βορειοδυτικά της Καρδίτσας και 16 χλμ. νότια των Τρικάλων, σε υψόμετρο 450 μ.
Στα ανατολικά του οικισμού, πάνω σε λόφο, δεσπόζει το Βυζαντινό Κάστρο, ένα από τα σπουδαιότερα φρουριακά συγκροτήματα της Δυτικής Θεσσαλίας. Χτίστηκε σε περίοπτη θέση στρατηγικής σημασίας, καθώς ήλεγχε μεγάλο μέρος της θεσσαλικής πεδιάδας και ιδιαίτερα τη δίοδο Τρικάλων – Άρτας, ενώ προστάτευε τη βυζαντινή πόλη του Φαναρίου. Για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στο Φανάρι και το κάστρο του σε αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο του 1289 μ.Χ.
Από το 1303 έως και την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους το 1881, το κάστρο Φαναριού χρησιμοποιείται ως ορμητήριο, λόγω της θέσης του, από τους εκάστοτε κατακτητές ή τους τοπικούς άρχοντες που ελέγχουν την περιοχή. Μετά την απελευθέρωση, το μνημείο δέχθηκε διάφορες επεμβάσεις και κυρίως επιχρίστηκε και αρμολογήθηκε με ασβεστοπουλοζονικά ή τσιμεντοκονιάματα.
Οι χρήσεις που του έχουν αποδοθεί κατά καιρούς δεν είναι γνωστές, ωστόσο μαρτυρίες κατοίκων αναφέρουν πως, μαζί με ορισμένα βοηθητικά κτίρια που δεν έχει προσδιοριστεί η θέση τους, λειτούργησε ως εγκατάσταση αστυνομικού τμήματος.
Βυζαντινό Κάστρο Φαναρίου
Το κάστρο Φαναρίου, όπως σημειώνει η αναπληρώτρια γενική διευθύντρια του ΥΠΠΟ και προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Τρικάλων Κρυσταλλία Μαντζανά, είναι μικρό οχυρό 2,6 στρ. με ακανόνιστο πολυγωνικό σχήμα που ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους. Το τείχος του, πλάτους 2,00 μ. και εξωτερικού ύψους 9,00-13,00 μ., σώζεται ακέραιο έως το ύψος των επάλξεων και ενισχύεται ανά διαστήματα με έξι προεξέχοντες πύργους ενσωματωμένους στην κατασκευή.
Τα έντονα καιρικά φαινόμενα, αλλά και οι παρεμβάσεις του ανθρώπινου παράγοντα, όπως η απόσπαση λίθων από τις τοιχοποιίες για την κατασκευή κατοικιών και τα αρμολογήματα σε τυχαίες θέσεις χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις, προκάλεσαν φθορές και βλάβες στην ανωδομή μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Τότε έγιναν επεμβάσεις από την 7η Ε.Β.Α. με ένταξη του έργου στα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, το Β’ Κ.Π.Σ. και το Γ’ Κ.Π.Σ.
Η πρόσβαση στο εσωτερικό του κάστρου γίνεται από τοξωτή πύλη στη νότια πλευρά, ενώ υπάρχει και μικρότερη πύλη στα βόρεια, προσβάσιμη μόνο από το εσωτερικό. Στον δυτικό τομέα σώζεται καμαροσκέπαστο λιθόκτιστο μονόχωρο κτίριο με μικρό προστώο, που χρησίμευε ως πυριτιδαποθήκη και του οποίου η καμάρα έχει καταπέσει.
Στο κεντρικότερο σημείο του κάστρου βρίσκονται δύο δεξαμενές, μία υπέργεια, μεγάλου μεγέθους και ορθογωνικού περιγράμματος, που προοριζόταν για τη συλλογή ομβρίων υδάτων, και μία υπόγεια με θολωτή κάλυψη για την αποθήκευσή τους.
Κατά τη διάρκεια ανασκαφικής έρευνας, κοντά στις δεξαμενές, ήρθε στο φως κτίριο με μικρό λουτρό και, πάνω από αυτό, ευρήματα τζαμιού καθώς και λείψανα μιναρέ σε κοντινή απόσταση, ο οποίος ανατινάχθηκε από τους κατοίκους του Φαναρίου το 1960.
Επίσης, οι ανασκαφικές έρευνες κοντά στη νότια πύλη έφεραν στο φως μεγάλο δίχωρο ορθογώνιο κτίριο, το οποίο πιθανότατα κάλυπτε τις φρουριακές ανάγκες, καθώς και εσωτερικούς λιθόστρωτους διαδρόμους προσπέλασης.
Η αρχική φάση κατασκευής του κάστρου τοποθετείται στον 13ο αιώνα, ενώ τα κτίσματα του εσωτερικού χώρου χρονολογούνται στην περίοδο της Οθωμανικής κατοχής στη Θεσσαλία, από το 1387 έως το 1897, κυρίως όμως στον 18ο και 19ο αιώνα. Με πιστώσεις του Β’ και Γ’ ΚΠΣ ολοκληρώθηκαν από την 7η Ε.Β.Α. εργασίες αναστήλωσης στο Βυζαντινό Κάστρο.
Στερεώθηκαν το κτίριο της πυριτιδαποθήκης και οι δύο δεξαμενές, ενώ παράλληλα στεγάστηκε και η υπέργεια. Αποκαταστάθηκαν επίσης οι λιθόστρωτοι διάδρομοι, οι κλίμακες ανόδου στις επάλξεις και ανακατασκευάστηκε το δυτικό τμήμα των επάλξεων και του περιδρόμου.
Η εγκατάσταση ηλεκτροφωτισμού εξωτερικά του κάστρου κάνει έντονη την παρουσία του σε όλη τη Δυτική Θεσσαλία και κατά τις νυχτερινές ώρες.
Στο πρόγραμμα Ε.Σ.Π.Α. εντάχθηκαν και υλοποιήθηκαν με αυτεπιστασία από την 19η Ε.Β.Α. εργασίες για την αποκατάσταση τμημάτων του τείχους και της πυριτιδαποθήκης, καθώς και για τη συντήρηση και προστασία των αρχιτεκτονικών λειψάνων που ήρθαν στο φως με τις ανασκαφές.
Του ανταποκριτή μας Απ. Ζώη
*Η φωτογραφία είναι
![]()
