Αθήνα: η πολυαισθητηριακή εγκατάσταση «Clinamen» του Σελέστ Μπουζιέ-Μουζενό έρχεται στην Onassis Mandra

Αθήνα: η πολυαισθητηριακή εγκατάσταση «Clinamen» του Σελέστ Μπουζιέ-Μουζενό έρχεται στην Onassis Mandra

Τρεις στρογγυλές πισίνες, νερό σε κίνηση και εκατοντάδες λευκά πορσελάνινα μπολ που επιπλέουν, συγκρούονται και γεμίζουν τον χώρο με ήχους συνθέτουν την πολυαισθητηριακή εγκατάσταση «Clinamen» του Σελέστ Μπουζιέ-Μουζενό, η οποία έρχεται στην Αθήνα από τις 26 Σεπτεμβρίου έως τις 5 Δεκεμβρίου. Μετά την Bourse de Commerce – Pinault Collection στο Παρίσι το 2025 και το Park Avenue Armory στη Νέα Υόρκη το 2026, παρουσιάζεται στην Onassis Mandra, στην πρώτη της εμφάνιση σε εξωτερικό χώρο.

«Με ενδιαφέρει να δίνω μορφή στις αισθήσεις των επισκεπτών, προσφέροντάς τους κατεύθυνση αλλά και χώρο για να ονειροπολήσουν. Το μόνο μήνυμα που θέλω να μεταφέρω είναι μια πρόσκληση να κατοικήσουν έναν χώρο που έχω σχεδιάσει ειδικά για εκείνους», λέει ο Σελέστ Μπουζιέ-Μουζενό.

Εικαστικός, μουσικός και συνθέτης, ο βραβευμένος Γάλλος καλλιτέχνης εξερευνά εδώ και δεκαετίες τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την καθημερινή ζωή. Αντί για την παραδοσιακή σύνθεση, δημιουργεί ζωντανά συστήματα από αντικείμενα, νερό, κίνηση και χώρο, μετατρέποντας τα πιο απλά υλικά σε απρόσμενα μουσικά όργανα που παράγουν ήχους σε πραγματικό χρόνο, χωρίς την παρέμβαση κάποιου ερμηνευτή.

Η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, στην έναρξη της σεζόν, παρουσιάζει την ανακαινισμένη Onassis Mandra στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου με μια εικαστική και ηχητική εμπειρία που δίνει αίσθηση ηρεμίας στο κέντρο της πολύβουης πόλης. Για πρώτη φορά, το «Clinamen» αποκτά νέα διάσταση, καθώς παρουσιάζεται σε εξωτερικό χώρο και παραδίδεται στη σκιά, τον αέρα, τις φωνές, τους ήχους και τον απόηχο της Αθήνας, αλλά και στη δύναμη των φυσικών στοιχείων και των καιρικών φαινομένων -το φως, τον άνεμο, τη βροχή- στο μόνο σωζόμενο αθηναϊκό υπαίθριο θέατρο της Belle Epoque.

Ο Μπουζιέ-Μουζενό ανέπτυξε για πρώτη φορά το «Clinamen» το 1997. Ο τίτλος της εγκατάστασης προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «παρέγκλισις», που αποτέλεσε κομβικό όρο της επικούρειας φιλοσοφίας και περιγράφει την απρόβλεπτη παρέκκλιση στην κίνηση των ατόμων: μια μικρή απόκλιση που αφήνει χώρο για το τυχαίο, την ελευθερία και το απροσδόκητο.

Κάθε φορά που παρουσιάζεται, το «Clinamen» προσαρμόζεται στην αρχιτεκτονική και στην ατμόσφαιρα του χώρου που το φιλοξενεί. Στην Αθήνα, δεν μεταφέρεται απλώς, αλλά συντονίζεται εκ νέου με τον ήχο της πόλης και με τις μεταβολές του καιρού και του φωτός του αττικού ουρανού. Οι επισκέπτες καλούνται να σταθούν μέσα σε ένα τοπίο νερού και ήχου, να ακούσουν, να παρατηρήσουν και να αφήσουν τον χρόνο να κυλήσει αλλιώς. Κι αν βρέξει, ο ήχος της βροχής θα γίνει μέρος της παρτιτούρας.

Με το «Clinamen», η ανακαινισμένη Onassis Mandra συστήνεται ξανά στο κοινό, φέρνοντας στο προσκήνιο το μοναδικό σωζόμενο αθηναϊκό υπαίθριο θέατρο της μπελ επόκ, έναν ιστορικό χώρο δίπλα στην Ωνάσειο Βιβλιοθήκη και στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Εκεί, η εγκατάσταση μεταμορφώνει τον χώρο σε ανοιχτή πρόσκληση ακρόασης και ανάπαυλας, καλώντας το κοινό να αφεθεί σε μια σχεδόν εθιστική εμπειρία περισυλλογής και ονειροπόλησης.

«Μια σχεδόν ιερή συνάντηση με την τέχνη και τη φύση»

Το «Clinamen» δεν είχε πάντα τη σημερινή του μορφή. Ο Σελέστ Μπουζιέ-Μουζενό συνέλαβε την πρώτη εκδοχή του το 1997 στο Παρίσι και το παρουσίασε την ίδια χρονιά στο CAPC Musée de Bordeaux. Έκτοτε, το έργο εξελίχθηκε μέσα από περισσότερες από είκοσι διαφορετικές εκδοχές, οι οποίες συνομιλούν κάθε φορά με τον εκάστοτε εκθεσιακό χώρο.

Το έργο δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Λειτουργεί ως ένα διαρκώς εξελισσόμενο ηχητικό περιβάλλον, όπου κανένας επισκέπτης δεν ακούει ακριβώς τον ίδιο ήχο. Κάθε μικρή σύγκρουση δημιουργεί ένα νέο ηχητικό συμβάν, κάνοντας κάθε στιγμή της έκθεσης μοναδική.

Πριν τα πορσελάνινα μπολ γίνουν το κύριο αντικείμενο του έργου, ο Μπουζιέ-Μουζενό πειραματιζόταν με καθημερινά αντικείμενα, παιχνίδια, κομμάτια ξύλου και μικρά μουσικά όργανα, ακόμη και με ένα γιουκαλίλι.

Το «Clinamen» συνομιλεί με μια ευρύτερη παράδοση έργων που αξιοποιούν το τυχαίο και τις συμπεριφορές ζωντανών συστημάτων ως δημιουργικά εργαλεία. Έχει συσχετιστεί με τις ιδέες της απροσδιοριστίας του John Cage, με τις γενετικές μουσικές δομές του Brian Eno και με καλλιτέχνες που διερεύνησαν τη σχέση ανάμεσα στην τάξη και το τυχαίο, όπως ο Marcel Duchamp και ο Hans Haacke.

Σε συνέντευξή του στο Park Avenue Armory, ο Μπουζιέ-Μουζενό εξηγεί ότι τον ενδιαφέρει να «κάνει ορατό τον ίδιο τον ήχο». Δεν τον απασχολεί η αναπαράσταση ή η αφήγηση, αλλά η δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες ο ήχος παράγεται και αποκαλύπτεται μπροστά στον θεατή.

Η εικαστική και ηχητική εγκατάσταση έχει χαρακτηριστεί από το Artforum ως «μια σχεδόν ιερή συνάντηση με την τέχνη και τη φύση», ενώ ο Observer την περιέγραψε ως «ένα αστικό Ζιβερνί του 21ου αιώνα: ήρεμο, κομψό, ένα καταφύγιο από την οχλαγωγία του σύγχρονου κόσμου».

Φωτογραφία: Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση

Loading

Play