Η πυρκαγιά στην Πεντέλη το 2024 άφησε πίσω της ένα βαθύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα, αλλά και σοβαρές ζημιές σε κατοικίες και υποδομές. Από την επόμενη κιόλας ημέρα, πολυμελής διεπιστημονική ομάδα του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με τη συμμετοχή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ξεκίνησε αναλυτική μελέτη για τις επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και την πορεία ανάκαμψης των οικοσυστημάτων.
Τα πρώτα συμπεράσματα δείχνουν αλλαγές στη βιοποικιλότητα και στη συνολική οικολογική εικόνα της περιοχής μετά τη φωτιά. Οι ερευνητές τόνισαν ότι καθοριστικό ρόλο παίζουν τα επαναλαμβανόμενα πυρικά επεισόδια που έχουν πλήξει την Πεντέλη, επηρεάζοντας την αποκατάσταση και τη μελλοντική εξέλιξη του οικοσυστήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χαλέπιος πεύκη, που χρειάζεται αρκετά χρόνια για να φτάσει σε αναπαραγωγική ωριμότητα και ακόμη περισσότερο χρόνο ώστε να δημιουργηθεί επαρκές αναπαραγωγικό υλικό σε επίπεδο πληθυσμού.
Για δύο συνεχόμενα χρόνια, οι επιστήμονες και οι ερευνητές του ΕΚΠΑ πραγματοποιούσαν συστηματικές επισκέψεις στο πεδίο, εξετάζοντας σε βάθος το αποτύπωμα της μεγάλης φωτιάς.
Όπως ανέφερε στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο καθηγητής Ζωικής Ποικιλότητας του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Παναγιώτης Παφίλης, παρά τα επαναλαμβανόμενα πυρικά επεισόδια εξακολουθεί να υπάρχει ικανή βιοποικιλότητα. Στη διάρκεια της συστηματικής έρευνας και καταγραφής, η διεπιστημονική ομάδα εντόπισε συνολικά 506 είδη φυτών και ζώων. Από αυτά, τα 253 ήταν φυτικά είδη, ενώ στα ζωικά περιλαμβάνονται 178 είδη ασπόνδυλων, 42 είδη πτηνών, 19 είδη ερπετών, 10 είδη θηλαστικών και 4 είδη αμφίβιων.
«Πρόκειται για έναν πολύ υψηλό αριθμό όχι μετά από μία φωτιά αλλά μετά από αλλεπάλληλα επεισόδια πυρκαγιάς. Η φύση όσο μπορεί παραμένει. Είναι η λεγόμενη ανθεκτικότητα των μεσογειακών οικοσυστημάτων», είπε ο κ. Παφίλης, προσθέτοντας πως το ζητούμενο είναι «εμείς πώς μπορούμε να την βοηθήσουμε να ορθοποδήσει».
Ωστόσο, όπως εξήγησε ο κ. Παφίλης, ορισμένα είδη που ήταν γνωστό ότι υπήρχαν στην Πεντέλη δεν εντοπίστηκαν. Πρόκειται για το αηδόνι, το ψευταηδόνι που συναντούσαν σε ρεματιές κοντά στην Ραπεντώσα, και τον αιγαιοτσιροβάκο, ένα εξαιρετικά σπάνιο είδος που έβρισκαν κοντά στη ρεματιά στα Μελίσσια, καθώς και για διάφορα δασόβια είδη κολεοπτέρων. «Δεν τα έχουμε ξαναβρεί γιατί δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, κάηκαν τα δάση άρα δεν έχουμε δασόβια έντομα, οι ρεματιές στη Ραπεντώσα κάηκαν ομοίως άρα δεν μπορεί να φωλιάσει το αηδόνι», ανέφερε. Την ίδια στιγμή, λόγω της εντατικής προσπάθειας που κατέβαλαν, εντόπισαν και κατέγραψαν είδη που δεν είχαν ξαναπεριγραφεί ούτε στην Πεντέλη ούτε σε όλο τον ελλαδικό χώρο, όπως η παρασιτική σφήκα που, όπως σημείωσε, «περιγράφηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ακριβώς επειδή ψάξαμε τόσο επισταμένα ένα συγκεκριμένο μέρος». Παράλληλα, όπως επισήμανε, μεγαλόσωμα είδη όπως αγριογούρουνα και τσακάλια «έχουν αρχίσει και εποικίζουν στην καμένη περιοχή».
«Δεν πρέπει να κοιτάζουμε μονάχα τι έλειψε ή τι θα επιστρέψει αλλά τι καινούριο θα γεννηθεί απ’ αυτή την ιστορία. Ποια θα είναι η καινούρια Πεντέλη που θα βγει απ’ αυτή την ιστορία», σημείωσε κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων ο κ. Παφίλης.
Τι είδους εκτάσεις επλήγησαν
Στο πρώτο στάδιο της έρευνας, η διεπιστημονική ομάδα επικεντρώθηκε στη δορυφορική αποτύπωση των καμένων εκτάσεων.
Όπως προέκυψε, το μεγαλύτερο ποσοστό των εκτάσεων που επλήγησαν από την πυρκαγιά του 2024 καλυπτόταν από θαμνώδη βλάστηση και συγκεκριμένα κατά 65,3%, ενώ τα δάση ήταν μόλις 0,4%. Αυτό, όπως επισήμανε ο καθηγητής Τηλεανίχνευσης και Μορφοτεκτονικής του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Εμμανουήλ Βασιλάκης, συνέβη επειδή το δάσος δεν είχε προλάβει να αναγεννηθεί από την προηγούμενη μεγάλη πυρκαγιά, με αποτέλεσμα ένα πολύ μικρό ποσοστό να είναι δασικές εκτάσεις. Προσέθεσε ακόμη ότι μεγάλο ήταν και το ποσοστό των γεωργικών εκτάσεων που επλήγησαν, όπως και των ανοιχτών χώρων.
«Ό,τι ήταν θάμνος και μπορούσε να εξελιχθεί σε δάσος, καταστράφηκε», τόνισε ο κ. Βασιλάκης.
Τα ευρήματα από τη δορυφορική αποτύπωση της πυρκαγιάς και τη σύγκρισή της με το ιστορικό των προηγούμενων πυρκαγιών κρίθηκαν ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς, όπως ανέφεραν οι ερευνητές, δείχνουν ότι μεγάλα τμήματα της περιοχής που κάηκαν το 2024 είχαν πληγεί και από παλαιότερα πυρικά επεισόδια. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τη συχνότητα και την επαναληψιμότητα των πυρκαγιών ως έναν από τους κρισιμότερους παράγοντες που καθορίζουν τη μελλοντική πορεία του οικοσυστήματος.
Αναφορικά με την πραγματική έκταση που κάηκε, αυτή, όπως υπογράμμισε ο κ. Βασιλάκης μετά τη δορυφορική αποτύπωση, ανέρχεται στα 91,33 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Ειδικότερα, η ενιαία συμπαγής έκταση ήταν 78,5 τ.χλμ., ενώ ακόμη 12,83 τ.χλμ. ήταν περιφερειακά της συμπαγούς ζώνης, διάσπαρτα γύρω από την κατεξοχήν καμένη περιοχή. «Είναι σημαντικό ότι οι άκαυτες νησίδες έχουν μία πάρα πολύ σημαντική έκταση που απλώνεται βέβαια μέσα στην καμένη περιοχή και καλύπτει μία έκταση συνολικά γύρω στα 6.74 τ.χλμ», σημείωσε, δίνοντας έμφαση στη σημασία τους, αφού μπορούν να λειτουργήσουν ως κέντρα αναγέννησης της περιοχής.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα ευρήματα γύρω από το γεωλογικό υπόβαθρο της πυρόπληκτης περιοχής. Όπως εξήγησε ο κ. Βασιλάκης, περίπου το 50% των πετρωμάτων της περιοχής είναι σκληρά πετρώματα, κυρίως μάρμαρα και ασβεστόλιθοι, τα οποία δεν ευνοούν εύκολα τον σχηματισμό επαρκούς εδαφικού μανδύα «για να μπορέσουν να ριζώσουν τα δέντρα».
Αντίθετα, στις περιοχές όπου καταγράφονται μαλακότερα πετρώματα, η διατήρηση του εδάφους αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς μπορούν να δημιουργηθούν πιο ευνοϊκές συνθήκες για τη φυσική αναγέννηση.
Από την πλευρά της, η ομότιμη καθηγήτρια Οικολογίας του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαργαρίτα Αριανούτσου, στάθηκε στην «αρνητική πρωτιά που έχει η Αττική να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό πυρκαγιών στην Ελλάδα». Στη διάρκεια των δύο ετών καταγράφηκε σημαντικός αριθμός φυτικών ειδών και στις οκτώ δειγματοληπτικές θέσεις που εξετάστηκαν, όμως η πυκνότητα της χαλεπίου πεύκης ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Όπως εξήγησε η κα Αριανούτσου, η χαλέπιος πεύκη χρειάζεται από έξι έως οκτώ χρόνια για να περάσει από τη νεανική φάση στη φάση της αναπαραγωγής, ενώ σε επίπεδο πληθυσμού απαιτούνται τουλάχιστον 16 έως 20 χρόνια ώστε να υπάρχει επαρκές αναπαραγωγικό υλικό. Αν μια νέα πυρκαγιά εκδηλωθεί πριν ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος, όπως τόνισε, το αναγεννητικό απόθεμα δεν προλαβαίνει να ανανεωθεί και οι πιθανότητες να μην υπάρξει φυσική αναγέννηση αυξάνονται σημαντικά.
«Επιλέχθηκαν 8 δειγματοληπτικές θέσεις με διαφορετικό ιστορικό πυρκαγιάς οι οποίες πριν από το παλαιότερο περιστατικό καλύπτονταν από δάση Pinus halepensis (χαλέπιος πεύκη). Ο αριθμός των ειδών σε όλες τις θέσεις ήταν μεγαλύτερος τη δεύτερη χρονιά κι αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι η πρώτη χρονιά ήταν ιδιαίτερα ξηρή. Η πυκνότητα της χαλεπίου πεύκης σε όλες τις θέσεις που καταγράψαμε ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Όλα τα είδη, είτε είναι ζωικά ή φυτικά έχουν συγκεκριμένο κύκλο ζωής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτά τα είδη εξελικτικά όταν έχουν εκτεθεί σε μία διαταραχή έχουν αναπτύξει μηχανισμούς άμυνας. Στην περίπτωση της χαλεπίου πεύκης, ένα δέντρο που έχει μία διάρκεια ζωής κάποιων ετών, περνάει από την νεανική φάση στην φάση της αναπαραγωγής στο 6ο με 8ο έτος. Σε επίπεδο πληθυσμού όμως απαιτούνται τουλάχιστον 16 έως 20 χρόνια ώστε να υπάρξει ικανό αναπαραγωγικό υλικό.
Όλα τα είδη απαιτούν ένα χρονικό διάστημα για να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους είτε στο ριζικό τους σύστημα είτε στα σπέρματά τους, δηλαδή να ανανεώσουν το αναγεννητικό τους απόθεμα. Εάν συμβεί ένα δεύτερο περιστατικό πριν να καλυφθεί αυτός ο χρόνος τότε οι πιθανότητες να μην υπάρξει φυσική αναγέννηση είναι μεγάλες», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι όταν δύο διαδοχικές πυρκαγιές πλήττουν την ίδια περιοχή, αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος να μην επέλθει η φυσική αναγέννηση της πεύκης».
Αυτό που αποδεικνύεται, όπως τόνισε, είναι ότι το ιστορικό των πυρκαγιών αποτελεί τον κρισιμότερο παράγοντα για την αναγέννηση του δασικού συστήματος.
Τα ευρήματα για την χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής
Η διεπιστημονική ομάδα μετέβη σε 22 διαφορετικά σημεία για να συλλέξει στοιχεία για την χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής. «Βρήκαμε φυτά όπως το κυκλάμινο», είπε ο κ. Παφίλης. Ωστόσο, εντόπισαν και είδη όπως η ψευδοακακία, που είναι ξενικά είδη «που δεν έχουν καμία θέση στα δικά μας μεσογειακά οικοσυστήματα». Παράλληλα καταγράφηκαν χαρακτηριστικά είδη της Πεντέλης όπως η Silene Pentelica, ένα μικρό φυτό που συναντά κανείς επίσης στη Στερεά Ελλάδα, στην Άνδρο, στην Εύβοια και στο Ανατολικό Αιγαίο, με πρώτη περιγραφή το 1849 στο βουνό της Πεντέλης. «Επιπλέον συναντήσαμε ένα πολύ ιδιαίτερο είδος, την κενταύρια της Αττικής (Centaurea attica) το υποείδος pentelica της Πεντέλης, ενδημικό είδος που υπάρχει μόνο στην Πεντέλη και στην Πάρνηθα. Παρά τις φωτιές επιμένει και ανθίζει», συμπλήρωσε.
Όσον αφορά τα αμφίβια και τα ερπετά της περιοχής, όπως σημείωσε ο κ. Παφίλης, η εικόνα που αντίκρισαν τις πρώτες μέρες «ήταν αυτή μιας βιβλικής καταστροφής». Παρ’ όλα αυτά, βρέθηκαν αρκετά είδη ερπετών, φιδιών και σαυρών, όπως ο λαφιάτης και το σπιτόφιδο, είδη βάσει των οποίων, όπως συμπλήρωσε, χαράζονται οι περιοχές Natura.
Στα πτηνά, αυτό που καταγράφηκε στις περισσότερες περιοχές, σε 19 από τις 25, ήταν η καρακάξα. Σχετικά με τα θηλαστικά, ο κ. Παφίλης ανέφερε ότι οι ερευνητές τοποθέτησαν ειδικές κάμερες που ενεργοποιούνται με την κίνηση. «Καταγράφηκαν πολλές αλεπούδες, πετροκούναβος, ασβός, πολλά αγριογούρουνα, τσακάλια, λύκοι και κουταβάκια λύκων καθώς κι ένας λαγός», υπογράμμισε.
Η επόμενη μέρα και ο σχεδιασμός για την ενίσχυση της ανασύστασης του δασικού συστήματος
Για την κα Αριανούτσου, στις περιπτώσεις πυρκαγιών μεγάλης έκτασης χρειάζεται «μία πολύ γρήγορη πρόβλεψη των ευάλωτων περιοχών», με βάση την τοπογραφία, το έδαφος, τον τύπο της βλάστησης, τις σημαντικές περιοχές, τη σημασία των σημείων που κάηκαν και το ιστορικό των πυρκαγιών. «Αξιοποιούμε τη δορυφορική τεχνολογία κάνοντας πολύ γρήγορα εκτίμηση της σφοδρότητας της καύσης. Η σφοδρότητα ή δριμύτητα είναι αρκετά σημαντική για να δούμε και να αξιολογήσουμε την πιθανότητα και τη δυνατότητα αναγέννησης κάποιων ειδών και στη συνέχεια να προχωρήσουμε στην αποτίμηση των επιπτώσεων χωρίς να ξεχάσουμε τη δουλειά στο πεδίο. Έτσι θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε και να προτείνουμε δράσεις άμεσης παρέμβασης, ενδεχομένως την κατασκευή κάποιων κορμοδεμάτων, κλαδοπλεγμάτων για την αποφυγή της εδαφικής διάβρωσης και της μείωσης του κινδύνου των πλημμυρών, τη μείωση του κινδύνου να έχουμε καταστροφή σε οικισμούς εκεί που έχουμε τη μείξη ζωνών, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κρίσιμο στοιχείο η παρακολούθηση του τι συμβαίνει δίνοντας πάντα προτεραιότητα στη φυσική αναγέννηση. Η φύση ξέρει και μπορεί και προσπαθεί», σημείωσε η κα Αριανούτσου. Όπως τόνισε, τα μέτρα για την ενίσχυση της ανασύστασης του δασικού συστήματος, «γιατί πλέον μιλάμε για έναν θαμνώνα», πρέπει να είναι πολύ καλά σχεδιασμένα, να αποφευχθούν φυτεύσεις από ξενικά είδη αλλά και είδη που δεν έχουν καμία σχέση με το κλίμα της περιοχής και την ιστορία της, όπως τα πλατύφυλλα, βραδύκαυστα», σημείωσε, εφιστώντας την προσοχή, καθώς κάτι τέτοιο, όπως είπε, θα αλλοιώσει την ιστορία της Πεντέλης.
Η μελέτη αποτέλεσε πρωτοβουλία του πρύτανη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Γεράσιμου Σιάσου, με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Παναγιώτη Παφίλη, και χρηματοδοτήθηκε από το ΕΛΚΕ ΕΚΠΑ. «Η έρευνα αυτή έχει ιδιαίτερη αξία. Μελετά ένα ευρύ φάσμα της βιοποικιλότητας, από τη χλωρίδα και τα έντομα μέχρι τα αμφίβια, τα ερπετά, τα πτηνά και τα θηλαστικά. Παράλληλα, εξετάζει τη σημασία των άκαυτων νησίδων και αξιοποιεί σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους για την παρακολούθηση των μεταβολών στο φυσικό περιβάλλον. Σε αυτή την προσπάθεια η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση είναι καθοριστική», επισήμανε ο κ. Σιάσος, ευχαριστώντας όλα τα μέλη της ερευνητικής ομάδας που εργάστηκαν συστηματικά και συνεχίζουν να εργάζονται για την υλοποίηση της προσπάθειας. «Ιδιαίτερα ευχαριστώ τους διακεκριμένους καθηγητές κ. Παναγιώτη Παφίλη, κ. Εμμανουήλ Βασιλάκη και την ομότιμη καθηγήτρια κα Μαργαρίτα Αριανούτσου, που παρουσίασαν διαφορετικές πτυχές και τα αποτελέσματα του έργου, καθώς και τους διακεκριμένους καθηγητές του Πανεπιστημίου μας, κ. Άρη Παρμακέλη, κ. Κώστα Τριάντη και κ. Φάνη Κωνσταντινίδη για τη σημαντική συμβολή τους στο έργο». «Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών θα συνεχίσει να στηρίζει αυτή την προσπάθεια και να υπηρετεί τον ρόλο του ως ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο ανοιχτό στην κοινωνία», κατέληξε.
Σημειώνεται ότι το ερευνητικό έργο «Καταγραφή των επιπτώσεων της πυρκαγιάς στη Βιοποικιλότητα της Πεντέλης– Παρακολούθηση των επιπτώσεων της ανάκαμψης και των οικοσυστημάτων» παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση με τη συμμετοχή των δημάρχων Πεντέλης Νατάσσας Κοσμοπούλου, Διονύσου Κατερίνας Μαιχόσογλου, Κηφισιάς Βασίλη Ξυπολυτά, Μαραθώνα Στέργιου Τσίρκα, Παλλήνης Χρήστου Αηδόνη και της εκπροσώπου ΟΦΥΠΕΚΑ, προϊσταμένης Προστατευόμενων Περιοχών Αττικής, Ελένης Κατσιρώδη.
![]()
