Ελληνοτουρκικά: Η «Γαλάζια Πατρίδα» ξαναβγαίνει στο τραπέζι και η Αθήνα ετοιμάζεται για δύσκολο καλοκαίρι

Ελληνοτουρκικά: Η «Γαλάζια Πατρίδα» ξαναβγαίνει στο τραπέζι και η Αθήνα ετοιμάζεται για δύσκολο καλοκαίρι

Με το βλέμμα στραμμένο στην Άγκυρα βρίσκεται η Αθήνα, καθώς το επόμενο διάστημα θεωρείται κρίσιμο για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Το κλίμα των «ήρεμων νερών» δεν έχει καταρρεύσει, όμως δοκιμάζεται όλο και περισσότερο από τις κινήσεις της τουρκικής πλευράς, τις νέες αναφορές στη «Γαλάζια Πατρίδα» και το υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο που αναμένεται να φτάσει στην τουρκική Εθνοσυνέλευση.

Στην ελληνική κυβέρνηση δεν θέλουν να προεξοφλήσουν το περιεχόμενο του νομοσχεδίου πριν δουν το τελικό κείμενο. Ωστόσο, το γεγονός ότι η Άγκυρα επιλέγει να επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα θαλάσσιων ζωνών, κυριαρχικών δικαιωμάτων και αποστρατικοποίησης νησιών προκαλεί προβληματισμό. Όχι γιατί δημιουργεί νομικά τετελεσμένα, όπως επιμένει η Αθήνα, αλλά γιατί δείχνει ότι η Τουρκία αναζητά έναν νέο τρόπο να θεσμοποιήσει στο εσωτερικό της δίκαιο πάγιες αναθεωρητικές θέσεις.

Το βασικό ερώτημα για την ελληνική πλευρά είναι αν το τουρκικό νομοσχέδιο θα έχει κυρίως εσωτερική πολιτική χρήση ή αν θα αποτελέσει εργαλείο για νέες κινήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Με άλλα λόγια, αν πρόκειται για ένα ακόμη κείμενο πολιτικού συμβολισμού ή για ένα πλαίσιο που θα χρησιμοποιηθεί από την Άγκυρα ώστε να ανεβάσει την πίεση σε θαλάσσιο, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο.

Η ελληνική απάντηση, μέχρι στιγμής, κινείται σε δύο γραμμές: ψυχραιμία και αποτροπή. Η Αθήνα αποφεύγει τις βιαστικές αντιδράσεις, επιμένοντας ότι μόνο το Διεθνές Δίκαιο παράγει έννομα αποτελέσματα. Ταυτόχρονα, διαμηνύει πως καμία μονομερής τουρκική κίνηση δεν μπορεί να μετατραπεί σε τετελεσμένο.

Το μήνυμα αυτό έστειλε με σαφήνεια ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ξεκαθαρίζοντας ότι ούτε το casus belli ούτε το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο μπορούν να θεωρηθούν τετελεσμένα. Η ελληνική θέση είναι ότι κείμενα που δεν πατούν στο Διεθνές Δίκαιο δεν παράγουν νομικές συνέπειες, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστούν από την τουρκική πλευρά ως βάση διεκδικήσεων.

Παράλληλα, στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας παρακολουθούν με προσοχή τη ρητορική της Άγκυρας. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ, ο οποίος επανέφερε τη «Γαλάζια Πατρίδα» και το ζήτημα της αποστρατικοποίησης των νησιών, αντιμετωπίστηκαν από την Αθήνα ως ακόμη μία απόπειρα προβολής αυθαίρετων θέσεων. Ελληνικές πηγές απάντησαν ότι η χώρα ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα με πλήρη προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο και δεν αποδέχεται μονομερείς ερμηνείες που επιχειρούν να εμφανιστούν ως πολιτικά δεδομένα.

Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Το τελευταίο διάστημα η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε κινήσεις που αφορούν τον θαλάσσιο χώρο, τον χωροταξικό σχεδιασμό και την αμυντική της θωράκιση. Από την πλευρά της, η Τουρκία δείχνει να απαντά με ένα μείγμα νομοθετικής κινητικότητας, δημόσιας ρητορικής και επαναφοράς παλαιών διεκδικήσεων. Έτσι, το πεδίο της αντιπαράθεσης μεταφέρεται ξανά στη θάλασσα: στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, στις θαλάσσιες ζώνες, στα νησιά και στην ερμηνεία των διεθνών συνθηκών.

Αυτό που ανησυχεί την Αθήνα δεν είναι μόνο το τι θα γράφει το τουρκικό νομοσχέδιο, αλλά και το πώς μπορεί να αξιοποιηθεί πολιτικά. Η Άγκυρα έχει αποδείξει πολλές φορές ότι δεν χρειάζεται πάντα μια άμεση επιχειρησιακή κίνηση για να δημιουργήσει ένταση. Αρκούν οι δηλώσεις, οι χάρτες, οι NAVTEX, οι αναφορές σε «δικαιώματα» και οι διπλωματικές παρεμβάσεις για να συντηρηθεί ένα περιβάλλον πίεσης.

Γι’ αυτό και στην ελληνική κυβέρνηση επιμένουν ότι η πολιτική των «ήρεμων νερών» δεν σημαίνει αδράνεια. Η Αθήνα θέλει να κρατήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα, χωρίς όμως να αφήσει αναπάντητες τις αναθεωρητικές αναφορές. Η διπλωματική στρατηγική βασίζεται στην ενημέρωση εταίρων και συμμάχων, στην επίκληση του Διεθνούς Δικαίου και στην ανάδειξη του ότι η τουρκική επιχειρηματολογία δεν μπορεί να αποκτήσει ευρωπαϊκή ή διεθνή νομιμοποίηση.

Στο αμυντικό πεδίο, το μήνυμα είναι επίσης σαφές. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει την ανάγκη οι Ένοπλες Δυνάμεις να βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο αποτρεπτικής ισχύος. Η λογική της Αθήνας είναι ότι η αποκλιμάκωση έχει αξία μόνο όταν συνοδεύεται από ετοιμότητα. Δεν αρκεί να επιθυμείς την ηρεμία· πρέπει να μπορείς και να την προστατεύσεις.

Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, που θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου. Η Τουρκία θα φιλοξενήσει τους ηγέτες της Συμμαχίας, γεγονός που της δίνει ένα σημαντικό διπλωματικό βήμα. Για την Ελλάδα, η συγκεκριμένη σύνοδος αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον, καθώς μένει να φανεί αν θα υπάρξει συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και υπό ποιες συνθήκες θα γίνει αυτή, εφόσον τελικά πραγματοποιηθεί.

Το καλοκαίρι, λοιπόν, προμηνύεται διπλωματικά πυκνό. Δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι «θερμό» με την έννοια μιας κρίσης. Είναι όμως σαφές ότι θα είναι απαιτητικό. Η Τουρκία δείχνει να επαναφέρει τη στρατηγική της πίεσης, ενώ η Ελλάδα επιχειρεί να απαντήσει χωρίς υπερβολές, αλλά και χωρίς υποχωρήσεις.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η Άγκυρα επιδιώκει απλώς να ενισχύσει το εσωτερικό αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» ή αν ετοιμάζεται να το μετατρέψει σε εργαλείο νέας έντασης. Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα γνωρίζει ότι στα ελληνοτουρκικά ο διάβολος δεν κρύβεται μόνο στις λεπτομέρειες των κειμένων, αλλά και στον τρόπο που αυτά αξιοποιούνται πολιτικά.

Και αυτό ακριβώς είναι το στοίχημα: να μη μετατραπεί η ρητορική σε κρίση, αλλά και να μη βαφτιστεί η ψυχραιμία αδυναμία.

Loading

Play