Συγκίνησε στο Μέγαρο ο Julian Barnes: Παρά τις «Αναχωρήσεις» μίλησε με χιούμορ για το τελευταίο του βιβλίο

Συγκίνησε στο Μέγαρο ο Julian Barnes: Παρά τις «Αναχωρήσεις» μίλησε με χιούμορ για το τελευταίο του βιβλίο

Ο Julian Barnes, από τις πιο καθοριστικές μορφές του νέου βρετανικού μυθιστορήματος, συγκίνησε με τον λόγο και το χιούμορ του το αθηναϊκό κοινό στην εκδήλωση του ΕΛΙΒΙΠ στο Μέγαρο Μουσικής, την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου. Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Megaron Plus.

Προλαμβάνω τον καρκίνο του μαστού

Με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά, από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο», του βιβλίου του «Αναχωρήσεις», ο Julian Barnes συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Ηλία Μαγκλίνη και ανέδειξε το διεισδυτικό του πνεύμα, τη μεγάλη του πολυμάθεια και το αστείρευτο χιούμορ του. Τα στοιχεία αυτά χαρακτηρίζουν συνολικά τη συγγραφική του πορεία και του χάρισαν το Booker Prize το 2011 για το «Ένα κάποιο τέλος» (μτφ Θ. Σκάσσης, εκδ. «Μεταίχμιο» 2017).

Παρότι αρκετοί περίμεναν να ακούσουν από τη σκηνή του Μεγάρου ότι οι «Αναχωρήσεις» δεν θα είναι το τελευταίο του βιβλίο, ο 80χρονος συγγραφέας απάντησε με το γνώριμο πνεύμα του ότι «πλέον έχει παίξει όλες τις μελωδίες του» και δεν του έχουν απομείνει άλλες.

Ο Ηλίας Μαγκλίνης θυμήθηκε τη συνάντησή τους στο βόρειο Λονδίνο, όταν επισκέφθηκε τον Julian Barnes στο σπίτι του λίγο πριν επιστρέψει στην Ελλάδα, εκπλήσσοντάς τον όταν εκείνος άνοιξε την πόρτα σε έναν εντελώς άγνωστο με αποσκευές. Ο Barnes σχολίασε το περιστατικό με χιούμορ και η κουβέντα στράφηκε γρήγορα στο τελευταίο του βιβλίο, The Man in the Red Coat, με τον ίδιο να επαναλαμβάνει ότι έχει πλέον «παίξει όλες τις μελωδίες του».

Τη στροφή του προς την απόφαση να μη δημοσιεύσει άλλο μυθιστόρημα τη συνέδεσε και με το ίδιο το θέμα των «Αναχωρήσεων», που μιλά για τη φθαρτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, το αδυνάτισμα της μνήμης, το πέρασμα του χρόνου και την ταυτότητα, ιδίως όταν ο άνθρωπος αρχίζει να μετρά τα χρόνια και τις σχέσεις του. Όπως είπε, στα 70 και κάτι καταλαβαίνει κανείς ότι αναπόφευκτα θα υπάρξει ένα τελευταίο έργο. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τον Ιρλανδό φίλο του και ιατρικό συγγραφέα Brian Moore, ο οποίος δεν ήθελε να πεθάνει στη μέση ενός βιβλίου και να βρεθεί κάποιος «κανάγιας» για να το τελειώσει. Για τον ίδιο, πρόσθεσε, κάτω από άλλες συνθήκες το βιβλίο θα μπορούσε να είναι και το τελευταίο του, αφού ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να τον παρασύρει κάποιο ηλεκτρικό πατίνι.

Όπως σημείωσε, ήθελε ο ίδιος να έχει τον έλεγχο της καριέρας του και να μη μετατραπεί σε έναν από τη μεγάλη χορεία Βρετανών ηλικιωμένων συγγραφέων που φλυαρούν αυτοαναφορικά και αυτοβιογραφικά. Πρόσθεσε επίσης, με χιούμορ, πως δεν θα ήθελε να χάσει το πάρτι της παρουσίασης του βιβλίου του σε κάποιο μέρος του κόσμου.

Μιλώντας για την ανθρώπινη φύση και τις σχέσεις μέσα από τον «υβριδικό» τρόπο αφήγησής του, που συνδυάζει δοκίμιο και μυθοπλασία, ειρωνεία και συγκρατημένη συγκίνηση, ο Barnes στάθηκε στο ψυχολογικό υπόβαθρο των «Αναχωρήσεων»: τα ζευγάρια που χωρίζουν και ξανασυναντιούνται χρόνια αργότερα.

Εξήγησε ότι παλαιότερα η διαδικασία αυτή ήταν πολύ πιο δύσκολη, καθώς οι επαφές χάνονταν πιο εύκολα, παρότι το συναίσθημα έμενε ζωντανό. Σήμερα, όπως παρατήρησε, οι επανασυνδέσεις γίνονται ευκολότερα χάρη στο διαδίκτυο. Αναφερόμενος στα αποτελέσματα μιας τέτοιας επανένωσης, είπε ότι οι ψυχίατροι επισημαίνουν πως τα ζευγάρια τείνουν να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη και τις ίδιες συμπεριφορές: ο κτητικός παραμένει κτητικός και ο υβριστικός παραμένει υβριστικός. Παρ’ όλα αυτά, συμπλήρωσε με το γνώριμο χιούμορ του, σε πολλές περιπτώσεις οι ίδιοι οι συμμετέχοντες λένε ότι το σεξ που ακολουθεί είναι «ηφαιστειώδες και το καλύτερο που είχαν ποτέ».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Βρετανός συγγραφέας στη λειτουργία της μνήμης, ένα θέμα που επιστρέφει σταθερά στα έργα του, και στον μηχανισμό της που επιτρέπει να ανασύρεις ακριβώς το βίωμα που έχει αποθηκευτεί σε κάποια από τις «αποθήκες» του νου. Τελικά, ωστόσο, παραδέχθηκε πως συμφωνεί με την άποψη του αδελφού του για τη μνήμη, ως κάτι που ανήκει περισσότερο στον χώρο της φαντασίας και διαμορφώνει «αγαπημένες ιστορίες για τον εαυτό μας», άρα και το τι θυμόμαστε.

Με το ίδιο πνευματώδες ύφος, ο συγγραφέας τοποθετήθηκε και απέναντι στην Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) και στις ανησυχίες για το μέλλον της γραφής και του ίδιου του συγγραφέα ως δημιουργού. Όπως περιέγραψε, όταν κάποιος του είπε ότι ζήτησε από ένα σύστημα AI να γράψει την τελευταία παράγραφο ενός μυθιστορήματος του Julian Barnes, εκείνος είδε το αποτέλεσμα και το θεώρησε αξιολύπητο και ξεκάθαρη λογοκλοπή, λέγοντας με χιούμορ πως, αν αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει η ΤΝ, τότε δεν πρόκειται να χάσει τη δουλειά του. Πρόσθεσε μάλιστα πως οι επίδοξοι μιμητές του πρέπει πρώτα να μάθουν να διαβάζουν πραγματικά τα βιβλία του από τη σελίδα εννέα.

Όσο για τη συνεχιζόμενη πνευματική του δραστηριότητα, ο Barnes ξεκαθάρισε ότι παρότι σταματά τη μυθοπλασία, παραμένει ενεργός συγγραφέας και δοκιμιογράφος, απολαμβάνοντας χωρίς καταναγκασμούς τη συγκίνηση του γραψίματος. Μιλώντας για τη δημιουργική φλόγα, περιέγραψε πώς μια ιδέα ή μια φράση μπορεί να του έρθει στη μέση της νύχτας, δείχνοντας πως η χαρά της δημιουργίας και ο «αντίχειρας του συγγραφέα» συνεχίζουν να λειτουργούν ακόμη και στις μισοκοιμισμένες στιγμές του εγκεφάλου.

Αναφερόμενος στη διαδικασία της γραφής, υπενθύμισε ότι προέρχεται από τη δημοσιογραφία, το δοκίμιο και την κριτική, και ότι πάντοτε ήθελε να γράφει κάτι διαφορετικό από τη συμβατική πλοκή. Έφερε ως παράδειγμα μια 13χρονη αναγνώστρια του «Παπαγάλου του Φλωμπέρ», η οποία, παρότι δεν γνώριζε τίποτε για τον διάσημο Γάλλο συγγραφέα, βρήκε το βιβλίο διασκεδαστικό. Όπως είπε, στη δημοσιογραφία όλοι περιμένουν να καταλάβουν αμέσως τι γράφεις, ενώ στα βιβλία τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα. Για τον ίδιο, ο καλύτερος έπαινος είναι όταν του λένε ότι διάβασαν ένα βιβλίο του και μετά το ξαναδιάβασαν για να δουν αν έχασαν κάτι και τι χρειάζεται να κατανοήσουν καλύτερα.

Όταν αρχίζεις να γράφεις, τόνισε ο Barnes, υπάρχει πάντα ένας συμβιβασμός ανάμεσα στον έλεγχο της ιστορίας και στη ροή της σύνθεσης: πρέπει να μένεις πιστός στην αρχική ιδέα σου, αλλά και να είσαι ανοιχτός όταν η ιστορία παίρνει άλλη τροπή. Δήλωσε αντίθετος στη «ρομαντική» γραφή, όπου ο συγγραφέας ξαφνικά υποστηρίζει ότι οι χαρακτήρες του κυριάρχησαν πάνω στον ίδιο, στο θέμα και στην πλοκή. Είπε ακόμη ότι σχεδιάζει τους χαρακτήρες του ώστε να λειτουργούν φυσικά και ηθικά, περιγράφοντας τη γραφή του σαν «ζωγραφική με κουκκίδες (ή αριθμούς)» σε ορισμένους γρίφους, όπου, ακολουθώντας τις οδηγίες και βάφοντας κάθε υποδεικνυόμενη περιοχή, στο τέλος αποκαλύπτεται ολόκληρη η εικόνα.

Ο Julian Barnes είπε ακόμη πως ήταν συνεσταλμένος και δεν ήθελε να μιλά σε μεγάλα ακροατήρια. Με χιούμορ αναφέρθηκε και στην «αφωνία» του στις συσκέψεις των συντακτών στην εφημερίδα, την οποία —όπως είπε ο ίδιος— πιθανότατα επιθυμούσαν και οι αρχισυντάκτες του.

Ο ξεχωριστός Βρετανός συγγραφέας διασκέδασε ιδιαίτερα το κοινό στο Μέγαρο και με προσωπικές του ιστορίες, μιλώντας ειδικά για τα ταξίδια του στη Ρωσία και την Αλβανία τη δεκαετία του ’60, σε μια εποχή με δύσβατα σύνορα στην Ευρώπη. Με αφορμή τα σύνορα, ο Barnes επέκρινε την απόφαση των Βρετανών για το Brexit ως «χειρότερο από καταστροφική, ανόητη» και εξέφρασε την ικανοποίησή του που μια νεότερη γενιά Βρετανών, η οποία μπορεί να ταξιδεύει και να αντλεί πολιτιστικές εμπειρίες, θέλει την επανένταξη στην ΕΕ, παρά την τιμωρητική διάθεση που μάλλον θα έχει πλέον η Ευρώπη απέναντι στη Βρετανία. Είπε επίσης πως ελπίζει να δει αυτή την ένωση όσο ζει.

Κλείνοντας τη βραδιά, και μιλώντας για τα αγαπημένα του έργα, ο Barnes είπε με το γνώριμο πνεύμα του ότι η ερώτηση μοιάζει με το να ρωτάς μια μητέρα δεκαπέντε παιδιών ποιο είναι το αγαπημένο της. Ωστόσο, μνημόνευσε με ιδιαίτερη τρυφερότητα το The Porcupine και το Flaubert’s Parrot, επειδή ήταν τα πρώτα έργα του που ταξίδεψαν και μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.

Η παρουσίαση ολοκληρώθηκε σχεδόν κατανυκτικά, με τον ίδιο τον Barnes να διαβάζει το τέλος του τελευταίου του μυθιστορήματος, με φωνή γεμάτη συγκίνηση και βάθος. Το κοινό σηκώθηκε όρθιο στο τέλος της ανάγνωσης και τον αποθέωσε με παρατεταμένο χειροκρότημα, εκφράζοντας τον θαυμασμό και τις ευχαριστίες του για τη μοναδική εμπειρία που προσέφερε μία από τις λαμπρότερες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Loading

Play