Το νησί που επανήλθε στο προσκήνιο τις τελευταίες μέρες, τον Απρίλιο του 1987 με τον πλου του Σισμίκ, υπήρξε επί αιώνες κάρφος στον οφθαλμό των σωβινιστών της Τουρκίας.
Η Σαμοθράκη περιγράφηκε με λεπτομέρειες από τον Τούρκο πειρατή Πίρι Ρέις, που δρούσε τον 16ο αιώνα στο Αιγαίο.

Ο διαβόητος Πίρι Ρέις
«Είναι όμορφος τόπος», έγραψε ο Πίρι Ρέις, με ένα βουνό τόσο ψηλό, το όρος Σάος, ώστε ακόμη και το καλοκαίρι η κορυφή του μένει χιονισμένη.
Γύρω από αυτό το βουνό της Σεμεντιρέκ, δηλαδή της Σαμοθράκης, λέει, υπάρχουν κοιλάδες με πελώρια πλατάνια και τρεχούμενα νερά.

ΤΑ ΝΕΑ, 23.4.1987, Ιστορικό Αρχείο ΤΟ ΒΗΜΑ & ΤΑ ΝΕΑ
Το ειδυλλιακό τοπίο έδωσε αφορμή να κυκλοφορήσουν αρκετές ιστορίες για διάσημα ζευγάρια που βρήκαν τη χαρά της ζωής στα δάση και τις ακτές του νησιού.
Ένα απ’ αυτά ήταν ο Δίας με τη φίλη του, την Ηλέκτρα. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά στη Σαμοθράκη, μακριά από το αυστηρό βλέμμα της νόμιμης συζύγου του, της Ήρας — ανάμεσά τους και μια κόρη που ήξερε, κυριολεκτικά, να βάζει το κάθε πράγμα στη θέση του: την Αρμονία.
Άλλο σπουδαίο ζευγάρι, που γνωρίστηκε επίσης στο νησί, ήταν ο Φίλιππος ο Μακεδόνας, ο πατέρας του Αλέξανδρου, και η μετέπειτα γυναίκα του, η Ολυμπιάδα.

Η απομόνωση του νησιού και η αυτάρκειά του το έκαναν δημοφιλές και ως αναχωρητήριο.
Οι Πτολεμαίοι Αιγύπτιοι κατέφευγαν εδώ με ολόκληρη την αυλή τους, βασιλιάδες χωρίς υπηκόους, κάθε φορά που κάποιος μνηστήρας ή κάποια εξέγερση τούς ανάγκαζε να εγκαταλείψουν την Αλεξάνδρεια.
Στη Σαμοθράκη βρήκε άσυλο και η άλλοτε περήφανη βασίλισσα Αρσινόη, χήρα του Πτολεμαίου, όταν σκοτώθηκαν οι γιοι της και οι επίγονοι δεν την άφηναν σε χλωρό κλαρί.

Χάρτης της Μεσογείου και της Ευρώπης φιλοτεχνημένος από τον Πίρι Ρέις (πηγή: Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κωνσταντινούπολης)
Βαθιά ελληνικό το νησί, που απέχει μόλις 12 μίλια από την, σήμερα τουρκική, Ίμβρο και 24 από την Αλεξανδρούπολη, έγινε αργότερα, πάλι λόγω των συνθηκών του αλλά και της εγγύτητάς του προς την Πόλη, τόπος άσκησης και ησυχαστήριο για ανήσυχα θρησκευτικά πνεύματα, που έμεναν στο περιθώριο και αφιερώνονταν στη μελέτη των γραφών και την αναζήτηση της αγιότητας.
Ο Πίρι Ρέις, που πάτησε το πόδι του στη Σαμοθράκη γύρω στο 1521, δεν πρέπει να συνάντησε εκείνους τους ευσεβείς μοναχούς.
Άκουσε μόνο να μιλούν γι’ αυτούς και είδε τα κελιά τους στο Παλιόπουλο, όπως το γράφει, μια πόλη γεμάτη παλιά καλύβια, που δεν είναι άλλη από τη σημερινή Παλαιόπολη, στη βορινή ακτή, λίγα χιλιόμετρα από την κύρια πόλη της Σαμοθράκης, τη Χώρα.

Πολλοί ονομάζουν τη Σαμοθράκη τόπο αγίων, παραδέχεται ο Πίρι Ρέις. Αλλά αυτό, λέει, είναι κατά τη γνώμη μου μεγάλο λάθος.
Η διατήρηση των παραδόσεων ενοχλούσε τον Τούρκο κουρσάρο, κι ας ήταν, όπως πιστεύουν πολλοί ιστορικοί, ελληνικής καταγωγής και ο ίδιος.

Πηγή: archaiologia.gr
Από τη στιγμή που ασπάσθηκε το Ισλάμ και μπήκε στην υπηρεσία του σουλτάνου για να χαρτογραφήσει το Αιγαίο και να συντάξει την περίφημη Κατακτητική Ναυσιπλοΐα του, ο άνθρωπος που θα έδιναν οι Τούρκοι 450 χρόνια αργότερα στο γνωστό εξερευνητικό τους σκάφος ήθελε να εργάζεται για την οθωμανική αυτοκρατορία και μόνο.
Οι μοναχοί που αποσύρονταν στη Σαμοθράκη ήταν, κατά την παράδοση, υποψήφιοι για να υπηρετήσουν στην Αγία Σοφία της Πόλης και έπρεπε να περάσουν προηγουμένως αρκετό διάστημα άσκησης στο νησί.

Ο Πίρι Ρέις αποφεύγει να αναφερθεί στη λειτουργία του νησιού ως ιερού των Ελλήνων από την αρχαιότητα ως τις μέρες του, παρότι γνωρίζει καλά τη φυσιογνωμία του τόπου.
Η ιερή κοινότητα της Σαμοθράκης ήταν τόσο ισχυρή και ανθεκτική, που το νησί δεν έπεσε παρά εννέα ολόκληρα χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.
Ο κουρσάρος που το εξερεύνησε έφτασε εκεί περίπου εξήντα χρόνια αργότερα. Ο ανδρικός πληθυσμός είχε ήδη σφαγεί από τους Τούρκους.
Οι λίγοι που επέζησαν, κρυβόμενοι ή αμυνόμενοι, είχαν βέβαια εγκατασταθεί ξανά στα σπίτια τους, αλλά γι’ αυτούς δεν γίνεται λόγος στο σύγγραμμα του γενίτσαρου.

Σε αντίθεση με τις περιγραφές που άφησε για άλλα νησιά του Αιγαίου, ο Πίρι Ρέις μιλά για τη Σαμοθράκη χωρίς να αναφέρει λέξη για το είδος των κατοίκων που αντίκρισε.
Πρέπει, ίσως, να υποθέσει κανείς ότι το νησί ήταν ακόμη σχεδόν έρημο ή ότι η υποδοχή που περίμενε τον χαρτογράφο του σουλτάνου ήταν τόσο κακή, ώστε προτίμησε να μην την αναφέρει.
Το ωραίο νησί των ερώτων και των ασκητών αναπτύσσεται γοργά στη βορειοανατολική αυτή άκρη του χώρου που καταλαμβάνει σήμερα η Ελλάδα. Και οι κάτοικοί του, ριζωμένοι στην παραλία και στις πλαγιές των ηφαιστειογενών βουνών του, δεν σκέφτονται πια τα δεινά που τράβηξαν οι πρόγονοί τους τον 15ο αιώνα και τα χρόνια της τουρκοκρατίας που ακολούθησαν.

Πηγή: Δήμος Σαμοθράκης (samothraki.gr)
Αφού απελευθερώθηκε το 1912, η Σαμοθράκη ζει ειρηνικά και χωρίς εφιάλτες. Χρειάστηκε ένα καράβι, επίτηδες βαφτισμένο με το όνομα του επίβουλου πειρατή του 1521, να την πλησιάσει ξανά, προαναγγέλλοντας τα προκλητικά ζικ-ζακ του Σισμίκ, για να ξυπνήσουν μνήμες που κανονικά θα έπρεπε να μη ταράζονται.
Το έργο του Πίρι Ρέις, με τίτλο Bahriye: Κατακτητική Ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο, μεταφρασμένο και σχολιασμένο από τη γεωγράφο του Πανεπιστημίου του Βίρτσμπουργκ Μαρία Φαράντου, κυκλοφόρησε πρόσφατα και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Τελέθριον. Πλουτισμένο με πλήθος εικόνες της εποχής, είναι ένα ντοκουμέντο συναρπαστικό όσο και επικίνδυνο, ανάλογα με το αν το κρατούν χέρια ελληνικά ή τουρκικά.

Και ανάλογα, βέβαια, με το πόσο θέλει να ξύσει κανείς παλιές πληγές — και ως πού θέλει να φτάσει.
*Κείμενο που έφερε τον τίτλο «Ένας πειρατής μετρούσε τα νησιά μας» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Τα Νέα την Πέμπτη 23 Απριλίου 1987.
Το παρόν άρθρο αναδημοσιεύεται με αφορμή τη σημερινή επέτειο, τη συμπλήρωση 114 ετών από την απελευθέρωση του νησιού κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, ύστερα από 456 έτη σχεδόν αδιάλειπτης τουρκικής κυριαρχίας.

Την ημέρα εκείνη, 19η Οκτωβρίου 1912, άγημα πεζοναυτών με επικεφαλής τον σημαιοφόρο Κωνσταντίνο Παναγιώτου κατέλαβε την πόλη της Σαμοθράκης και ύψωσε την ελληνική σημαία στο κτίριο του Λιμεναρχείου, ενώ σκάφη του Ελληνικού Στόλου —μεταξύ τους η ναυαρχίδα, το θωρηκτό Γ. Αβέρωφ— ναυλοχούσαν στα ανοιχτά του λιμανιού της Καμαριώτισσας.
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, στιγμιότυπο από τη δοξολογία για την πρώτη επέτειο της απελευθέρωσης της Σαμοθράκης (19 Οκτωβρίου 1913).
![]()

