Ο Σύλλογος Ελλήνων Συγκοινωνιολόγων έχει καταθέσει τεκμηριωμένες προτάσεις για τη βελτίωση των μετακινήσεων, που καλύπτουν άμεσα μέτρα εφαρμογής, μεσοπρόθεσμες παρεμβάσεις και μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό. Τα μέτρα είναι γνωστά και σε μεγάλο βαθμό θεσμοθετημένα, αλλά η εφαρμογή τους παραμένει διαχρονικά ζητούμενο. Η πρόσφατη πρωτοβουλία για διυπουργική συνεργασία στο πρόβλημα των μετακινήσεων στην Αττική είναι ένα σημαντικό βήμα και αποτελεί αναγνώριση ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά.
Η κυκλοφοριακή συμφόρηση στην Αττική αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα και πλέον επίμονα προβλήματα της καθημερινότητας, με άμεσες επιπτώσεις τόσο στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών όσο και στην οικονομία της χώρας. Πίσω από τις μεγάλες καθυστερήσεις στο οδικό δίκτυο, κρύβεται η αποεπένδυση στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, στα περιφερειακά οδικά δίκτυα και η έλλειψη μέτρων περιορισμού της κυκλοφορίας του ΙΧ και μέτρων αύξησης της βιώσιμης κινητικότητας.
Πολλά μέτρα και πολιτικές για τη βελτίωση των μετακινήσεων είναι ήδη γνωστά και σε πολλές περιπτώσεις θεσμοθετημένα. Εκείνο που απουσιάζει διαχρονικά είναι η συνέπεια, η συνέχεια και η πολιτική απόφαση να εφαρμοστούν χωρίς εξαιρέσεις. Το αποτέλεσμα είναι το ήδη ανεπαρκές σύστημα μετακινήσεων να λειτουργεί σημαντικά πολύ κάτω από τις πραγματικές του δυνατότητες.
Η καθημερινή εικόνα στους δρόμους της πρωτεύουσας αποτυπώνει με σαφήνεια το πρόβλημα: ωράρια τροφοδοσίας που αγνοούνται, εκτεταμένη παράνομη στάθμευση και διπλοπαρκαρίσματα σε κομβικά σημεία, λεωφορειολωρίδες που μετατρέπονται σε ζώνες στάθμευσης, παράνομη χρήση της Λωρίδας Έκτακτης Ανάγκης, απόσπαση προσοχής από την χρήση κινητού στους φωτεινούς σηματοδότες, εκτεταμένη εισιτηριοδιαφυγή στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, καθώς και οχήματα που κυκλοφορούν χωρίς πινακίδες, χωρίς ασφάλιση, χωρίς τέλη κυκλοφορίας ή χωρίς έγκυρο έλεγχο ΚΤΕΟ.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για την κυρίαρχη αντίληψή μας ως κοινωνία είναι το γεγονός ότι η προτεραιότητα του πεζού στις διαβάσεις παραμένει περισσότερο θεωρητική παρά ουσιαστική. Οι πολιτικές για καθαρό περιβάλλον στις πόλεις, για την προστασία των ευάλωτων χρηστών (π.χ. ΑΜΕΑ) και των οικονομικά ασθενέστερων μετακινούμενων συχνά εξαντλούνται σε διακηρύξεις, χωρίς να συνοδεύονται από συστηματική εφαρμογή στην πράξη.
Σημαντικό μέρος του προβλήματος αφορά και στον τρόπο υλοποίησης έργων και παρεμβάσεων στο οδικό δίκτυο. Σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται έλλειμμα ουσιαστικού ελέγχου ως προς την τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών, της ποιότητας των κατασκευών και των χρονοδιαγραμμάτων. Δεν πρόκειται μόνο για έλλειψη χρηματοδότησης ή για λανθασμένη προτεραιοποίηση έργων, καθώς η γραφειοκρατία και τα νομικά προσκόμματα που καθυστερούν την υλοποίηση συμβάσεων αποτελούν διαχρονική πληγή, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη.
Όλα τα παραπάνω συνιστούν ρυθμίσεις και νόμους που ισχύουν αλλά δεν τηρούνται, υπονομεύοντας την αξιοπιστία του κράτους και του πλαισίου σχεδιασμού και τεκμηρίωσης των πολιτικών μεταφορών. Στην πράξη, φαίνεται ότι έχει διαμορφωθεί μια γενικευμένη κοινωνική ανοχή στην αλόγιστη χρήση του Ι.Χ., με την προσδοκία ότι έτσι διευκολύνεται η καθημερινή εξυπηρέτηση. Όταν οι πολιτικές έχουν στόχο, διάρκεια και αποτέλεσμα, το αρχικό πολιτικό κόστος μετατρέπεται σε πολιτικό όφελος.
Το ερώτημα είναι αν οι συνθήκες έχουν πλέον ωριμάσει ώστε μια αντίστοιχη προσέγγιση να εφαρμοστεί στο κυκλοφοριακό πρόβλημα των ελληνικών πόλεων. Υπάρχει λοιπόν, η συλλογική βούληση να αλλάξουμε πορεία ή βολευόμαστε σε ένα πλαίσιο που θεωρούμε ότι μας εξυπηρετεί, αποδεχόμενοι πρακτικές οι οποίες τελικά υπονομεύουν την ποιότητα της ζωής μας;
![]()
