Μαρίκα Κοτοπούλη: Τρεις προσωπικότητες αποκαλύπτουν το φαινόμενο πίσω από τη θρυλική ηθοποιό

Μαρίκα Κοτοπούλη: Τρεις προσωπικότητες αποκαλύπτουν το φαινόμενο πίσω από τη θρυλική ηθοποιό

Η Μαρίκα Κοτοπούλη παραμένει ένα από τα πιο ισχυρά πρόσωπα του ελληνικού θεάτρου, με μια διαδρομή που εξακολουθεί να προκαλεί θαυμασμό και συζητήσεις. Τρεις προσωπικότητες μιλούν στο ΑΠΕ- ΜΠΕ για το φαινόμενο που σημάδεψε το θέατρο του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.

«Μια σχεδόν άγνωστη βιογραφία» της Κοτοπούλη φωτίζει μια από τις σημαντικότερες ηθοποιούς του νεοελληνικού θεάτρου, για την οποία έχουν γραφτεί πολλά αποσπασματικά, αλλά έχει γίνει ελάχιστη συστηματική έρευνα, σε αντίθεση με την Κυβέλη, όπως λέει ο συγγραφέας, κριτικός και εκδότης Διονύσης Ν. Μουσμούτης. Ο ίδιος υπογράφει την εισαγωγή, την επιμέλεια και το επίμετρο του βιβλίου «Μήτσος Μυράτ: Μαρίκα Κοτοπούλη – Μια σχεδόν άγνωστη βιογραφία» (εκδόσεις Όταν) και μίλησε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στη δημοσιογράφο Κατερίνα Λυμπεροπούλου για το φαινόμενο Κοτοπούλη και την εποχή της.

Φως σε αυτή την «ειδική» προσωπικότητα με την ακαταμάχητη αύρα και το εκρηκτικό ταπεραμέντο ρίχνουν ο συγγραφέας και ομ. Καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, Βάλτερ Πούχνερ, αλλά και ο ζωγράφος Πέτρος Ζουμπουλάκης, αδερφός της ηθοποιού Βούλας Ζουμπουλάκη, συζύγου του γιου του Μήτσου Μυράτ, Δημήτρη. Ο Ζουμπουλάκης είναι από τους λίγους που μπορούν να πουν ότι έχουν σφίξει το χέρι της Κοτοπούλη και την έχουν δει επί σκηνής δύο φορές, το 1949 και το 1952.

Εδώ και είκοσι χρόνια ο Δ. Μουσμούτης είχε εντοπίσει τη βιογραφία της ηθοποιού, που είχε γράψει ο Μήτσος Μυράτ και δημοσιεύθηκε το 1931 σε 41 συνέχειες στην εφημερίδα «Ελεύθερος Άνθρωπος» του Κώστα Αθάνατου.

Όπως αναφέρει ο ίδιος, το ενδιαφέρον για το έργο αυτό πηγάζει από το γεγονός ότι ο Μυράτ, ως σύζυγος της αδερφής της Κοτοπούλη, Χρυσούλας, και στενός συνεργάτης της στο θέατρο για πολλά χρόνια, ζούσε κοντά της και γνώριζε τα γεγονότα «από πρώτο χέρι». Ο Μυράτ, που υπήρξε παντρεμένος με την «άσπονδη» συνάδελφο της Κοτοπούλη, Κυβέλη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, μετά τον άτυχο γάμο του παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την αδερφή της Μαρίκας Κοτοπούλη και απέκτησαν τον διακεκριμένο ηθοποιό και σκηνοθέτη Δημήτρη Μυράτ. Πέρα από πρωταγωνιστής, καλλιτεχνικός διευθυντής, σκηνοθέτης και θιασάρχης, ο Μήτσος Μυράτ ασχολήθηκε και με τη συγγραφή, αφήνοντας πολλές πληροφορίες για το ελληνικό θέατρο του 20ού αιώνα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η παράθεση του τεκμηριωτικού υλικού στο βιβλίο. Τα δύο επίμετρα, με τα βιογραφικά των προσώπων, τους θιάσους και τις παραστάσεις, βοηθούν τον αναγνώστη, ενώ το παράρτημα με δημοσιεύματα του ημερήσιου Τύπου προσθέτει ερευνητική αξία στην έκδοση.

Κατά τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, όπως σημειώνεται στο εισαγωγικό κείμενο του βιβλίου του Μήτσου Μυράτ, η Κοτοπούλη υπήρξε «ακρογωνιαίος λίθος στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου τον 20ό αιώνα». Δεν ήταν μόνο η μεγάλη ηθοποιός που κατάφερε να αφομοιώσει όλα τα στιλ και να παίξει με άνεση κωμειδύλλιο, φάρσα, δράμα, τραγωδία και επιθεώρηση. Δεν ήταν μόνο η δυναμική θιασάρχης που, σε μια εποχή ανδροκρατίας, διηύθυνε θίασο και καθοδηγούσε τα καλλιτεχνικά πράγματα του τόπου. Δεν ήταν μόνο η γοητευτική γυναίκα. «Ήταν κυρίως μια πνευματική φυσιογνωμία και είχε συνείδηση της αξίας της και της ευθύνης της, η πρώτη κυρία της Τέχνης που έσπασε τα στεγανά της απομόνωσης του ηθοποιού από την κοινωνική ζωή… Ήταν η μεγάλη δασκάλα του θεάτρου που σημάδεψε όσους την πλησίασαν», γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στο «Η ανατομία ενός μύθου».

Επιτακτική ανάγκη να γίνει ολοκληρωμένη μονογραφία για τη Μαρίκα Κοτοπούλη, λέει ο Βάλτερ Πούχνερ, τονίζοντας ότι το βιβλίο κινείται σε έναν χώρο λίγο πέρα από την επίσημη ιστοριογραφία. Ο Μουσμούτης, όπως σημειώνει, αξιοποιεί μια κυρίως ανεκδοτολογική βιογραφία του Μήτσου Μυράτ, ο οποίος για δεκαετίες ήταν στον ίδιο θίασο με την Κοτοπούλη και κανόνιζαν μαζί το ρεπερτόριό του. Η σειρά άρθρων αποτελεί, κατά τον ίδιο, σπουδαία πηγή γιατί δίνει εικόνα της θεατρικής ζωής «από μέσα». Η Κοτοπούλη βρέθηκε για δεκαετίες σε βεντέτα με την ηθοποιό Κυβέλη (Ανδριανού), ενώ το αποτύπωμά της στον δημόσιο βίο ήταν ακόμη μεγαλύτερο λόγω της ερωτικής σχέσης με τον Ίωνα Δραγούμη, χωρίς γάμο, κάτι που τότε θεωρήθηκε σκάνδαλο.

Για την Κυβέλη υπάρχει διδακτορική διατριβή και συστηματική δουλειά, όμως για την Κοτοπούλη δεν υπάρχει ολόκληρο το παραστασιολόγιό της ούτε ένα συγκροτημένο επιστημονικό έργο, λέει ο Βάλτερ Πούχνερ στο ΑΠΕ- ΜΠΕ.

Στο ερώτημα γιατί συνέβη αυτό, απαντά ότι είναι δύσκολο να δοθεί μια καθαρή εξήγηση, ίσως επειδή τράβηξε πολύ πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας. Ο ίδιος σημειώνει ακόμη ότι η εργασία του επιμελητή του βιβλίου στο έπος του βίου της πρωταγωνίστριας και της εποχής της είναι μια ολοκληρωμένη επιστημονική δουλειά που βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί πρόσωπα, πράγματα, γεγονότα, ημερομηνίες και παραστάσεις έναν αιώνα μετά. «Το βιβλίο αυτό κάνει επιτακτικότερη την αίσθηση της ανάγκης να γίνει μια ολοκληρωμένη μονογραφία πάνω στη Μαρίκα Κοτοπούλη. Το βιβλίο αυτό είναι στο δρόμο προς την ολοκλήρωση αυτή», τονίζει.

Όταν τον ρωτούν τι ήταν εκείνο που έκανε την Κοτοπούλη ξεχωριστή, απαντά πως ήταν ένας ηθοποιός – τύπος και ότι σε όποιον ρόλο κι αν μπήκε, του έδωσε τη δική της σφραγίδα.

Πώς να ξεχάσω τη «σπηλαιώδη» φωνή της Μαρίκας Κοτοπούλη;, αναρωτιέται ο ζωγράφος Πέτρος Ζουμπουλάκης, ο οποίος, λόγω της σχέσης του με τη Βούλα Ζουμπουλάκη, σύζυγο του Δημήτρη Μυράτ, είχε από παιδί πρόσβαση στο θέατρο και στα καμαρίνια. Η παρουσία του θρύλου της Κοτοπούλη ήταν διαρκώς παρούσα στη ζωή του, παρότι τη συνάντησε λίγες φορές.

Ο Πέτρος Ζουμπουλάκης λέει ότι ερχόταν σε επαφή μαζί της μετά από παραστάσεις που είχε δει και πήγαινε στο καμαρίνι, ως αδερφός της Βούλας Ζουμπουλάκη, για να τη συγχαρεί. «Γεια σου πουλάκι μου», του έλεγε και εκεί τελείωνε η επαφή τους.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Μήτσος Μυράτ ήταν ένας πνευματικός άνθρωπος και, γενικότερα, μια πολυδιάστατη προσωπικότητα. Τον γνώρισε στα τελευταία χρόνια της καριέρας του, ενώ ως μαθητής Γυμνασίου τον είδε μία και μοναδική φορά στην τελευταία του εμφάνιση στη σκηνή, στο γαλλικό μπουλβάρ «Σιμούν» (Le Simoun) του Ανρί-Ρενέ Λενορμάν, το οποίο ο γιος του ανέβασε το 1956 στο θέατρο Κοτοπούλη, δίνοντάς του τον κεντρικό ρόλο για ιστορικούς και συναισθηματικούς λόγους.

«Τον θυμάμαι μόνο ως φιγούρα. Ήταν πολύ ηλικιωμένος όταν έπαιξε αυτόν τον ρόλο, αλλά ήταν πραγματικά μια ιστορική, θα έλεγα, αναβίωση. Και βέβαια ο Δημήτρης Μυράτ θριάμβευε σε αυτόν τον ρόλο», σημειώνει ο Πέτρος Ζουμπουλάκης. «Καταλαβαίνετε ότι μεγαλωμένος σε ένα τέτοιο θεατρικό περιβάλλον είχε αναπτύξει κι αυτός ταλέντο. Και βέβαια η Κοτοπούλη τον εμπιστευόταν και τον έκανε πρωταγωνιστή και καλλιτεχνικό διευθυντή του θιάσου της. Η Μαρίκα ενθάρρυνε τους νέους, αν και ήταν αυστηρή στην κρίση της. Ενέκρινε και χειροκρότησε το ταλέντο της Βούλας Ζουμπουλάκη και την έκανε μέλος του θιάσου της. Δεν ήταν εύκολο να είσαι μέλος του θιάσου Κοτοπούλη», επισημαίνει.

Ο ίδιος είχε δει τη Μαρίκα Κοτοπούλη δύο φορές επί σκηνής: το 1949 στην «Ορέστεια» του Αισχύλου στο Ηρώδειο, ως Κλυταιμνήστρα με τον Δημήτρη Μυράτ ως Ορέστη, και στην τελευταία της παράσταση στο «Έκτο πάτωμα» του Αλφρέντ Ζερί στο θέατρο Κοτοπούλη. Ήταν η τελευταία της εμφάνιση στη σκηνή του θεάτρου της Πανεπιστημίου και η τελευταία της παρουσία στην Αθήνα, λίγο πριν από τον θάνατό της.

«Ήταν μια ακόμα συγκλονιστική εμφάνιση, όσο μπορώ να θυμηθώ βέβαια. Έβγαινε και γέμιζε τη σκηνή. Κρατούσε με το χέρι το κεφάλι της, κοιτούσε ψηλά, είχε έναν ωραίο μονόλογο και θυμάμαι αυτό το κούνημα του ποδιού της σε μια εμβληματική σκηνή, που έχει αποτυπωθεί και σε φωτογραφίες. Ήταν μικροκαμωμένη αλλά είχε τρομερή φωνή. Σπηλαιώδη θα την χαρακτήριζα. Διέθετε όλο το εύρος της φωνητικής έκτασης, από τις πιο χαμηλές έως τις πιο ψηλές νότες, με εντυπωσιακό βάθος. Είχε φωνή υψιφώνου και βαρυτόνου – αν μπορούμε να πούμε βαρύτονο μια γυναίκα. Αυτό το θυμάμαι – πώς να το ξεχάσω;».

Κατερίνα Λυμπεροπούλου

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:

-Το εξώφυλλο του βιβλίου «Μήτσος Μυράτ: Μαρίκα Κοτοπούλη – Μια σχεδόν άγνωστη βιογραφία»

-.Στην κωμωδία «Η κοκέτα» του Τζιανίνο Αντόνα Τραβέρσι, το 1912 (Αρχείο Μάνου Ελευθερίου)

-Με τον Μήτσο Μυράτ στο δράμα «Ισραήλ» του Ανρί Μπερνστάιν, το 1912 (Αρχείο Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου – Θεατρικού Μουσείου)

-Ο Ίων Δραγούμης με τη Μαρίκα Κοτοπούλη στην Κωνσταντινούπολη το 1908 (Αρχείο Ίωνος Δραγούμη, Τμήμα Αρχείων, Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών)

Loading

Play