Η ζέστη έχει μετατραπεί σε σοβαρό πρόβλημα για την Ευρώπη, επηρεάζοντας την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη. Μια πρόσφατη έκθεση της Allianz Trade επισημαίνει ότι οι θερμοκρασίες άνω των 30 βαθμών Κελσίου προκαλούν σημαντικές απώλειες στην παραγωγικότητα, καθιστώντας τη ζέστη διαρθρωτικό εμπόδιο για την οικονομία.
Όταν οι θερμοκρασίες φτάνουν ή ξεπερνούν τους 33-34 βαθμούς Κελσίου, οι εργαζόμενοι αρχίζουν να κουράζονται, με αποτέλεσμα να μειώνεται η παραγωγή και να αυξάνονται οι ασθένειες που σχετίζονται με τη θερμότητα. Ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας εκτιμά ότι μέχρι το 2030, η θερμική καταπόνηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια 80 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας παγκοσμίως.
Η Νότια Ευρώπη, με χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Ελλάδα, αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες προκλήσεις, καθώς οι τομείς της γεωργίας και του τουρισμού εξαρτώνται από τις εξωτερικές εργασίες. Σχεδόν το 72% των γεωργικών εργατών αναφέρει ότι εργάζεται σε υψηλές θερμοκρασίες για τουλάχιστον το ένα τέταρτο του χρόνου.
Αλλά και η Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη δεν είναι ασφαλής, με εργοστάσια και αποθήκες να χάνουν παραγωγή κατά τη διάρκεια των καυσώνων. Ένας στους πέντε εργαζόμενους στην ΕΕ εκτίθεται σε υψηλές θερμοκρασίες, γεγονός που καθιστά την υπερβολική ζέστη έναν από τους ταχύτερα αυξανόμενους επαγγελματικούς κινδύνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή.
Η γεωργία παραμένει ο πιο ευάλωτος τομέας, με τους εργάτες να αντιμετωπίζουν παρατεταμένη έκθεση σε ακραίες θερμοκρασίες. Η Eurostat αναφέρει ότι η γεωργία αντιπροσωπεύει το 1,2% του ΑΕΠ της ΕΕ, με σημαντικές διακυμάνσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Η πρόσφατη αύξηση των καυσώνων έχει εντείνει τις πιέσεις για καλύτερη προστασία των εργαζομένων, με πολλές χώρες να εφαρμόζουν μέτρα για την αντιμετώπιση της θερμότητας στην εργασία, όπως η παροχή νερού και σκιάς κατά τη διάρκεια των πιο ζεστών ωρών.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()

