Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Τι αλλάζει στο νομοσχέδιο για τον κώδικα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών

Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Τι αλλάζει στο νομοσχέδιο για τον κώδικα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών

Παρατηρήσεις στο νομοσχέδιο για την εναλλακτική επίλυση διαφορών έστειλε στο υπουργείο Δικαιοσύνης η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, ζητώντας ουσιαστικές νομοτεχνικές διορθώσεις και χαμηλότερο κόστος για τους πολίτες.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ) υποστηρίζει ότι το νομοσχέδιο «χρήζει άμεσων νομοτεχνικών βελτιώσεων» τόσο ως προς το εύρος του νέου θεσμού όσο και ως προς τις τεχνικές λεπτομέρειες της διαμεσολάβησης και της δικαστικής μεσολάβησης, καθώς περιλαμβάνει ρυθμίσεις που, όπως σημειώνει, είναι περίπλοκες και ακριβές για τους πολίτες.

Στις αναλυτικές της παρατηρήσεις, η ΕνΔΕ αναφέρει ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιχειρεί να παρουσιάσει μια συνολική πρόταση για τους θεσμούς της εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, με ειδική θέση πλέον στη δικαστική μεσολάβηση. Η Ένωση υπενθυμίζει ότι είχε ζητήσει την ενίσχυσή της ήδη από το 2017, ώστε να υπάρξει αξιόπιστη λύση εξωδικαστικής επίλυσης αστικών και εμπορικών διαφορών με την εγγύηση ανεξάρτητου δικαστικού λειτουργού, λαμβάνοντας υπόψη τις αδυναμίες και τη χαμηλή αποτελεσματικότητα του υπάρχοντος πλαισίου της ιδιωτικής διαμεσολάβησης. Παράλληλα, σημειώνει ότι το νομοσχέδιο υιοθετεί σημαντικό μέρος των προτάσεών της για τον σχεδιασμό της δικαστικής μεσολάβησης, αλλά χρειάζεται βελτιώσεις ώστε ο νέος θεσμός να είναι πραγματικά ισότιμος με τη διαμεσολάβηση και να μειώνει το κόστος χωρίς να περιορίζει τα προστατευτέα δικαιώματα.

Ακολουθούν οι επισημάνσεις της ΕνΔΕ ανά ενότητα.

Ισότιμο πεδίο εφαρμογής των θεσμών διαμεσολάβησης και δικαστικής μεσολάβησης, ζητά πρώτα η Ένωση, εξηγώντας ότι το άρθρο 159 παρ. 1 του Σχεδίου Νόμου περιορίζει υπερβολικά το αντικείμενο της δικαστικής μεσολάβησης. Όπως επισημαίνει, στη σημερινή διατύπωση μπορούν να υπαχθούν μόνο οι περιπτώσεις α-γ της παραγράφου 2 του άρθρου 76, δηλαδή διαφορές από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, αξιώσεις αποζημίωσης κατά ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ και διαφορές με δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την ΕνΔΕ, μένουν εκτός όλες οι αστικές και εμπορικές διαφορές στις οποίες τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης, για τις οποίες παραμένει διαθέσιμη μόνο η ιδιωτική διαμεσολάβηση.

Η Ένωση θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή είναι ουσιαστική, γιατί ένας τέτοιος περιορισμός θα άφηνε το νέο σχήμα αποκλεισμένο από το κύριο αντικείμενο της διαμεσολάβησης και θα υποβάθμιζε τη δικαστική μεσολάβηση, αφού θα περιόριζε το πεδίο της ακόμη και κάτω από το ισχύον πλαίσιο του άρθρου 214Β ΚΠολΔ.

Γι’ αυτό προτείνει η δικαστική μεσολάβηση να καλύπτει το σύνολο των αστικών και εμπορικών υποθέσεων, όπως προβλέπει το άρθρο 76 για τη διαμεσολάβηση, και να προστεθεί ρητή αναφορά στην παράγραφο 1 του άρθρου 76, ώστε η σχετική διάταξη να προβλέπει ότι στη δικαστική μεσολάβηση υπάγονται οι διαφορές της παρ. 1 και των περ. α), β) και γ) της παρ. 2 του άρθρου 76, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης επί του αντικειμένου της διαφοράς σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο.

Στο άρθρο 17 του Σχεδίου Νόμου περιγράφεται η προδικασία προσφυγής στη διαμεσολάβηση ή τη δικαστική μεσολάβηση. Η ρύθμιση προβλέπει ότι το επισπεύδον μέρος καλεί το άλλο μέρος, με την αγωγή ή με ιδιαίτερο δικόγραφο, σε εισαγωγική συνεδρία και ότι ο αποδέκτης απαντά εγγράφως μέσα σε 15 ημέρες. Αν υπάρξει αποδοχή, η διαδικασία ακολουθεί την προτεινόμενη μέθοδο. Αν υπάρξει άρνηση ή σιωπή, η διαφορά οδηγείται σε εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης.

Η ΕνΔΕ χαρακτηρίζει αδικαιολόγητη την επιλογή να προκρίνεται η ιδιωτική διαμεσολάβηση έναντι της δικαστικής μεσολάβησης όταν τα μέρη διαφωνούν ή σιωπούν. Όπως σημειώνει, σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας το κενό θα πρέπει να καλύπτεται από τον θεσμό με τα ισχυρότερα εχέγγυα αμεροληψίας και ανεξαρτησίας, δηλαδή από εκείνον που διεξάγεται με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι έτσι περιορίζεται η επιβάρυνση των πολιτών με υπέρογκα έξοδα, ενώ αν μείνει η ρύθμιση ως έχει, το μέρος που δεν θέλει τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού θα μπορεί να ωθεί τον αντίδικό του προς τη διαμεσολάβηση, η οποία μπορεί να κοστίζει περισσότερο.

Με βάση αυτά, προτείνει η παράγραφος 2 του άρθρου 17 να τροποποιηθεί ώστε, σε περίπτωση μη αποδοχής ή άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας, η διαφορά να υπάγεται σε εισαγωγική συνεδρία δικαστικής μεσολάβησης, ενώ η εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης να ολοκληρώνεται μέσα σε 20 ημέρες από τη λήξη της πρώτης προθεσμίας.

Η ΕνΔΕ ζητά επίσης νομοτεχνική διόρθωση στα άρθρα 180 και 182 του Σχεδίου Νόμου, με τα οποία τροποποιούνται τα άρθρα 237 και 591 ΚΠολΔ. Όπως αναφέρει, στους τίτλους και στο περιεχόμενο των διατάξεων γίνεται λόγος για παραπομπή σε διαμεσολάβηση και δικαστική μεσολάβηση, όμως στην πραγματικότητα το κείμενο δεν περιλαμβάνει τη δικαστική μεσολάβηση, με αποτέλεσμα οι δύο θεσμοί να μην αντιμετωπίζονται ισότιμα.

Για το άρθρο 180 προτείνει η διάταξη να ορίζει ότι ο δικαστής δύναται να παραπέμψει τα μέρη σε διαμεσολάβηση ή δικαστική μεσολάβηση κατά τα Μέρη Γ’ και Δ΄ του Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών. Αντίστοιχα, για το άρθρο 182 ζητά η προδικαστική απόφαση να προβλέπει παραπομπή των διαδίκων σε διαμεσολάβηση ή δικαστική μεσολάβηση και αναβολή της συζήτησης έως τρεις μήνες.

Στη δεύτερη ενότητα, με τίτλο Κόστος διαμεσολάβησης και δικαστικής μεσολάβησης, η ΕνΔΕ υποστηρίζει ότι η δικαστική μεσολάβηση, επειδή υπηρετείται από δικαστικό λειτουργό και όχι από πρόσωπο που αμείβεται ειδικά για αυτή την υπηρεσία, πρέπει να είναι σαφώς πιο προσιτή οικονομικά για τους πολίτες. Επικαλείται μάλιστα και τη νομολογία του ΔΕΕ για τη διαμεσολάβηση, σύμφωνα με την οποία το κόστος, όταν πρόκειται για υποχρεωτικό προστάδιο απονομής δικαιοσύνης, πρέπει να είναι μηδενικό ή τουλάχιστον όχι σημαντικό.

Με βάση αυτή τη θέση, η Ένωση αντιδρά στην προκαταβολή παραβόλου 150 ευρώ που προβλέπει το άρθρο 161 παρ. 4, καθώς και στην πρόβλεψη για αυξημένο παράβολο παράστασης δικηγόρου, ίσο με το διπλάσιο του αντίστοιχου γραμματίου δικαστικής παράστασης, ώστε να διεξαχθεί η εισαγωγική συνεδρία δικαστικής μεσολάβησης. Υποστηρίζει ότι το κόστος αυτό απέχει ακόμη και από το σημερινό κόστος της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, το οποίο, όπως αναφέρει, φτάνει στα 40 ευρώ για την αμοιβή των δικηγόρων και, όταν η διαδικασία έχει επιτυχή έκβαση και συντάσσεται πρακτικό, σε παράβολο 50 ευρώ.

Την ίδια ώρα, σημειώνει ότι η προσπάθεια εξίσωσης του κόστους πρόσβασης στους δύο θεσμούς εισάγει όρους εσωτερικού ανταγωνισμού που δεν συνάδουν με τη στόχευση της δικαστικής μεσολάβησης, η οποία πρέπει να λειτουργεί ως ασφαλής και χαμηλού κόστους διέξοδος. Οδηγεί, όπως λέει, σε ακύρωση των οικονομικών της πλεονεκτημάτων για τον πολίτη.

Η ΕνΔΕ αναγνωρίζει ότι χρειάζονται κίνητρα για τους δικηγόρους ώστε οι θεσμοί να γίνουν πιο ελκυστικοί, όμως θεωρεί ότι ο διπλασιασμός της αμοιβής πρέπει να συνδέεται με την επιτυχή έκβαση της διαδικασίας και όχι απλώς με τη συμμετοχή. Παράλληλα, κρίνει ότι η καταβολή παραβόλου δεν είναι αναγκαία, αφού δεν υπάρχει σαφής ανταποδοτική σύνδεση του ποσού με την ενίσχυση των υποδομών του θεσμού.

Όλα αυτά, σύμφωνα με την Ένωση, γίνονται ακόμη πιο κρίσιμα λόγω της πρόβλεψης για υποχρεωτική προσφυγή σε εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης, με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής.

Αν το κόστος της δικαστικής μεσολάβησης παραμείνει χαμηλό, προσθέτει, θα μπορέσουν να αρθούν και οι περιορισμοί στο ύψος του ποσού των διαφορών που υπάγονται στην υποχρεωτική εισαγωγική συνεδρία, ώστε να περιλαμβάνονται και υποθέσεις κάτω των 10.000 ευρώ, οι οποίες στην παρούσα εκδοχή του νομοσχεδίου δεν μπορούν να ενταχθούν λόγω του υψηλού κόστους.

Για τον λόγο αυτό ζητά την απαλοιφή της παραγράφου 4 του άρθρου 161 για την υποχρέωση προκαταβολής παραβόλου 150 ευρώ και την αλλαγή του άρθρου 173 παρ. 2, ώστε το γραμμάτιο να συνδέεται με την επιτυχή έκβαση της δικαστικής μεσολάβησης. Προτείνει μάλιστα νέο κείμενο για το άρθρο 173 παρ. 2, με δύο αυτοτελή γραμμάτια προκαταβολής εισφορών: ένα για την εισαγωγική συνεδρία δικαστικής μεσολάβησης και ένα δεύτερο, ίσης αξίας, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης, καθώς και αντίστοιχη ρύθμιση για την εκούσια διαδικασία δικαστικής μεσολάβησης.

Στην τρίτη ενότητα, με τίτλο Εξαίρεση για τις εργατικές διαφορές, η ΕνΔΕ αναφέρεται στο άρθρο 19 β΄ του Σχεδίου Νόμου, το οποίο εξαιρεί μόνο ορισμένες ειδικές κατηγορίες διαφορών, όπως αυτές μεταξύ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και ασφαλισμένων και τις διαφορές από πιστωτικούς τίτλους. Η Ένωση σημειώνει ότι η αιτιολογία της εξαίρεσης των πιστωτικών τίτλων δεν είναι κατανοητή, καθώς δεν σχετίζεται με περιορισμό της εξουσίας διάθεσης των μερών.

Αντίθετα, θεωρεί αδικαιολόγητο να περιλαμβάνονται και οι εργατικές διαφορές στο υποχρεωτικό στάδιο της εισαγωγικής συνεδρίας διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης, μάλιστα χωρίς το όριο των 10.000 ευρώ. Όπως εξηγεί, στις εργατικές διαφορές υπάρχουν ήδη θεσμοθετημένοι μηχανισμοί που προστατεύουν τον εργαζόμενο και περιορίζουν το δικαίωμα διάθεσης των αξιώσεών του, ενώ και η ίδια η εργατική διαδικασία προβλέπει ρυθμίσεις που μειώνουν το κόστος πρόσβασης στη δικαιοσύνη υπέρ των εργαζομένων. Η επιβολή υποχρεωτικού προσταδίου υψηλού κόστους, κατά την ΕνΔΕ, ακυρώνει αυτές τις ρυθμίσεις και δημιουργεί δυσανάλογα εμπόδια στις αξιώσεις των εργαζομένων.

Στο πλαίσιο αυτό, προτείνει να εξαιρεθούν ρητά οι εργατικές διαφορές και να διαμορφωθεί αναλόγως το άρθρο 19β΄.

Στην τελευταία ενότητα, με τίτλο Μη αναγκαίος ο συμβολαιογραφικός τύπος, η ΕνΔΕ τοποθετείται για το άρθρο 170 του Σχεδίου Νόμου, που ρυθμίζει την ισχύ και την εκτελεστότητα του πρακτικού δικαστικής μεσολάβησης. Στην παράγραφο 4 προβλέπεται ότι, αν η συμφωνία περιέχει δικαιοπραξίες που από τον νόμο υπόκεινται σε συμβολαιογραφικό τύπο, τότε πρέπει να περιβληθούν και αυτές με τον ίδιο τύπο.

Η Ένωση θεωρεί ότι μια τέτοια απαίτηση δεν είναι αναγκαία, ιδίως επειδή αυξάνει το κόστος για τα μέρη. Υποστηρίζει ότι η παρουσία δικαστικού λειτουργού κατά την επικύρωση του πρακτικού είναι επαρκής εγγύηση, αφού η Πολιτεία αναθέτει ήδη στους δικαστές να επιλύουν και διαφορές στις οποίες δεν υπάρχει καμία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Γι’ αυτό, κατά την ΕνΔΕ, είναι αντιφατικό να απαιτούνται περισσότερες διατυπώσεις και επιπλέον τυπικότητα για την επικύρωση μιας συμφωνίας που τα μέρη επέλεξαν να καταλήξουν από κοινού.

Με βάση αυτά, ζητά να απαλειφθεί στο σύνολό της η διάταξη του άρθρου 170 παρ. 4.

Loading

Play