Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα ανοίγει τη συζήτηση για τη διαδοχή της, ενώ συνεχίζονται οι αντιδράσεις για τις καταγγελίες που δημοσιοποίησε ο διεθνής Τύπος.
Ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να τερματίσει τη θητεία της και η ίδια επιστρέφει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με πληροφορίες, πριν από τη δημόσια τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου δεν είχε προηγηθεί προσωπική ενημέρωσή της ούτε από τον ίδιο ούτε από τον υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο.
Η Γκίλφοϊλ, με ισχυρούς δεσμούς με το κίνημα MAGA, είχε ακολουθήσει διαφορετικό δημόσιο προφίλ από τον προκάτοχό της, Τζορτζ Τσούνη. Ωστόσο, μετά τα δημοσιεύματα, ο Τραμπ επέλεξε να αποστασιοποιηθεί και από την προσωπική σχέση της με την οικογένειά του.
«Δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μου», απάντησε όταν ρωτήθηκε για τις καταγγελίες. Αναφερόμενος στην παλαιότερη σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, πρόσθεσε: «Φαντάζομαι πως έβγαινε με τον γιο μου πριν από πολύ καιρό αλλά δεν ήταν οικογένειά μου».
Οι οικονομικές καταγγελίες και η απάντηση της Γκίλφοϊλ
Μία από τις καταγγελίες προέρχεται από Αμερικανό επιχειρηματία από το Κεντάκι, ο οποίος υποστηρίζει ότι η Γκίλφοϊλ τού ζήτησε 100.000 δολάρια για την κάλυψη χρεών πιστωτικών καρτών.
Η δική της πλευρά αντιτείνει ότι ο επιχειρηματίας τής χρωστούσε 150.000 δολάρια για ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Υποστηρίζει, επίσης, ότι σχετικό συμφωνητικό έχει παραδοθεί στον Λευκό Οίκο.
Στα δημοσιεύματα περιλαμβάνονται ακόμη αναφορές σε μετακινήσεις με ιδιωτικά αεροσκάφη και διαμονές σε πολυτελή ξενοδοχεία στο Γκστάαντ, στο Παρίσι και στο Νταβός. Γίνεται επίσης λόγος για φιλοξενία της, μαζί με φίλες της, σε πολυτελές καταμαράν στην Κύπρο και για προβολή των υπηρεσιών του σε υποψήφιους πελάτες.
Ερωτήματα έχουν προκύψει και για την προέλευση αποσπασμάτων συνομιλιών της που δημοσιοποιήθηκαν. Η εκδοχή ότι προέρχονται από υποκλοπές και ότι υπήρξε στοχευμένη ενέργεια εναντίον της παραμένει υπόθεση και δεν προκύπτει ως επιβεβαιωμένο γεγονός.
Οι συνομιλίες με τον επιχειρηματία τοποθετούνται στο 2024, ενώ η φιλοξενία στο καταμαράν φέρεται να ακολούθησε λίγους μήνες αργότερα. Η δημοσιοποίηση των καταγγελιών γίνεται πλέον σε περίοδο αυξημένης πολιτικής πίεσης, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ο Τζος Χακ και η μεταβατική περίοδος στην πρεσβεία
Σύμφωνα με την Καθημερινή, το επικρατέστερο σενάριο είναι να μην οριστεί άμεσα νέος πρέσβης στην Αθήνα.
Στη μεταβατική περίοδο σημαντικό ρόλο αναμένεται να έχει ο Τζος Χακ, δεύτερος στην ιεραρχία της πρεσβείας. Πρόκειται για έμπειρο διπλωμάτη, με γνώση των περιφερειακών ζητημάτων, ο οποίος πριν από την τοποθέτησή του στην Ελλάδα είχε υπηρετήσει ως βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών για τη Νότια Ευρώπη.
Η εμπειρία του εκτιμάται ότι μπορεί να συμβάλει στη συνέχεια της λειτουργίας της πρεσβείας και στην αποκατάσταση της ηρεμίας στο εσωτερικό της.
Εφόσον προχωρήσει η επιλογή νέου πρέσβη, το ίδιο δημοσίευμα θεωρεί πιθανότερη την τοποθέτηση πολιτικού προσώπου και όχι διπλωμάτη καριέρας.
Τα ονόματα που έχουν συζητηθεί
Ανάμεσα στα πρόσωπα που είχαν εξεταστεί πριν από την επιλογή της Γκίλφοϊλ ήταν ο Ελληνοαμερικανός βουλευτής από τη Φλόριντα, Γκας Μπιλιράκης, ο οποίος διατηρεί προσωπικές σχέσεις τόσο με τον Τραμπ όσο και με τον Ρούμπιο.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που μεταφέρονται στο δημοσίευμα, θα μπορούσε να διεκδικήσει τη θέση και να εξασφαλίσει την απαιτούμενη έγκριση από τη Γερουσία ακόμη και σε περίπτωση απώλειας της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας.
Στα ονόματα που είχαν ακουστεί περιλαμβάνεται και ο Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας Τζον Τζορτζ, ο οποίος διορίστηκε πρόσφατα επίτιμος πρόξενος της Ελλάδας στη Νέα Ορλεάνη. Διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον Ρούμπιο και στενούς δεσμούς με τον πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον.
Πρόσβαση στον Αμερικανό πρόεδρο έχει επίσης ο επιχειρηματίας Τζον Κατσιματίδης, που είχε υποστηρίξει ένθερμα την επιλογή της Γκίλφοϊλ. Δεν έχει, ωστόσο, εκδηλώσει ενδιαφέρον για την πρεσβεία στην Αθήνα.
Η Γκίλφοϊλ δεν εμφανιζόταν αρχικά ως η επικρατέστερη επιλογή για την Ελλάδα. Πριν από την αιφνιδιαστική ανακοίνωση της τοποθέτησής της, προβάδισμα φερόταν να έχει ο Μπιλιράκης, ενώ για την ίδια είχαν κυκλοφορήσει πληροφορίες ότι ενδιαφερόταν για την πρεσβεία στο Βατικανό.
Το πολιτικό βάρος της απόφασης του Τραμπ
Η ταχύτητα με την οποία κινήθηκε ο Λευκός Οίκος ερμηνεύεται ως προσπάθεια να περιοριστεί το πολιτικό κόστος για τον Τραμπ πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Η σχέση του με την Γκίλφοϊλ δεν περιοριζόταν στην προσωπική της σύνδεση με τον γιο του. Η ίδια είχε ενεργό ρόλο στον πολιτικό του κύκλο, στη συγκέντρωση χορηγιών και σε σημαντικές προεκλογικές διοργανώσεις, όπως το συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων.
Παρά τους δεσμούς αυτούς, τόσο ο Τραμπ όσο και ο Τζ. Ντ. Βανς επέλεξαν να κρατήσουν αποστάσεις. Στο επίκεντρο των σχετικών πολιτικών εκτιμήσεων βρίσκεται το ενδεχόμενο οι Δημοκρατικοί να αποκτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου και να προχωρήσουν σε κοινοβουλευτικές έρευνες για οικονομικές υποθέσεις Ρεπουμπλικανών.
Οι Δημοκρατικοί έχουν προαναγγείλει τέτοιες πρωτοβουλίες, στις οποίες ενδέχεται να περιληφθούν και οι καταγγελίες για την Γκίλφοϊλ. Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, εξαρτάται από το εκλογικό αποτέλεσμα και τις αποφάσεις που θα ακολουθήσουν.
Τα δημοσιεύματα της WSJ και ο Κάθετος Διάδρομος
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι αναφορές της Wall Street Journal για φερόμενη πρόσβαση λομπιστών ιδιωτικών εταιρειών σε επίσημες συναντήσεις της πρέσβεως.
Το ζήτημα είχε καταγραφεί ήδη στο πρώτο δημοσίευμα της εφημερίδας και αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία των καταγγελιών για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της. Η ίδια απορρίπτει τις αιτιάσεις και υποστηρίζει δημόσια την αθωότητά της.
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, αναγνώρισε θετικά στοιχεία στο έργο της, εκφράζοντας παράλληλα δυσαρέσκεια για όσα δημοσιεύονταν.
Η στάση αυτή ερμηνεύεται και ως διαχωρισμός της υπόθεσης από την αμερικανική ενεργειακή πολιτική. Ο Κάθετος Διάδρομος παρουσιάζεται ως στρατηγική επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών και όχι ως προσωπική πρωτοβουλία της Γκίλφοϊλ, παρά τη συμβολή της στην προώθησή του.
Οι καταγγελίες αφορούν τον τρόπο με τον οποίο προωθήθηκε η υλοποίηση του έργου και τον ενδεχόμενο ρόλο ιδιωτικών συμφερόντων, όχι την ίδια την ενεργειακή επιλογή. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η στήριξη της αμερικανικής πλευράς στο έργο αποτυπώνεται και στις τοποθετήσεις των υπουργών Ενέργειας και Εξωτερικών.
![]()
