Με την κατάθεση του Αριστείδη Καρατζούνη άνοιξε η σημερινή συνεδρίαση στη δίκη για τα Τέμπη. Ο ίδιος ταξίδευε στο δεύτερο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας και τραυματίστηκε μετά τη σύγκρουση.
Ο μάρτυρας περιέγραψε τη στιγμή της σύγκρουσης ως ένα «απότομο φρενάρισμα», ενώ στη συνέχεια έβαλε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό του για να προστατευτεί. «Θυμάμαι να χτυπάω δεξιά και αριστερά. Αντιλαμβανόμουν τον στροβιλισμό. Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι μέχρι που έχασα τις αισθήσεις μου», κατέθεσε, λέγοντας επίσης ότι συνήλθε στο χωράφι αφού είχε «εκσφενδονιστεί» από το βαγόνι.
Για τα πρώτα λεπτά μετά τη σύγκρουση είπε: «Δεν μπορούσα να πάρω καθόλου ανάσα στην αρχή. Ο πρώτος αγώνας ήταν να πάρω μια ανάσα… Αφού πήρα κάποιες ανάσες κοφτές, προσπαθούσα σιγά σιγά να απομακρυνθώ. Κατάλαβα ότι δεν ήμουν σε θέση να σηκωθώ. Προσπαθούσα να σηκωθώ και ξαναέπεφτα. Ήταν ένα σκηνικό σαν ταινία πολεμική». Για τη φωτιά που ακολούθησε, κατέθεσε: «Ξεκίνησα να πάω προς τα πίσω και είδα να ξεπηδάει μια φωτιά. Μια μικρή φωτιά που εξαπλωνόταν σιγά σιγά και εκεί άκουγα τις πρώτες φωνές των ανθρώπων… Ξεπήδησε αργά, στο μέσον μιας μάζας».
Στη συνέχεια ανέφερε ότι κατάφερε να σκαρφαλώσει, με τη βοήθεια άλλων ατόμων, πάνω στην παλιά εθνική περνώντας μέσα από τα συντρίμμια της εμπορικής αμαξοστοιχίας, πριν μεταφερθεί με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας. Εκεί διαπιστώθηκαν τραύματα στο κεφάλι του και σε άλλα σημεία του σώματός του.
Σε ερωτήσεις της προέδρου απάντησε ότι δεν θυμάται κάποια στάση της επιβατικής αμαξοστοιχίας μετά την αναχώρησή της από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας. Για τη μυρωδιά ανέφερε ότι του έμεινε το «καμένο σίδερο» και το «πλαστικό», ενώ για τη φωτιά είπε: «Αυτό που θυμάμαι είναι τη φωτιά, ένας καπνός σκούρος που βγαίνει από τη φωτιά, τη φλόγα που ξεπήδησε σε συνδυασμό με τις φωνές των ανθρώπων».
Η συνεδρίαση συνεχίζεται με καταθέσεις τραυματιών και συγγενών των θυμάτων.
![]()

