Με νέα μεθοδολογία του CLIMPACT, 11 ελληνικές ερευνητικές ομάδες χαρτογράφησαν τους κλιματικούς κινδύνους που απειλούν τις ελληνικές υποδομές και τα μέτρα που μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους. Στο επίκεντρο βρέθηκαν δώδεκα εφαρμογές σε διαφορετικά έργα υποδομής, με συντονισμό και επιστημονική ευθύνη του ΕΜΠ.
Οι επιστήμονες ανέπτυξαν μια πρωτότυπη προσέγγιση για την εκτίμηση της τρωτότητας, της κλιματικής διακινδύνευσης και την επιλογή κατάλληλων μέτρων προσαρμογής. Η μελέτη ανέδειξε ως συχνότερους σημαντικούς κινδύνους την αύξηση της θερμοκρασίας και τους καύσωνες, ενώ ακολουθούν οι ακραίες βροχοπτώσεις και οι πλημμύρες.
Η μεθοδολογία εφαρμόστηκε μεταξύ άλλων σε έργα διαχείρισης λυμάτων στη Λάρισα, στη δεξαμενή και το αρδευτικό δίκτυο Κουντούρας στον Δήμο Καντάνου – Σελίνου στα Χανιά, στο φράγμα και τον ταμιευτήρα Αλμωπαίου, στο σύστημα ύδρευσης της Σύρου, σε μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα στο Σούνιο, στον τεχνικό υγρότοπο Νέας Μαδύτου, στο Ασκληπιείο Βούλας, καθώς και σε λιμενικές και οδικές υποδομές, μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς και ενεργειακά δίκτυα.
Όπως εξήγησε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο επιστημονικός υπεύθυνος του Climpact στο ΕΜΠ, ομότιμος Καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, επισκέπτης καθηγητής του Πολυτεχνείου Μονάχου και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Τμήματος της Διεθνούς Ένωσης για την Υδροπεριβαλλοντική Μηχανική και την Έρευνα (International Association for Hydro-Environment Engineering and Research – IAHR), Αναστάσιος Ι. Στάμου, ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα είναι ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι και οι επιπτώσεις τους δεν λειτουργούν απομονωμένα. Γι’ αυτό, όπως είπε, ούτε η προσαρμογή μπορεί να σχεδιάζεται αποσπασματικά, ενώ τόνισε ότι οι υποδομές πρέπει να εξετάζονται ως συστήματα και όχι ως μεμονωμένα τεχνικά έργα.
Η έρευνα επιχείρησε να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορούν οι υποδομές που σχεδιάστηκαν με βάση τις κλιματικές συνθήκες του παρελθόντος να παραμείνουν ασφαλείς και λειτουργικές σε ένα περιβάλλον όπου οι καύσωνες, οι ακραίες βροχοπτώσεις, οι πλημμύρες και η ξηρασία αναμένεται να εντείνουν τις πιέσεις.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι πολλές κρίσιμες υποδομές έχουν σχεδιαστεί με βάση παρωχημένα δεδομένα, όπως είναι κυρίως οι κλιματικές συνθήκες του παρελθόντος, ενώ θα συνεχίσουν να λειτουργούν για πολλές δεκαετίες σε ένα κλίμα που μεταβάλλεται. Οι κλιματικοί κίνδυνοι, όπως η αύξηση της θερμοκρασίας, οι καύσωνες, η ξηρασία, οι ακραίες βροχοπτώσεις, οι πλημμύρες, οι ισχυροί άνεμοι και οι παράκτιοι κίνδυνοι μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια, τη λειτουργία και την αξιοπιστία των κρίσιμων υποδομών, αλλά και τις υπηρεσίες που αυτές παρέχουν, υπογράμμισε ο κ. Στάμου. Όπως ανέφερε, χρειαζόταν ένα ενιαίο εργαλείο που να απαντά σε συγκεκριμένα ερωτήματα: ποιοι κλιματικοί κίνδυνοι είναι σημαντικοί για ένα συγκεκριμένο έργο, ποιες συνιστώσες και λειτουργίες του επηρεάζονται, πόσο τρωτό είναι, ποιο είναι το επίπεδο της κλιματικής διακινδύνευσης και ποια μέτρα προσαρμογής πρέπει να ληφθούν.
Στη Δράση 3.1 αναπτύξαμε μια ενιαία μεθοδολογία πέντε βημάτων για την εκτίμηση της τρωτότητας και της κλιματικής διακινδύνευσης των έργων υποδομής, δηλαδή μια μεθοδολογία Climate Risk and Vulnerability Assessment (CRVA) που περιλαμβάνει και την αναγνώριση, αξιολόγηση και προτεραιοποίηση μέτρων προσαρμογής. Η ίδια βασική δομή μπορεί να εφαρμοστεί σε πολύ διαφορετικά έργα, όπως ένα φράγμα, ένα έργο ύδρευσης, ένα νοσοκομείο ή ένα λιμενικό έργο, προσαρμοζόμενη κάθε φορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τις λειτουργίες και τους κλιματικούς κινδύνους του κάθε έργου. Η λογική της είναι να εξετάζει κάθε υποδομή ως σύστημα επιμέρους συνιστωσών και λειτουργιών και να προσδιορίζει, για καθεμία από αυτές, ποιοι κλιματικοί κίνδυνοι είναι σημαντικοί, πόσο ευάλωτη είναι και ποια είναι η αντίστοιχη διακινδύνευση.
Η μεθοδολογία που αναπτύχθηκε περιλαμβάνει πέντε διαδοχικά βήματα, από την αναγνώριση των κλιματικών κινδύνων και την αξιολόγηση της τρωτότητας κάθε έργου έως την εκτίμηση της διακινδύνευσης και την ιεράρχηση των αναγκαίων μέτρων προσαρμογής. Στόχος είναι η επιστημονική γνώση να μετατρέπεται σε συγκεκριμένες αποφάσεις για την προστασία των υποδομών και τη διασφάλιση της λειτουργίας τους σε βάθος χρόνου.
Οι δώδεκα εφαρμογές έδειξαν ότι ο κλιματικός κίνδυνος που εμφανίζεται συχνότερα ως ιδιαίτερα σημαντικός είναι η αύξηση της θερμοκρασίας και οι καύσωνες. Σε αρκετές περιπτώσεις η σχετική διακινδύνευση είναι υψηλή ή και πολύ υψηλή, ενώ ακολουθούν οι ακραίες βροχοπτώσεις και οι πλημμύρες και, σε ορισμένα έργα, η μείωση της βροχόπτωσης, η ξηρότητα και η ξηρασία. Σε κάποιες εφαρμογές σημαντικοί αποδείχθηκαν επίσης οι παράκτιοι κίνδυνοι, οι δασικές πυρκαγιές, οι ισχυροί άνεμοι, οι κατολισθήσεις, η διάβρωση του εδάφους και οι κεραυνοί.
Παράλληλα, ένα ακόμη εύρημα είναι ότι ο ίδιος κλιματικός κίνδυνος μπορεί να έχει πολύ διαφορετικές συνέπειες στα διαφορετικά έργα. Στο Ασκληπιείο Βούλας, για παράδειγμα, οι υψηλές θερμοκρασίες επηρεάζουν την ασφάλεια των ασθενών, τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού, την ψύξη, την ηλεκτροδότηση και τη συνέχεια της λειτουργίας, ενώ στο έργο ύδρευσης της Ερμούπολης στη Σύρο επηρεάζουν τη ζήτηση νερού, την ενεργειακή κατανάλωση και τη λειτουργία της αφαλάτωσης. Οι εφαρμογές έδειξαν επίσης ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι μπορεί να λειτουργούν συνδυαστικά.
Σε αρκετές από τις δώδεκα εφαρμογές διαπιστώθηκε ότι η κλιματική διακινδύνευση αυξάνεται στις μελλοντικές κλιματικές συνθήκες, ιδιαίτερα προς το τέλος του αιώνα και στα δυσμενέστερα σενάρια. Για παράδειγμα, σε μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα στο Σούνιο, η διακινδύνευση από τους καύσωνες, τις δασικές πυρκαγιές και τους παράκτιους κινδύνους φτάνει σε πολύ υψηλά επίπεδα προς το τέλος του αιώνα.
Η περίπτωση του έργου ύδρευσης της Ερμούπολης στη Σύρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο καύσωνας και η ξηρασία συμπίπτουν με την περίοδο αυξημένης τουριστικής ζήτησης, αυξάνοντας ταυτόχρονα τη ζήτηση νερού, την ενεργειακή κατανάλωση και την πίεση στη λειτουργία της αφαλάτωσης.
Όπως τόνισε ο κ. Στάμου, το έργο ύδρευσης της Ερμούπολης στη Σύρο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η παραγωγή πόσιμου νερού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αφαλάτωση. Από την εφαρμογή της μεθοδολογίας προέκυψε ότι ο θερινός καύσωνας αποτελεί τον κυρίαρχο βραχυπρόθεσμο κλιματικό κίνδυνο για το σύστημα, με υψηλό επίπεδο διακινδύνευσης ήδη από το εγγύς μέλλον.
Η αύξηση της θερμοκρασίας επηρεάζει το έργο με πολλούς τρόπους ταυτόχρονα. Αυξάνει τη ζήτηση νερού, εντείνει τη λειτουργία των μονάδων αφαλάτωσης και των αντλήσεων, αυξάνει την κατανάλωση ενέργειας και περιορίζει τα λειτουργικά περιθώρια του συστήματος. Παράλληλα, η θερινή ξηρασία ενισχύει αυτές τις πιέσεις, ιδιαίτερα όταν συμπίπτει με την περίοδο αυξημένης τουριστικής ζήτησης.
Με βάση αυτή την εκτίμηση, ένα από τα μέτρα που αξιολογήθηκαν με υψηλή προτεραιότητα είναι η μείωση του μη τιμολογούμενου νερού και των απωλειών του δικτύου. Έτσι αυξάνεται η πραγματικά διαθέσιμη ποσότητα νερού και μειώνεται η ανάγκη για πρόσθετη παραγωγή μέσω αφαλάτωσης.
Υψηλή προτεραιότητα δόθηκε επίσης στη διαχείριση της ζήτησης και στην εξοικονόμηση νερού στις τουριστικές χρήσεις, ώστε να περιορίζεται η θερινή αιχμή της ζήτησης και η αντίστοιχη πίεση στην αφαλάτωση και στην κατανάλωση ενέργειας.
Σύμφωνα με τον κ. Στάμου, η εφαρμογή αυτή ανέδειξε επίσης ότι η κλιματική διακινδύνευση του έργου δεν μπορεί να εξετάζεται μόνο από την πλευρά του νερού. Η λειτουργία της αφαλάτωσης εξαρτάται από την ενέργεια, ενώ η ζήτηση νερού συνδέεται έντονα με τον τουρισμό και τις άλλες δραστηριότητες του νησιού. Για τον λόγο αυτό, στην εφαρμογή της Ερμούπολης ενσωματώθηκε η προσέγγιση του πλέγματος Water-Energy-Food-Tourism (WEFT), με τη λογική ότι το νερό, η ενέργεια, τα τρόφιμα και ο τουρισμός εξετάζονται ως αλληλένδετο σύστημα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στα ελληνικά νησιά, όπου ο τουρισμός επηρεάζει άμεσα τη ζήτηση νερού, ενέργειας και τροφίμων, ενώ οι διαθέσιμοι πόροι και οι υποδομές είναι συχνά περιορισμένοι.
CLIMPACT III: Από την επιστημονική γνώση στην πράξη, με έμφαση στα ελληνικά νησιά. Στο πλαίσιο του CLIMPACT, πανεπιστημιακά ιδρύματα και ερευνητικά κέντρα συνεργάζονται για την παραγωγή επιστημονικής γνώσης και την εφαρμογή της σε υφιστάμενα προβλήματα, με στόχο το επόμενο βήμα να είναι η ακόμη στενότερη μεταφορά της έρευνας στην πράξη.
Το CLIMPACT III διευρύνει αυτή τη λογική. Περιλαμβάνει σύγχρονα κλιματικά δεδομένα και εργαλεία, διερεύνηση των επιπτώσεων σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία και η ενέργεια, αλλά και ισχυρότερη σύνδεση με τις Περιφέρειες, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους φορείς που καλούνται να εφαρμόσουν μέτρα προσαρμογής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα ελληνικά νησιά, με την ολοκληρωμένη προσέγγιση Water-Energy-Food-Tourism (WEFT), όπου νερό, ενέργεια, τρόφιμα και τουρισμός εξετάζονται ως ένα αλληλένδετο σύστημα. Παράλληλα προβλέπεται η επιλογή και εφαρμογή μέτρων προσαρμογής σε νησιά, με συμμετοχή των τοπικών φορέων και κοινωνιών.
Το CLIMPACT III επιδιώκει επίσης μεγαλύτερη διεθνοποίηση, με συνεργασίες στη Μεσόγειο και στόχο να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο γνώσης και συνεργασίας για το κλίμα και τη βιωσιμότητα. Όπως ανέφερε ο κ. Στάμου, η μεγαλύτερη αξία του είναι να γεφυρώνει την κλιματική επιστήμη με τις πραγματικές ανάγκες της χώρας και να μετατρέπει τη γνώση σε εργαλεία, έργα και μέτρα που ενισχύουν ουσιαστικά την ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή.
Σημειώνεται ότι φόρουμ του Εθνικού Δικτύου για την Κλιματική Αλλαγή – CLIMPACT με θέμα την κλιματική αλλαγή και τις υποδομές διεξάγεται σήμερα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
![]()

