Το βρετανικό σινεμά βρήκε στο πρόσωπο του Ντάνι Μπόιλ έναν δημιουργό που δεν έπαψε ποτέ να κινείται, να πειραματίζεται και να συζητά για όσα συμβαίνουν γύρω του. Από το «Trainspotting» μέχρι το «Ink», παραμένει μια από τις πιο ζωντανές παρουσίες του σύγχρονου βρετανικού κινηματογράφου.
Χωρίς να μένει περιορισμένος στη διεισδυτική κοινωνική ματιά του εμβληματικού Κεν Λόουτς, ο Μπόιλ άνοιξε το εύρος του σε πολλά είδη, από τη μαύρη κωμωδία και το θρίλερ έως το νεο-νουάρ, το δράμα, την επιστημονική φαντασία και τον τρόμο. Μαζί με τον Κρίστοφερ Νόλαν, τον Τζόναθαν Γκλέιζερ και τον Σαμ Μέντες, συγκαταλέγεται σε ό,τι πιο ενδιαφέρον έχει να δείξει το βρετανικό σινεμά τις δύο τελευταίες δεκαετίες.
Το σινεμά του Μπόιλ ξεχωρίζει για τη δυναμική του ματιά, τον γρήγορο ρυθμό, το κοφτό μοντάζ, τις αντισυμβατικές γωνίες λήψης, την αεικίνητη κάμερα και τη συμβολική χρήση του χρώματος, που συνδέεται με την ψυχολογική κατάσταση των ηρώων του. Τα σάουντρακ έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις ταινίες του και συχνά καθορίζουν ακόμη και τον ρυθμό του μοντάζ, ενώ ο ίδιος επιστρέφει ξανά και ξανά στα θέματα του πλουτισμού, της απληστίας, του κυνηγιού του χρήματος και της επίδρασής τους στις ανθρώπινες σχέσεις και στις ηθικές εκπτώσεις των ηρώων του.
Συμπληρώνοντας τα 70 του χρόνια, γεννημένος στις 20 Οκτωβρίου 1956, ο Ντάνι Μπόιλ έχει κατακτήσει Όσκαρ, BAFTA και Χρυσές Σφαίρες, έχει κερδίσει εκατομμύρια θαυμαστές και έχει υπηρετήσει τις ιδέες του τόσο μέσα από ανεξάρτητες παραγωγές όσο και από φιλμ που απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Δεν μένει ποτέ αδρανής, καθώς παραμένει κοινωνικά δραστήριος, καλλιτεχνικά ανήσυχος και συχνά ταραξίας, παρότι παπαδοπαίδι. Τελευταία του δημιουργία είναι το «Ink», που ενθουσίασε στην πρεμιέρα του πρόσφατου Φεστιβάλ Βενετίας και ασχολείται με τον μεγιστάνα Ρούπερτ Μέρντοχ και την εμπλοκή του με τον Τύπο.
Από παπαδοπαίδι στο θέατρο
Ο Ντάνιελ Φράνσις Μπόιλ γεννήθηκε το 1956 στο Ράντκλιφ του Λάνκασαϊρ, στην Αγγλία, λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο του Μάντσεστερ, από γονείς ιρλανδικής καθολικής καταγωγής, ενώ έχει ακόμη δύο αδελφές που έγιναν δασκάλες. Η καθολική οικογένειά του, εργατικής τάξης, τον οδήγησε από παιδί προς την ιεροσύνη. Υπήρξε παπαδοπαίδι, όμως ένας ιερέας, όταν ήταν 14 ετών, τον έπεισε να μην πάει στη θεολογική σχολή. Όπως έχει πει ο ίδιος, «δεν ξέρω αν με έσωσε από την ιεροσύνη ή την ιεροσύνη από μένα, αλλά πολύ σύντομα άρχισα να κάνω θέατρο. Νομίζω ότι υπάρχει μία σύνδεση. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σκηνοθέτες Μάρτιν Σκορτσέζε, Τζον Γου και Μ. Νάιτ Σιάμαλαν ήταν προορισμένοι για να γίνουν ιερείς».
Ο Σέξπιρ και η τηλεόραση
Άρχισε να σκηνοθετεί ως φοιτητής τη θεατρική ομάδα του πανεπιστημίου University College of North Wales, όπου σπούδαζε φιλολογία και θέατρο, και πολύ γρήγορα μπήκε επαγγελματικά στον θεατρικό χώρο, σκηνοθετώντας στο Royal Court Theatre το 1982 και στη συνέχεια πέντε παραγωγές στο Royal Shakespeare Company. Το 1987 πέρασε στην τηλεόραση και ως παραγωγός στο BBC, γυρίζοντας σειρές όπως «Arise And Go Now», «Not Even God Is Wise Enough» και «For The Greater Good».
Αναζωογονώντας το βρετανικό σινεμά
Το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, το κωμικό θρίλερ «Μικρά Εγκλήματα Μεταξύ Φίλων», προκάλεσε ενθαρρυντικές εντυπώσεις, του χάρισε την πρώτη υποψηφιότητα για Όσκαρ και το πρώτο του BAFTA και έγινε η πιο εμπορική ταινία του 1995 στη Βρετανία. Το κυριότερο, όμως, ήταν ότι του άνοιξε τον δρόμο για την παραγωγή του «Trainspotting», που οι κριτικοί της χώρας του θεώρησαν ως μια σημαντική αναζωογόνηση του βρετανικού σινεμά. Η ταινία, σε σενάριο του Τζον Χοτζ και με εντελώς ανεξέλεγκτη σκηνοθεσία, ξεχωρίζει για τις λοξές γωνίες λήψης, τους ευρυγώνιους φακούς και τη νευρική κίνηση της κάμερας, δημιουργώντας όξυνση των αισθήσεων και έναν οπτικό εθισμό. Η ιστορία ακολουθεί μια παρέα νέων στο Εδιμβούργο, χρήστες ηρωίνης, που επιδίδονται σε μικροκλοπές για να αντέξουν τη φτώχεια τους και να εξασφαλίσουν την εξάρτησή τους. Ο Γιούαν Μακρέγκορ γίνεται μόδα, ενώ το σάουντρακ από τη δεκαετία του ’70, από Ίγκι Ποπ μέχρι Λου Ριντ, βάζει τη δική του σφραγίδα.
Παραλία – παραλία
Το 2000 γύρισε την εμπορικά επιτυχημένη «Παραλία», με πρωταγωνιστή τον τότε ανερχόμενο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, μια ταινία που δίχασε την κριτική, καθώς ο Μπόιλ επικρίθηκε για την επιφανειακή προσέγγιση του μυθιστορήματος του Άλεξ Γκάρλαντ και για τους ρηχούς χαρακτήρες. Ωστόσο, ο Βρετανός σκηνοθέτης στήνει ένα φιλμ με ενέργεια και πειστική ατμόσφαιρα, στη φημισμένη παραλία της Ταϊλάνδης.
Σύγχρονος τρόμος
Δύο χρόνια αργότερα πέρασε στον τρόμο με το δυνατό «28 Ημέρες Μετά» και πρωταγωνιστή τον Κίλιαν Μέρφι, που υποδύεται έναν νεαρό ο οποίος ανακαλύπτει ένα έρημο Λονδίνο εξαιτίας ενός θανατηφόρου μεταδοτικού ιού, ο οποίος μετατρέπει τους ανθρώπους σε κτήνη με δολοφονικές διαθέσεις. Πρόκειται για μια σύγχρονη ταινία τρόμου με ατμόσφαιρα που κόβει την ανάσα, από τον στιλίστα Μπόιλ, αλλά και με καλογραμμένο σενάριο και νόημα. Η επιτυχία της ήταν τόσο μεγάλη, ώστε το φιλμ έγινε φραντσάιζ με ακόμη τρεις συνέχειες, με την τελευταία να είναι παραγωγής 2025.
Το Μπόλιγουντ και το Όσκαρ
Μετά από μια σειρά πειραματικών αναζητήσεων, το 2007 ήρθε και η στιγμή για το Όσκαρ σκηνοθεσίας. Η διάκριση ήρθε με το «Slumdog Millionaire», μια τεράστια επιτυχία που συνδύασε τη μαγεία του Μπόλιγουντ με τις καλές στιγμές του Χόλιγουντ. Ένας 18χρονος, μεγαλωμένος στις φτωχογειτονιές της Βομβάης, κερδίζει ένα τεράστιο ποσό στο τηλεπαιχνίδι «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;», γίνεται το πρόσωπο της ημέρας και μπλέκει σε περιπέτειες, καθώς κανείς δεν πιστεύει ότι γνώριζε τις απαντήσεις. Ένα απολαυστικό οδοιπορικό στη σύγχρονη Ινδία, μια συναρπαστική περιπλάνηση στα κινηματογραφικά είδη, που προκαλεί συγκίνηση με τον απενοχοποιημένο μελοδραματισμό του. Το αποτέλεσμα ήταν Όσκαρ σκηνοθεσίας και άλλα επτά χρυσά αγαλματίδια, τέσσερις Χρυσές Σφαίρες και επτά Bafta.
Το όχι στον Τζέιμς Μποντ
Το 2015 γύρισε το βιογραφικό «Steve Jobs», ένα ενδιαφέρον φιλμ για τον ιδρυτή της Apple και τον πολύπλοκο, καθόλου αθώο κόσμο της τεχνολογίας, δύο χρόνια μετά το σίκουελ του «Trainspotting», ενώ το 2019 παρέδωσε τη χαριτωμένη κωμωδία φαντασίας «Yesterday», με μια πανέξυπνη ιδέα και όλα τα συστατικά ενός γλυκού love story, γεμάτου μεγάλες μουσικές επιτυχίες. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο είχε την πολυτέλεια να αρνηθεί την πρόταση να σκηνοθετήσει την 25η ταινία του Τζέιμς Μποντ, «No Time to Die», λόγω της διαφωνίας του πάνω στο σενάριο.
Ολυμπιονίκης
Χωρίς να αφήσει ποτέ το θέατρο, ο Μπόιλ ανέλαβε και καλλιτεχνικός διευθυντής της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012 στο Λονδίνο, γυρίζοντας και το φιλμ «Νησιά των Θαυμάτων», χαρτογραφώντας τον βρετανικό πολιτισμό και κερδίζοντας επαίνους.
Συνεχίζοντας με νεανική ορμή
Ο Ντάνι Μπόιλ, που έχει αποκτήσει τρία παιδιά από την πρώτη του σύντροφο, την ηθοποιό Φράνσις Μπάρμπερ, από τα χρόνια των σπουδών του, περιμένει εναγωνίως να δει την κατάργηση της μοναρχίας στη Βρετανία, είναι ενεργό μέλος φιλανθρωπικών σωματείων, δηλώνει «πνευματικώς άθεος», συμμετέχει στα πολιτικά δρώμενα και συνεχίζει να σχεδιάζει, με νεανική ορμή, τα επόμενα καλλιτεχνικά του βήματα.
![]()
