Η έκθεση της Αντιγόνης Καββαθά, που φιλοξενείται έως τις αρχές Ιανουαρίου 2026 στην γκαλερί Έκφραση της Γιάννας Γραμματοπούλου στο κέντρο της Αθήνας, αποτελεί μία μελέτη πάνω στις «νεκρές φύσεις». Κι όμως, εάν αναλογιστούμε το έργο της Καββαθά υπό ένα πρίσμα πολλαπλά εννοιολογικό της έννοιας «νεκρή» ή «νεκρωμένη», τότε μόνο ευφυολόγημα δεν είναι.
Ο θεατής αντιλαμβάνεται πως στα έργα της Καββαθά ο υπαινικτικός χαρακτήρας του αντικειμένου ως συμβόλου μίας στάσης ζωής ή μίας πράξης θανάτου ξεπερνά την απλή εικόνα. Γίνεται μία ιδεολογική εντύπωση, που όσο εικονικά πλησιάζει στην κυριολεξία του οπτικού μηνύματός του, τόσο παρακινεί το «δέος» που είναι απολύτως απαραίτητο για την αισθητικοποίησή του και την ενεργοποίηση της απολαυστικής εκείνης ιδιαιτερότητας που το καντιανό «δυναμικό» Υψηλό τροφοδοτεί. Ιδίως, όπως στην περίπτωση της Καββαθά, ορισμένα από τα αντικείμενα (όπως οι μπομπίνες με δηλητηριώδη αέρια, που χρησιμοποιούνται για πολεμικούς σκοπούς) εμπεριέχουν την έννοια του θανάτου και του «νεκρού». Κι όταν αντιπαραβάλλονται με τα κουτάκια της Coca-Cola ή την κονσέρβα της βοήθειας από την UNRRA, η Καββαθά με έναν τρόπο ειρωνικό αναμετράται, ανατρέποντας την pop art τεχνική της κονσέρβας Cambell του Γουόρχολ, με τη γενικότερη κουλτούρα της αισθητικοποίησης της εμπειρίας.
Ωστόσο, πίσω από την απολαυστική φωτογραφική πιστότητα, το έργο της Καββαθά είναι ταυτόχρονα καταδηλωτικά καταγγελτικό και εννοιολογικά υπαινικτικό, υπογραμμίζοντας την υποφώσκουσα απειλητικότητα των πραγμάτων, ακόμη και όταν μία εικόνα με μακάριο τρόπο μας τα παρουσιάζει. Κάτι που είναι απόλυτα εμφανές στη μορφή των αναπαριστάμενων αντικειμένων, καθώς και στα γυμνωμένα δέντρα της, αλλά κυρίως στο μακρόπνοο έργο της Among the Dead Cities. Αυτή η «ζωοφόρος», όπως τη χαρακτηρίζει η ίδια, ξεκίνησε το 2017 και αφορά ερείπια βομβαρδισμένων πόλεων (Αμβούργο, Μοντμπούρ, Κολωνία και Γκερνίκα), αποκαλύπτοντας τη διαχρονική φρίκη της απονεκρωμένης φύσης από τη μάνητα του πολέμου.
Τα δέντρα που ζωγραφίζει η Καββαθά δεν είναι οι καθεστηκυίες, ανακουφιστικές και θελκτικές εικόνες μιας άχραντης φύσης. Γίνονται σύμβολα μίας ανθρώπινης και κοινωνικής κατάστασης, μοιάζουν σύμβολα μίας κατεστραμμένης πραγματικότητας, χαμένης ζωής. Τα δέντρα της Καββαθά είναι απογυμνωμένα, χωρίς το πράσινο «φωτοστέφανο» και την αύρα του φωτός, θυμίζοντας τις απονεκρώσεις που ο Γέιτς έψελνε στο «Προγονικά Σπίτια»: «θεσπέσιο αδειανό θαλάσσιο κέλυφος». Αυτές οι αναπαρατατικές εικόνες, ταυτόχρονα καταδηλωτικές κι υπαινικτικές, ανατρέπουν την κατεστημένη αντίληψη του «στερητικού» μηνύματος της εικόνας.
Η ζωγραφική της Καββαθά, μέσω της τεχνικής και της πρόθεσής της, αμφισβητεί την κυριολεκτική και κοινοτυπική «καθαρότητα» της φωτογραφικής εικόνας και αναδεικνύει τις πολλαπλές και συνηθέστερα πιο δυσοίωνες ερμηνείες που κρύβονται πίσω από τις έννοιες και την ανθρώπινη εμπειρία.
![]()

