Ξεχωρίζει η Ίμβρος: Η ιστορική πορεία του νησιού από τους αρχαίους χρόνους ως σήμερα

Ξεχωρίζει η Ίμβρος: Η ιστορική πορεία του νησιού από τους αρχαίους χρόνους ως σήμερα

[]

Η ιστορική πορεία της Ίμβρου και της Τενέδου διατρέχει αιώνες ελληνικής παρουσίας, σε δύο νησιά του Αιγαίου που συνδέονται στενά με τη μοίρα του Ελληνισμού.

Η Ίμβρος στέκει απέναντι στα Στενά με το παλιό της ελληνικό όνομα και με διαδρομή που εκτείνεται από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Μέσα στη γενικότερη ιστορική μοίρα του Ελληνισμού, παράλληλη, αν όχι ταυτόσημη, είναι η ιστορική μοίρα της Ίμβρου και της Τενέδου. Τα δύο αιγαιοπελαγίτικα νησιά ανήκουν στο σύμπλεγμα των Θρακικών Σποράδων, δηλαδή στην ίδια γεωγραφική οικογένεια με τη Σαμοθράκη, τη Λήμνο και τον Άη Στράτη, και στέκουν περήφανα μπροστά στο μπουγάζι, τη στενή θαλάσσια δίοδο που κυλάει από τα Στενά, με τα ελληνικά τους τοπωνύμια να παραμένουν αναπεπταμένα, η Ίμβρος ως προέκταση της Χερσονήσου της Καλλιπόλεως και η Τένεδος κατάντικρυ στα Τρωαδίτικα πεδία.

Το 1912, με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, η Ίμβρος και η Τένεδος κυριεύονται από τον Ελληνικό Στόλο και μένουν ελληνικές έως το 1923, όταν η Συνθήκη της Λωζάννης, για λόγους ασφαλείας των Στενών, κατακυρώνει τα νησιά στην κεμαλική Τουρκία.

ΤΟ ΒΗΜΑ, 3.7.1966, Ιστορικό Αρχείο ΤΟ ΒΗΜΑ & ΤΑ ΝΕΑ

Η Ίμβρος έχει έκταση 228 τ.χλμ. και απέχει περίπου 11 μίλια βορειοδυτικά από το στόμιο του Ελλησπόντου. Την εποχή που επανήλθε στην Τουρκία, ο πληθυσμός της έφτανε τους 9.000 κατοίκους, σχεδόν όλοι Έλληνες, ενώ πριν από λίγα χρόνια οι Τούρκοι του νησιού, κατά κύριο λόγο υπάλληλοι του τουρκικού κράτους, δεν ξεπερνούσαν τις λίγες δεκάδες. Το ψηλότερο βουνό της Ίμβρου, κατά την αιγαιοπελαγίτικη παράδοση, ονομάζεται Προφήτης Ηλίας, ενώ οι δύο οροσειρές του νησιού καταλήγουν στις κορυφές Μονοβύζι, 597 μ., και Δοκίμι, 572 μ. Από εκεί αγναντεύουν προς τον βοριά τις ακτές της θρακικής Αίνου και προς τα ανατολικά τη Χερσόνησο της Καλλιπόλεως. Ο Όμηρος αναφέρει την Ίμβρο ως παιπαλόεσσαν, δηλαδή τραχιά και απόκρημνη, και μνημονεύει και τον Ίμβριο Ηετίωνα. Στα κλασικά χρόνια οι Αθηναίοι, για να εξασφαλίσουν τον δρόμο του σταριού προς τον Εύξεινο Πόντο, είχαν πάντα στραμμένη την προσοχή τους προς την Ίμβρο, η οποία έγινε κληρουχία των Αθηναίων χάρη στις προσπάθειες του Μιλτιάδη το 494 π.Χ., ενώ στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου βρέθηκε στο επίκεντρο διαμάχης με τους Λακεδαιμονίους και στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. έγινε οριστικά σύμμαχος των Αθηναίων.

Σημαντική ανάπτυξη γνώρισε η Ίμβρος αφότου, με τη μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, βρέθηκε κοντά στη Βασιλεύουσα. Ο Μέγας Κωνσταντίνος υπήγαγε τη Λήμνο, την Ίμβρο και τη Σαμοθράκη στον ύπατο του Ιλλυρικού. Κατά τη Φραγκοκρατία, η πολιτική ιστορία της Ίμβρου αρχίζει το 1206, όταν το νησί κατακυρώνεται, όπως φαίνεται, στη μερίδα των Βενετών, για να υποταχθεί πολύ νωρίς στον δούκα της Λήμνου, Φιλόκαλο Ναυαγήρο.

Το 1262, όταν η Κωνσταντινούπολη ανακτάται από τους Βυζαντινούς, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος επαναφέρει το νησί στους κόλπους της Αυτοκρατορίας. Την Ίμβρο, μαζί με τα άλλα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, παραχωρούν ως φέουδα στο γενουατικό οίκο των Gattilusi οι βασιλείς Μανουήλ Β΄ (1391-1425) και Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος (1425-1448), διατηρώντας όμως την επικυριαρχία τους. Η εξουσία που ασκούσαν οι αντιπρόσωποι των βυζαντινών βασιλέων, οι λεγόμενοι άρχοντες, στα νησιά, όπως ο Μιχαήλ Ασάνης επί Ιωάννη Η΄, δεν φαίνεται να ήταν χωρίς περιεχόμενο. Όταν έφτασε το πικρό μήνυμα ότι η Πόλη έπεσε, οι αντιπρόσωποι του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην Ίμβρο, πιστεύοντας ότι αυτό σήμαινε και το τέλος του γένους των Ρωμαίων, έφυγαν και άφησαν τον τόπο ακυβέρνητο. Τότε, μέσα στη σύγχυση και την ακυβερνησία, προβάλλει στο προσκήνιο, όπως πληροφορεί ο καθηγητής Α. Βακαλόπουλος, ο Κριτόβουλος, ο δυνατός της Ίμβρου και μετέπειτα ιστορικός των τελευταίων χρόνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με τη γνωστή ευελιξία του καταφέρνει να απομακρύνει την επερχόμενη λαίλαπα. Ο Πορθητής δέχεται να μείνουν τα νησιά κάτω από τις ίδιες, όπως πρώτα, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, και «δωρείται τας νήσους καθώς ήσαν εν τω του βασιλέως καιρώ τεταγμέναι». Ο Παλαμήδης Gattilusi θα πληρώνει στον Σουλτάνο 1.200 χρυσά νομίσματα ετήσιο φόρο για την Ίμβρο.

Την ίδια περίοδο η Δύση, χάρη στις ενέργειες του Βησσαρίωνα προς τον Πάπα Κάλλιστο, μοιάζει να αφυπνίζεται από τον λήθαργό της και προετοιμάζεται νέα σταυροφορία. Ο κίνδυνος οι μικρές φραγκικές ηγεμονίες του βορειοανατολικού Αιγαίου να χρησιμοποιηθούν ως βάσεις στα χέρια των νέων σταυροφόρων παρακινεί τον Σουλτάνο να τις καταλάβει το 1456. Τον επόμενο χρόνο όμως τα νησιά περνούν στους νεοσταυροφόρους, ουσιαστικά στους Βενετούς. Και τότε ο Κριτόβουλος δείχνει ξανά όλη τη διπλωματική του ευστροφία και την προσαρμοστικότητά του στις περιστάσεις. Όταν τα πράγματα στο Αιγαίο γέρνουν πάλι υπέρ των Οθωμανών και ο Μωάμεθ επιστρέφει στην Αδριανούπολη μετά την πρώτη του εκστρατεία στην Πελοπόννησο, ο οξύνους Ίμβριος διαπραγματεύεται με τον Σουλτάνο τη μεταβίβαση της Ίμβρου και της Λήμνου στον δεσπότη της Πελοποννήσου Δημήτριο Παλαιολόγο, κάτι που τελικά πέτυχε με τον όρο να πληρώνει ο Δημήτριος κάθε χρόνο 3.000 χρυσά νομίσματα, τον χειμώνα του 1458-1459.

Το φθινόπωρο του 1460, μετά τη δεύτερη τουρκική εκστρατεία στην Πελοπόννησο και την κατάλυση του Δεσποτάτου του Μορέως, ο Μωάμεθ φτάνει στην Αδριανούπολη και, λίγες μέρες αργότερα, ο Δημήτριος, ουσιαστικά αιχμάλωτός του αλλά με υπόσχεση ηγεμονικής διαβίωσης, λαμβάνει ες τε αρχήν άμα και πρόσοδον τα νησιά Ίμβρο και Λήμνο και τα καταλειφθέντα Θάσου και Σαμοθράκης, καθώς και τη θρακική Αίνο. Ο Δημήτριος είχε έδρα την Αδριανούπολη και από εκεί διοικούσε τις περιοχές του με αντιπροσώπους, όχι όμως για πολλά χρόνια. Το 1467 περιέπεσε στη δυσμένεια του Σουλτάνου και εξορίστηκε στο Διδυμότειχο, ενώ πέθανε το 1470 στην Αδριανούπολη ως μοναχός. Κατά μία αξιοπρόσεκτη ιστορική σύμπτωση, η Αδριανούπολη είναι η πολιτεία όπου σφραγίζεται η κατάλυση της αυτονομίας της τελευταίας ελεύθερης ελληνικής περιοχής, αλλά και η πόλη όπου, 362 χρόνια αργότερα, στις 2/14 Σεπτεμβρίου 1829, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάζεται να υπογράψει τη ρωσοτουρκική συνθήκη με την οποία αναγνωρίζει για πρώτη φορά την ανεξαρτησία της Ελλάδος.

Επειδή τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου πέρασαν με ειρηνικό τρόπο στο τουρκικό κράτος, και χάρη ίσως στις ενέργειες του Κριτοβούλου, οι φορολογικές επιβαρύνσεις ήταν μάλλον ελαφρές, όπως γενικά ελαφροί ήταν και οι όροι ζωής των νησιωτών και ειδικά στην Ίμβρο, όπου το 1470 κατοικούσαν 3.000 άνθρωποι και δεν καταβαλλόταν κεφαλικός φόρος. Και όλα αυτά συνέβαλαν στην ακώλυτη επιβίωση του Ελληνισμού στην Ίμβρο ως τις μέρες μας.

*Απόσπασμα από εκτενές ιστορικό κείμενο του Γεωργίου Τενεκίδη, που έφερε τον τίτλο Ίμβρος και Τένεδος και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Το Βήμα την Κυριακή 3 Ιουλίου 1966.

Ο γεννημένος στη Σμύρνη ακαδημαϊκός Γεώργιος Τενεκίδης (1910-1990) υπήρξε διαπρεπής νομικός διεθνολόγος, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων, και άφησε ιδιαίτερα αξιόλογο συγγραφικό έργο.

Με το παρόν άρθρο τιμάται η τριακοστή πέμπτη επέτειος από την άνοδο του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στον Οικουμενικό Θρόνο, μια πατριαρχία μακρότατης διάρκειας.

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης στις 22 Οκτωβρίου 1991, μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Δημητρίου Α΄.

Γεννηθείς στους Αγίους Θεοδώρους, χωριό της Ίμβρου, την 29η Φεβρουαρίου 1940, ο κατά κόσμον Δημήτριος, τέκνο του Χρήστου και της Μερόπης Αρχοντώνη, ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στον τόπο γεννήσεώς του και στο Ζωγράφειο Λύκειο της Κωνσταντινουπόλεως.

Στη συνέχεια εισήλθε στη φημισμένη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε αριστούχος το 1961.

Αμέσως χειροτονήθηκε διάκονος, τον Αύγουστο του 1961, και μετονομάστηκε σε Βαρθολομαίο από τον τότε μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου Μελίτωνα, προς τιμήν του Ιμβρίου μοναχού Βαρθολομαίου του Κουτλουμουσιανού, διορθωτή και εκδότη των Μηναίων της Εκκλησίας και άλλων λειτουργικών βιβλίων.

Αφού εκπλήρωσε τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του ως έφεδρος αξιωματικός την περίοδο 1961-1963, ο Βαρθολομαίος μετεκπαιδεύτηκε ως υπότροφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Ρώμη, όπου παρακολούθησε μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου στο Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών, παράρτημα του Γρηγοριανού Πανεπιστημίου της Ρώμης.

Μετά τη φοίτησή του αναγορεύτηκε διδάκτωρ του Ανατολικού Κανονικού Δικαίου, παρουσιάζοντας τη διατριβή του με θέμα «Περί την κωδικοποίησιν των ιερών κανόνων και των κανονικών διατάξεων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».

Ακολούθησαν συμπληρωματικές σπουδές του Βαρθολομαίου στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Bossey της Ελβετίας και στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, το 1968, διορίστηκε στη θέση του Βοηθού Σχολάρχη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και στη συνέχεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το οφίκιο του αρχιμανδρίτη από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα.

Το 1972 ο νεοεκλεγείς Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος Α΄ τοποθέτησε τον αρχιμανδρίτη Βαρθολομαίο επικεφαλής του Ιδιαίτερου Πατριαρχικού Γραφείου, θέση στην οποία έμεινε έως τον Ιανουάριο του 1990, όταν εξελέγη παμψηφεί μητροπολίτης Χαλκηδόνος.

Τα Χριστούγεννα του 1973 ο αρχιμανδρίτης Βαρθολομαίος προήχθη σε μητροπολίτη Φιλαδελφείας.

Από τον Μάρτιο του 1974 έως την ανάρρησή του στον Οικουμενικό Θρόνο ο Βαρθολομαίος διετέλεσε μέλος της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, καθώς και πολλών Συνοδικών Επιτροπών.

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είναι γλωσσομαθής. Εκτός από την ελληνική και την τουρκική γλώσσα, γνωρίζει και ομιλεί την ιταλική, τη γαλλική, την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα.

Το πλούσιο συγγραφικό έργο του περιλαμβάνει πολυάριθμες μελέτες πάνω σε θέματα Κανονικού Δικαίου, άρθρα και λόγους που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες.

Κύρια χαρακτηριστικά της ποιμαντορίας του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου είναι η συμφιλίωση των χριστιανικών Εκκλησιών, ο διαθρησκευτικός διάλογος, η περιβαλλοντική ευαισθησία, καθώς και οι επισκέψεις σε ορθόδοξες και μουσουλμανικές χώρες που σπανίως είχε επισκεφθεί στο παρελθόν Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας.

Loading

Play