Σημαντικό βήμα για τη δημιουργία του Διαχρονικού Μουσείου Ξάνθης έγινε με τη θετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων για τις μελέτες αποκατάστασης της Καπναποθήκης «Μπασιούδη» στην Ξάνθη, ώστε να στεγάσει το νέο μουσείο. Το κτήριο, ιδιοκτησίας της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, παραχωρήθηκε το 2025 στο υπουργείο Πολιτισμού για μουσειακή χρήση, σύμφωνα με ανακοίνωση του ΥΠΠΟ.
Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε ότι η αποκατάσταση της Καπναποθήκης «Μπασιούδη» για τη στέγαση του μουσείου είναι μια σημαντική επέμβαση για την προστασία και την ανάδειξη της βιομηχανικής κληρονομιάς της Ξάνθης, αλλά και για την ενίσχυση της πολιτιστικής της ταυτότητας. Όπως είπε, η πόλη διαθέτει πλούσια πολιτιστική κληρονομιά από την προϊστορία έως τα νεότερα χρόνια, ενώ το μουσείο καλείται να την προστατεύσει και να την αναδείξει.
Η ίδια η πάλαι ποτέ λειτουργική Καπναποθήκη, σημείωσε η υπουργός, δεν θα λειτουργεί μόνο ως κέλυφος για τις συλλογές, αλλά ως ένα από τα σημαντικότερα εκθέματα του μουσείου. Η μελέτη δίνει έμφαση στη διατήρηση της αυθεντικότητας του κτηρίου-μνημείου, με σεβασμό στα αρχιτεκτονικά, μορφολογικά, δομικά και υλικά χαρακτηριστικά του, ενώ ενσωματώνει τις σύγχρονες απαιτήσεις ασφάλειας, προσβασιμότητας και λειτουργίας ενός σύγχρονου μουσείου.
Η Καπναποθήκη, ιδιοκτησία του καπνέμπορου Ευάγγελου Μπασιούδη, χρονολογείται στα τέλη του 19ου αιώνα. Ανήκει στον πρώιμο ορθογωνικό τύπο καπναποθήκης, με τετράγωνη κάτοψη 616 τ.μ. και ανάπτυξη σε υπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο, όροφο και δύο ενδιάμεσα επίπεδα. Μορφολογικά εντάσσεται στη νεοκλασική βιομηχανική αρχιτεκτονική, με αυστηρή συμμετρία, γεωμετρική καθαρότητα, επαναλαμβανόμενα ανοίγματα και λιτή διακόσμηση.
Κατά την παρακμή της καπνοπαραγωγής, γύρω στο 1950, τα περισσότερα βιομηχανικά κτήρια της πόλης εγκαταλείφθηκαν. Το 1991, το ακίνητο μεταβιβάστηκε από το σύνολο των συνιδιοκτητών στο Νομαρχιακό Ταμείο Ξάνθης και το 1992 χαρακτηρίστηκε από το υπουργείο Πολιτισμού έργο τέχνης και ιστορικό διατηρητέο μνημείο, καθώς αποτελεί σημαντική μαρτυρία της βιομηχανικής ιστορίας και της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της πόλης.
Αρχιτεκτονική ιδέα για το Διαχρονικό Μουσείο είναι η διατήρηση του κελύφους και των ξύλινων στοιχείων στο εσωτερικό του κτηρίου, όπως τα υποστυλώματα, τα δάπεδα, η κλίμακα, η υπάρχουσα διαφοροποίηση επιπέδων και οι αρχικές είσοδοι. Η μελέτη προβλέπει εκτεταμένη αποκατάσταση του κελύφους, ενίσχυση των λιθοδομών, αντιμετώπιση της υγρασίας, συντήρηση και επισκευή του ξύλινου φορέα, ανακατασκευή της στέγης και αποκατάσταση των όψεων και των κουφωμάτων.
Το Διαχρονικό Μουσείο θα αναπτυχθεί αποκλειστικά στους χώρους της Καπναποθήκης «Μπασιούδη», ενώ οι διοικητικοί και αποθηκευτικοί χώροι θα καλυφθούν από τα δύο γειτονικά κτήρια, ιδιοκτησίας του υπουργείου Πολιτισμού. Για την προσβασιμότητα διατηρούνται η κύρια τριμερής είσοδος με νέο πλατύσκαλο και κλίμακες και η δευτερεύουσα είσοδος με επικλινή ράμπα για τα ΑμεΑ, ενώ προτείνεται η πεζοδρόμηση των οδών Βασιλειάδη και Αβδήρων για την ασφαλή διαχείριση των επισκεπτών.
Η μουσειογραφική προμελέτη οργανώνει ένα ενιαίο εκθεσιακό αφήγημα για την ιστορική διαδρομή της Ξάνθης από την προϊστορία έως τους νεότερους χρόνους. Κεντρικό στοιχείο της πρότασης είναι η ίδια η Καπναποθήκη, με τον αυθεντικό ξύλινο φέροντα οργανισμό να παραμένει ορατός, ώστε το μνημείο να γίνεται αναπόσπαστο τμήμα της εκθεσιακής εμπειρίας.
Το κτηριολογικό πρόγραμμα προβλέπει εκθεσιακούς χώρους συνολικής επιφάνειας περίπου 1.070 τ.μ. σε τρεις στάθμες, χώρο υποδοχής και πωλητήριο, αναψυκτήριο, βοηθητικούς χώρους, ηλεκτρομηχανολογικές και πυροσβεστικές εγκαταστάσεις και χώρους υγιεινής στο υπόγειο. Το εκθεσιακό αφήγημα θα αναπτυχθεί και στις τρεις στάθμες του κτηρίου, με σύγχρονες εκθεσιακές διατάξεις, ειδικό φωτισμό, ψηφιακές και διαδραστικές εφαρμογές.
![]()
