Στη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών, θυρίδων και μετοχών του Γιάννη Παναγόπουλου, προέδρου της ΓΣΕΕ, προχώρησε η Αρχή Καταπολέμησης Μαύρου Χρήματος, κατόπιν εντολής του επικεφαλής της, Χαράλαμπου Βουρλιώτη.
Σύμφωνα με έρευνα της Αρχής, ο συνδικαλιστής και άλλα πρόσωπα φέρονται να εμπλέκονται σε υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων – χρηματοδοτήσεων από το Ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, που υπερβαίνουν συνολικά τα 73 εκατομμύρια ευρώ και προορίζονταν για επτά εκπαιδευτικά και προγράμματα κατάρτισης.
Το πόρισμα του κ. Βουρλιώτη έχει ήδη διαβιβαστεί στον αρμόδιο εισαγγελέα με ενδείξεις για δύο κακουργήματα, συγκεκριμένα «της υπεξαίρεσης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες».
Παράλληλα, εμπλέκονται ακόμη έξι φυσικά πρόσωπα και έξι εταιρείες, για τις οποίες έχει διαταχθεί δέσμευση των λογαριασμών τους, ενώ έχει τεθεί σε δέσμευση και η κυριότητα δύο ακινήτων των ελεγχόμενων προσώπων.
Η Αρχή για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος εξέτασε τη δραστηριότητα αυτών των προσώπων και των εταιρειών που ελέγχονται, σε σχέση με τη διαχείριση εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων κατά την παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών και προγραμμάτων κατάρτισης. Αντικείμενο της έρευνας αποτέλεσαν χρηματοδοτήσεις που ξεπερνούν τα 73 εκατομμύρια ευρώ και χορηγήθηκαν την πενταετία 2020 – 2025 από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους, ενώ διερευνήθηκε και ο τρόπος διάθεσης αυτών των κονδυλίων.
Σύμφωνα με το πόρισμα της Αρχής προς την εισαγγελική αρχή, αλλά και την ανάλυση των οικονομικών δεδομένων και ιδίως από την ανάλυση της χρηματοοικονομικής δραστηριότητας των εμπλεκομένων προσώπων και εταιρειών, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης αξιοποίνων πράξεων.
Συγκεκριμένα, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο συνδικαλιστής και άλλοι εμπλεκόμενοι προέβησαν στην υπεξαίρεση χρηματικών κεφαλαίων που προέρχονταν από επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη, από την έρευνα της Αρχής διαπιστώθηκε ότι ορισμένες από τις εταιρείες δεν παρουσίαζαν καν δραστηριότητα, στερούνταν της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής και του προσωπικού για την υλοποίηση των έργων και μέρος των κονδυλίων αναλαμβάνονταν με τη μορφή μετρητών απευθείας γεγονός που κατά την Αρχή δείχνει ότι είχαν τον ρόλο των εταιρειών οχημάτων.
Σύμφωνα με την Αρχή, η τακτική αυτή εκτιμάται ότι ακολουθήθηκε για την πρόσδοση αληθοφάνειας και νομιμοφάνειας σε συναλλαγές ύψους τουλάχιστον 577.000 ευρώ για την παροχή δήθεν υπηρεσιών εκ μέρους των εταιρειών γεγονός που στοιχειοθετεί τεχνητή διακίνηση κεφαλαίων και μεθοδευμένη, στην κάλυψη της πραγματικής διάθεσης των πόρων των συμβάσεων.
Επίσης, διαπιστώθηκαν εκτεταμένες μεταφορές χρηματικών ποσών προς ατομικούς λογαριασμούς των συνδεδεμένων φυσικών προσώπων που στερούνταν νόμιμης αιτιολογίας όπως και επανειλημμένες αναλήψεις μετρητών που ξεπερνούν το 1,5 εκατομμύριο ευρώ και καταδεικνύουν τη μεθόδευση της απόκρυψης της προέλευσης και της τελικής ιδιοποίησης των κεφαλαίων.
Οι αναλήψεις αυτές δημιουργούν κατά την Αρχή σοβαρές υπόνοιες ότι τα ποσά περιέρχονταν εν τέλει στην κατοχή του ελεγχόμενου συνδικαλιστή και των άλλων ελεγχόμενων προσώπων.
![]()

