Η Πινακοθήκη Αβέρωφ είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πολιτιστικά σημεία του Μετσόβου και από το 1988 δίνει ξεχωριστή αξία στην ορεινή παραδοσιακή κωμόπολη. Στα 1.160 μέτρα υψόμετρο, ανάμεσα στα πλακόστρωτα καλντερίμια και τα πετρόχτιστα σπίτια, λειτουργεί σαν ένα «ορεινό καταφύγιο Τέχνης».
Το μουσείο είναι δημιούργημα του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα, ο οποίος οραματίστηκε ένα φάρο νεοελληνικής τέχνης στο Μέτσοβο. Η κόρη του, πεζογράφος Τατιάνα Αβέρωφ, ξεδιπλώνει τις σκέψεις που οδήγησαν στην ίδρυσή του, για να γνωρίσει ο επισκέπτης επιτεύγματα της σύγχρονης Ελλάδας και την τέχνη του 19ου και 20ού αιώνα.
«Όλοι στο εξωτερικό γνωρίζουν για τις αρχαιότητες, την ελληνική μουσική, όμως κανένας δεν ξέρει πως υπάρχει και τέχνη στη σύγχρονη εποχή, στη νεότερη Ελλάδα». Με αυτά τα λόγια, όπως τα θυμάται η ίδια από τα παιδικά της χρόνια, περιγράφει τη σκέψη του πατέρα της.
Η κ. Αβέρωφ θυμάται τις επισκέψεις της μαζί του στη Φοιτητική Εστία Τοσίτσα, στην Κάτω Κηφισιά, που ανήκει στο Ίδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα. Εκεί ο Ευάγγελος Αβέρωφ «έκτιζε» με αφοσίωση τη συλλογή του, αγοράζοντας τα έργα πίνακα-πίνακα και βλέποντάς την να μεγαλώνει, παρότι ο ίδιος έλεγε πως είχε καημό, γιατί «δεν είμαι σε θέση ούτε γραμμή να τραβήξω εγώ στον καμβά».
Όταν η συλλογή έφτασε περίπου τους 200 πίνακες και όλα ήταν έτοιμα για να γίνει η Πινακοθήκη στο Μέτσοβο, ήρθε η Δικτατορία. Τότε ο Ευάγγελος Αβέρωφ απογοητεύτηκε από την κατάσταση στο Μέτσοβο, δέχτηκε οχλήσεις και προβλήματα, ενώ οι χουντικοί του τόπου τον αποδοκίμαζαν.
Πικράθηκε, γιατί όλα όσα είχε αποκτήσει για τη συλλογή προέρχονταν αποκλειστικά από προσωπικούς του πόρους και στερήθηκαν από την οικογένεια, ώστε να δημιουργηθεί ένας φάρος Πολιτισμού. Πάνω στην πίκρα και στον θυμό του, όπως λέει η κ. Αβέρωφ, τα πούλησε και αποφάσισε πως δεν θα προχωρήσει, γιατί «δεν το άξιζε η χούντα να ’χει αγαθοεργίες σε μέρη όπου ο κόσμος ήταν χουντικός».
Τα έργα αγοράστηκαν από τον Αναστάσιο Λεβέντη, ιδρυτή του ομώνυμου Ιδρύματος, ο οποίος τότε σχεδίαζε να δημιουργήσει μια Πινακοθήκη στην Κύπρο. Αυτό λειτούργησε θετικά για τον πολιτικό, αφού ο σκοπός ήταν υπέρ της Μεγαλονήσου, ενώ η πρώτη αυτή συλλογή είχε περίπου 200 έργα σπουδαίων Ελλήνων καλλιτεχνών και ίσης αξίας με την παρούσα.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ μετάνιωσε για την πώληση και ξεκίνησε από το μηδέν μια νέα συλλογή. Με αυτήν εγκαινιάστηκε το 1988 η Πινακοθήκη, ενώ στη συνέχεια αγόρασε οικόπεδο δίπλα στην πλατεία του Μετσόβου, στο σημείο όπου ήταν παλιά το σαμαράδικο των προγόνων του, πριν από τον ξενιτεμό τους.
Το κτήριο της Πινακοθήκης, χτισμένο με σεβασμό στην παράδοση και το τοπίο, στέγασε τη συλλογή του και τα εγκαίνια έγιναν το 1988, ενάμισυ χρόνο πριν από τον θάνατό του. Η κ. Τατιάνα Αβέρωφ σημειώνει ότι ειδικοί θεωρούν αυτή τη δεύτερη συλλογή πιο μουσειακή από την πρώτη, επειδή ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας συμβουλευόταν για κάθε αγορά τον τότε διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης, Δημήτρη Παπαστάμο.
Ο στόχος ήταν η συλλογή να είναι αντιπροσωπευτική, ώστε ο επισκέπτης να γνωρίσει την πορεία της νεοελληνικής ζωγραφικής. Θεωρείται μια πλήρης συλλογή και, μαζί με την Πινακοθήκη Κατσίγρα και την Εθνική Πινακοθήκη, λέγεται πως είναι από τις τρεις πλήρεις, γιατί αποδίδουν καλύτερα την ιστορία της Νεοελληνικής Τέχνης και επιτρέπουν στους ειδικούς να μελετούν σε βάθος το κάθε έργο.
Η Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ φιλοξενεί μόνιμη έκθεση με αντιπροσωπευτικά έργα των σημαντικότερων Ελλήνων ζωγράφων, χαρακτών και γλυπτών του 19ου και του 20ού αιώνα, όπως των Γύζη, Λύτρα, Βολανάκη, Ιακωβίδη, Παρθένη, Μαλέα, Γαλάνη, Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Μόραλη, Τέτση και πολλών ακόμη.
Η Πινακοθήκη ανήκει στο κοινωφελές Ίδρυμα Ευαγγέλου Αβέρωφ-Τοσίτσα, που ιδρύθηκε το 1987 με βασικό στόχο τη λειτουργία της. Διοικείται από 7μελές Συμβούλιο, στο οποίο συμμετέχει η Όλγα Μετζαφού Πολύζου, πρόεδρος της Εθνικής Πινακοθήκης.
«Την ξεχωρίσαμε ως σπουδαία ιστορικό τέχνης και άνθρωπο και της ζητήσαμε να μπει στο Συμβούλιο ως ο πλέον ειδικός συνεργάτης», εξηγεί η κ. Τατιάνα Αβέρωφ.
Το 1995 έγινε μια μεγάλη επένδυση στην Πινακοθήκη, καθώς απέκτησε ακόμη δύο αίθουσες για περιοδικές εκθέσεις. Το 2020, με χορηγία του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου, πραγματοποιήθηκε εκσυγχρονισμός του μουσείου και έγινε προσβάσιμο στα ΑΜΕΑ.
Ως πηγή πολιτισμού, η Πινακοθήκη, πέρα από τη μόνιμη έκθεση, παρουσιάζει πλούσια δράση με σημαντικές περιοδικές εκθέσεις, με έργα που συγκεντρώνονται από άλλα μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της χώρας ή του εξωτερικού.
Παράλληλα, διοργανώνει επιστημονικά συμπόσια και ημερίδες, φιλοξενεί εκπαιδευτικά προγράμματα με χορηγό την Τράπεζα Ηπείρου και έχει ως πιο σημαντική δράση το Εικαστικό εργαστήρι της Πινακοθήκης, που λειτουργεί για τα παιδιά της περιοχής.
Η κ. Αβέρωφ, μιλώντας στα εγκαίνια ως πρόεδρος του Ιδρύματος, είχε τονίσει πως η φιλοδοξία της είναι αφενός να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο η συλλογή και να εμπλουτιστεί με σύγχρονους καλλιτέχνες, αφετέρου να αναπτυχθούν εκπαιδευτικές δράσεις και να λειτουργήσει χώρος εργαστηρίου καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων, όπως συμβαίνει σήμερα.
Το Εικαστικό εργαστήρι βρίσκεται στον 3ο όροφο του μουσείου και, όπως εξηγεί η πρόεδρος, τα παιδιά που ανεβαίνουν για να απασχοληθούν περνούν από τις αίθουσες, ώστε το βλέμμα τους να ευαισθητοποιείται στα έργα τέχνης που συναντούν.
Το 2022, η Πινακοθήκη Αβέρωφ προστέθηκε στον κατάλογο των Αγνωρισμένων-Πιστοποιημένων Μουσείων της Ελλάδας και έλαβε από το υπουργείο Πολιτισμού το σήμα «Αναγνωρισμένο Μουσείο».
ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΒΕΡΩΦ/STR
![]()

