Στα χέρια του Τμήματος Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Μεγάρων έπεσε εγκληματική οργάνωση που διέπραττε απάτες και διακεκριμένες κλοπές οικιών και καταλυτών οχημάτων σε διάφορες περιοχές της Αττικής. Απάτες και κλοπές είναι το αποτύπωμα της δράσης της, με την αστυνομία να κάνει λόγο για κέρδη που ξεπερνούν τις 350.000 ευρώ.
Συνελήφθησαν 6 άτομα, ηλικίας 38, 36, 35, 27, 25 και 24 ετών, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 8 ταυτοποιημένα άτομα. Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία, κατά περίπτωση, για σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που διαπράττει διακεκριμένες κλοπές και απάτες, ληστεία, αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος και παράβαση του νόμου περί εξαρτησιογόνων ουσιών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αστυνομίας, η οργάνωση είχε αναπτύξει πολυεπίπεδη εγκληματική δράση τουλάχιστον από τις αρχές Ιανουαρίου 2026 έως και τον Οκτώβριο του 2026. Στο ίδιο διάστημα έχουν εξιχνιαστεί, μέχρι στιγμής, 78 περιπτώσεις απατών, κλοπών και ληστειών σε περιοχές της Αττικής, ενώ τα κέρδη τους εκτιμάται ότι ξεπερνούν τις 350.000 ευρώ.
Τα μέλη της οργάνωσης δρούσαν με διαφορετικούς ρόλους και, σύμφωνα με την αστυνομία, η δράση τους χωριζόταν σε 3 κατηγορίες.
Μεθοδολογία 1ης δράσης: Απάτες
Η πρώτη δράση της οργάνωσης βασιζόταν σε οργανωμένη και συστηματική εξαπάτηση πολιτών, με ξεκάθαρη κατανομή ρόλων ανάμεσα σε όσους έκαναν τις τηλεφωνικές κλήσεις και σε όσους αναλάμβαναν την παραλαβή χρημάτων ή τιμαλφών. Η δραστηριότητα εκτεινόταν στην Αττική, αλλά και σε διάφορες περιοχές της χώρας, με επιχειρησιακό κέντρο τα Άνω Λιόσια, όπου λειτουργούσε το τηλεφωνικό κέντρο της οργάνωσης. Ορισμένα μέλη πραγματοποιούσαν τις αρχικές κλήσεις προς υποψήφια θύματα και αξιολογούσαν την ανταπόκρισή τους, ενώ στη συνέχεια οι κατάλληλοι στόχοι παραπέμπονταν σε κεντρικό τηλεφωνητή, ο οποίος αναλάμβανε την περαιτέρω επικοινωνία και την ολοκλήρωση της απάτης. Οι τηλεφωνητές επικαλούνταν ψευδείς ιδιότητες, όπως υπαλλήλων εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας, λογιστών, φοροτεχνικών ή αστυνομικών, ώστε να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων και να τα οδηγήσουν στην παράδοση χρημάτων ή τιμαλφών.
Η επικοινωνία και ο συντονισμός των εμπλεκομένων υποστηρίζονταν από τηλεφωνικές συνδέσεις και συσκευές που χρησιμοποιούνταν για επιχειρησιακούς σκοπούς.
Στο σενάριο της προσποίησης υπαλλήλων εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας, τα μέλη της ομάδας καλούσαν τηλεφωνικά τα υποψήφια θύματα και προέβαλλαν ψευδείς ισχυρισμούς για πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση της κατοικίας τους, όπως αυξημένη κατανάλωση ρεύματος, διαρροή ηλεκτρικής ενέργειας ή πιθανή ρευματοκλοπή. Με την επίκληση επικείμενης διακοπής ηλεκτροδότησης και επιβολής προστίμου επιχειρούσαν να προκαλέσουν ανησυχία και να πείσουν τα θύματα ότι έπρεπε να κινηθούν άμεσα. Για να ενισχύσουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών τους, χρησιμοποιούσαν ηχογραφημένα μηνύματα που παρέπεμπαν στην τηλεφωνική εξυπηρέτηση εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ έδιναν οδηγίες για υποτιθέμενους ελέγχους στο εσωτερικό των κατοικιών. Έπειτα, με το πρόσχημα της αποτροπής κινδύνου πυρκαγιάς ή βλάβης από υποτιθέμενη ηλεκτρική υπερφόρτωση, έπειθαν τα θύματα να συγκεντρώσουν χρήματα, κοσμήματα και άλλα τιμαλφή σε συγκεκριμένο σημείο του σπιτιού. Την ίδια ώρα, συνεργοί τους, οι λεγόμενοι «εισπράκτορες», πήγαιναν στον χώρο και αφαιρούσαν τα αντικείμενα, εκμεταλλευόμενοι την παραπλάνηση και την προσωρινή απασχόληση των θυμάτων. Για να καθυστερήσει η καταγγελία στην αστυνομία, μετά την αφαίρεση των αντικειμένων μέλος της ομάδας εμφανιζόταν ως αστυνομικός και δήθεν συγκέντρωνε πληροφορίες για τα αφαιρεθέντα αντικείμενα και τις συνθήκες της πράξης.
Στο σενάριο της προσποίησης λογιστών, τα μέλη της ομάδας των τηλεφωνητών εμφανίζονταν ως βοηθοί λογιστών, επιδιώκοντας να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων. Στη συνέχεια, τα ενημέρωναν για την υποτιθέμενη επιβολή φορολογικού προστίμου, το οποίο, σύμφωνα με όσα έλεγαν, είχε προσωρινά ανασταλεί έπειτα από δικές τους ενέργειες. Ως αιτιολογία προέβαλλαν την ύπαρξη αντικειμένου αξίας που δεν είχε δηλωθεί στην αρμόδια φορολογική αρχή, ενώ ταυτόχρονα συγκέντρωναν πληροφορίες για τα δηλωθέντα περιουσιακά στοιχεία και τυχόν μεταβολές στην περιουσιακή κατάσταση των θυμάτων. Έπειτα, επικαλούμενοι τον κίνδυνο επιβολής πρόσθετων προστίμων για την κατοχή αδήλωτων τιμαλφών, έπειθαν τα θύματα να συγκεντρώσουν κοσμήματα, χρήματα και άλλα αντικείμενα αξίας, με το πρόσχημα ότι έπρεπε να φωτογραφηθούν, να εκτιμηθούν και να καταχωρηθούν σε σχετικό σύστημα. Κατόπιν συνεννόησης με τα θύματα, ο «εισπράκτορας» μετέβαινε στο συμφωνημένο σημείο και παραλάμβανε τα τιμαλφή.
Μεθοδολογία 2ης δράσης: Κλοπές κατοικιών
Στη δεύτερη εγκληματική δράση, τα μέλη της οργάνωσης διέπρατταν συστηματικές διαρρήξεις κατοικιών κυρίως στις περιοχές της Ελευσίνας, της Μαγούλας, της Μάνδρας, της Νίκαιας, του Κερατσινίου και του Χαϊδαρίου. Η επιλογή των σπιτιών γινόταν τις μεσημβρινές ή βραδινές ώρες, αφού πρώτα διαπιστωνόταν η απουσία των ενοίκων. Για τη μετακίνησή τους προς τους στόχους χρησιμοποιούσαν οχήματα που είχαν αποκτηθεί για την υποστήριξη της εγκληματικής τους δραστηριότητας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έβαζαν σε αυτά κλεμμένες πινακίδες κυκλοφορίας. Κατά τις διαρρήξεις, οι δράστες λάμβαναν μέτρα για να καλύπτουν τα χαρακτηριστικά τους. Η δράση τους υποστηριζόταν και από συνεργούς που αναλάμβαναν την οδήγηση και την επιτήρηση του περιβάλλοντος χώρου, διατηρώντας επικοινωνία με τα άτομα που βρίσκονταν μέσα στα σπίτια, ώστε να ενημερώνονται για ενδεχόμενη εμφάνιση ενοίκων ή αστυνομικών δυνάμεων. Για τον συντονισμό τους χρησιμοποιούσαν τηλεφωνικές συνδέσεις που είχαν εκδοθεί στα στοιχεία τρίτων προσώπων και απενεργοποιούσαν τα συστήματα συναγερμού των κατοικιών. Όταν ερχόταν αντιμέτωπα με ενοίκους, τα μέλη της ομάδας δεν δίσταζαν να χρησιμοποιούν απειλές για να εξασφαλίσουν τη διαφυγή τους και τη διατήρηση των αφαιρεθέντων αντικειμένων.
Μεθοδολογία 3ης δράσης: Κλοπές καταλυτών οχημάτων
Η τρίτη εγκληματική δράση στόχευε στην αφαίρεση καταλυτών από σταθμευμένα οχήματα, κυρίως παλαιότερων μοντέλων, στην περιοχή των Μεγάρων. Κατά τη διάρκεια των κλοπών, οι δράστες πλησίαζαν τα οχήματα με καλυμμένα χαρακτηριστικά, ενώ άλλο μέλος αναλάμβανε την οδήγηση και την επιτήρηση του χώρου. Σημειώνεται ότι τα μέλη της οργάνωσης διέπραξαν και ληστεία, κατά την οποία αφαίρεσαν από άνδρα, με χρήση βίας, το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ.
Μετά από έρευνες στην κατοχή τους και στις οικίες τους, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πλήθος «επιχειρησιακών» συσκευών κινητών τηλεφώνων και καρτών SIM, πλήθος κοσμημάτων και χρυσαφικών, σελίδες τηλεφωνικών καταλόγων, θρησκευτική εικόνα, ρουχισμός που χρησιμοποιήθηκε κατά την τέλεση των πράξεων, 2 πιεσόμετρα, λεπίδες σπαθοσέγας, παιχνιδομηχανή, 26 γραμμ. ακατέργαστης κάνναβης και 2.915 ευρώ.
Επιπλέον, κατασχέθηκαν 7 αυτοκίνητα ως μέσα τέλεσης αξιόποινων πράξεων.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον Εισαγγελέα.
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
![]()
