Γιορτή σήμερα 9 Νοεμβρίου: ποιοι γιορτάζουν και ποιοι Άγιοι τιμώνται

Γιορτή σήμερα 9 Νοεμβρίου: ποιοι γιορτάζουν και ποιοι Άγιοι τιμώνται

Η γιορτή σήμερα 9 Νοεμβρίου φέρνει, σύμφωνα με το εορτολόγιο, γνωστά και αγαπημένα ονόματα στο προσκήνιο, λίγο μετά τη μεγάλη γιορτή των Αρχαγγέλων.

  • Νεκτάριος, Νεκτάρης, Νεκταρία, Νεκταρίνα, Νεκταρούλα
  • Ελλάδιος, Ελλάδης
  • Θεόκτιστος, Θεοκτίστη
  • Μαύρος, Μαύρα, Μαυρούλα, Μαυρίτσα *
  • *Υπάρχουν και άλλες ημερομηνίες που γιορτάζει αυτό το όνομα

    Στις 9 Νοεμβρίου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη σημαντικών μορφών της πίστης.

    • Ο Άγιος Νεκτάριος, μητροπολίτης Πενταπόλεως (ο Θαυματουργός)
    • Ο Όσιος Ελλάδιος
    • Η Οσία Θεοκτίστη η Λεσβία
    • Οι Άγιοι Χριστοφόρος και Μαύρα
    • Ο Άγιος Νεκτάριος, κατά κόσμον Αναστάσιος, γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου 1846 μ.Χ. στη Συληβρία της Ανατολικής Θράκης, από ευσεβείς γονείς, τον Δημοσθένη και τη Μαρία Κεφαλά. Ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά μιας φτωχής οικογένειας και από μικρός έδειξε έντονη πίστη.

      Η ευσεβής γιαγιά του τού έμαθε τον 50ό Ψαλμό και, όπως αναφέρει ο Συναξαριστής του βίου του, στο σημείο «διδάξω ανόμους τας οδούς Σου» το επαναλάμβανε πολλές φορές μόνος του. Από παιδί έφτιαχνε αυτοσχέδιους άμβωνες και μιλούσε για τον Χριστό στα παιδιά της ηλικίας του.

      Αφού ολοκλήρωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο στην πατρίδα του, με την ευχή των γονέων του αποφάσισε να ξενιτευθεί στην Κωνσταντινούπολη, επειδή η οικογένειά του δεν μπορούσε να συντηρήσει όλα τα μέλη της και ο τόπος του δεν διέθετε σχολείο μέσης εκπαίδευσης. Ήταν μόλις 14 ετών.

      Τα πρώτα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για τον νεαρό Αναστάσιο. Δούλεψε σε έμπορο καπνών που δεν τον πλήρωνε σωστά, ενώ κυκλοφορούσε με φθαρμένα παπούτσια και λιτά ρούχα. Παρ’ όλα αυτά, η πίστη του στον Θεό δεν τον εγκατέλειπε και η προσευχή ήταν η μόνη του παρηγοριά.

      Όταν είδε ότι ο εργοδότης του έγραφε επιστολές και λάμβανε απαντήσεις, θέλησε κι εκείνος να γράψει μία, γιατί είχε πολλά να πει. Δεν ήξερε όμως σε ποιον να την απευθύνει, ούτε ήθελε να στενοχωρήσει τη μητέρα του. Έτσι αποφάσισε να στείλει μια επιστολή στον Χριστό, περιγράφοντας τα προβλήματά του και ζητώντας χρήματα για παπούτσια και ρούχα.

      «Χριστούλη μου, δεν έχω παπούτσια και ρούχα. Στείλε μου τα Σε παρακαλώ. Ξέρεις πόσο Σε αγαπώ. Αναστάσιος», έγραψε στην επιστολή του. Στον φάκελο σημείωσε: «Προς Κύριον Ιησού Χριστό στον παράδεισο».

      Στον δρόμο για το ταχυδρομείο συνάντησε τον ιδιοκτήτη ενός γειτονικού καταστήματος, που τον συμπαθούσε για τον χαρακτήρα και την αθωότητά του. Όταν ο Αναστάσιος του έδειξε την επιστολή, εκείνος προσφέρθηκε να την ταχυδρομήσει και ο μικρός του την έδωσε. Ωστόσο, διαβάζοντας τον παραλήπτη, συγκινήθηκε, έβαλε χρήματα σε φάκελο και τα έστειλε ανώνυμα στο αγόρι, το οποίο χάρηκε πολύ όταν τα έλαβε και ευχαρίστησε τον Θεό.

      Λίγες ημέρες αργότερα, ο εργοδότης του τον είδε καλύτερα ντυμένο και θεώρησε ότι είχε κλέψει χρήματα, αρχίζοντας να τον δέρνει. Ο έμπορος που τον είχε βοηθήσει είδε τον ξυλοδαρμό και ζήτησε από τον μικρό Αναστάσιο να εργαστεί κοντά του. Από εκείνη τη στιγμή η κατάστασή του άλλαξε: δούλεψε στο επιπλοποιείο του, είχε λιγότερες ώρες εργασίας, χρόνο για εκκλησιασμό, μελέτη της Αγίας Γραφής και σχολείο, ενώ σύντομα τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη και η οικογένειά του.

      Στην Πόλη έμεινε συνολικά επτά χρόνια και, σε ηλικία 20 ετών, έφυγε για το Λιθί της Χίου, όπου εργάστηκε ως δάσκαλος. Όσοι τον γνώριζαν θαύμαζαν τον χαρακτήρα και τις αρετές του.

      Εκεί γνωρίστηκε με τον Ιωάννη Χωρέμη, έναν εύπορο τοπικό άρχοντα, ο οποίος τον έθεσε υπό την προστασία του, εξαιτίας ενός περιστατικού που είχε συμβεί κατά τη μεταφορά του από τη Συληβρία προς την Κωνσταντινούπολη, όταν ένας ανιψιός του Χωρέμη τον βοήθησε να επιβιβαστεί στο πλοίο επειδή δεν είχε χρήματα.

      Ο Άγιος Νεκτάριος, όμως, είχε πλέον αποφασίσει να απομακρυνθεί από την κοσμική ζωή. Στη Νέα Μονή της Χίου, μετά από τριετή δοκιμασία, έλαβε στις 7 Νοεμβρίου 1876 μ.Χ. το αγγελικό σχήμα με το όνομα Λάζαρος, σε ηλικία 30 ετών. Ένα χρόνο αργότερα, στις 15 Ιανουαρίου 1877 μ.Χ., χειροτονήθηκε διάκονος από τον μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο και μετονομάστηκε σε Νεκτάριο.

      Στη Χίο φοίτησε στο γυμνάσιο, αλλά ο μεγάλος σεισμός του 1881 μ.Χ. τον ανάγκασε να μεταβεί στην Αθήνα, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Βαρβάκειο, λαμβάνοντας απολυτήριο ως κατ’ οίκον διδαχθείς. Την ίδια χρονιά ταξίδεψε στην Αλεξάνδρεια, για να συναντήσει τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο.

      Ο Σωφρόνιος εντυπωσιάστηκε από τον Νεκτάριο και, με βάση τις πολύ καλές συστάσεις που είχε, τον έστειλε ξανά στην Αθήνα για να σπουδάσει στη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκεί διακρίθηκε και πρώτευσε στον διαγωνισμό σχολικής κοσμητείας στο «Παπαδάκειο κληροδότημα», κερδίζοντας υποτροφία, καθώς ο ευεργέτης του Ιωάννης Χωρέμης είχε πεθάνει και ο ίδιος βρισκόταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση. Αφού πήρε το πτυχίο του το 1885 μ.Χ., επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια.

      Στην Αλεξάνδρεια η πορεία του εξελίχθηκε γρήγορα. Χειροτονήθηκε αμέσως ιερέας και πέντε μήνες αργότερα τοποθετήθηκε γραμματέας του Πατριάρχη, με τον βαθμό του Αρχιμανδρίτη. Μέσα σε δύο μήνες εξελίχθηκε σε ιεροκήρυκα και πατριαρχικό επίτροπο, ενώ στις 15 Ιανουαρίου 1889 μ.Χ. ανακηρύχθηκε επίσκοπος Πενταπόλεως Λιβύης, μετά την κοίμηση του επισκόπου Νείλου. Το πρακτικό της χειροτονίας του σώζεται μέχρι σήμερα.

      Οι αρετές του Αγίου διαδόθηκαν παντού και πολλοί μιλούσαν με θαυμασμό για το έργο που του χάρισε ο Θεός.

      Η ταχεία άνοδος του Νεκταρίου δεν πέρασε απαρατήρητη από άλλους επισκόπους. Ο Σωφρόνιος, που πλησίαζε πλέον τα 90 χρόνια, βρέθηκε μπροστά στη διαδοχή και ο λαός, που είχε ωφεληθεί από το φιλανθρωπικό, ποιμαντικό και αντιαιρετικό έργο του Νεκταρίου, επιθυμούσε την άνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο. Οι αντίπαλοί του, όμως, αποφάσισαν να τον παραμερίσουν, κατηγορώντας τον ότι ήθελε να ανατρέψει τον Σωφρόνιο και προβάλλοντας αόριστες ηθικές κατηγορίες, ενώ μαζί τους είχαν και κληρικούς που θεωρούσαν ότι η λιτότητα που επέβαλλε θα έπληττε την οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου.

      Όταν ο Σωφρόνιος ενημερώθηκε για τις κατηγορίες, πίστεψε ότι ήταν αληθινές και έδωσε εντολή να παυθεί. Η ενέργεια αυτή ήταν εκκλησιαστικά παράνομη, καθώς σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο ο Νεκτάριος έπρεπε να παρουσιαστεί ενώπιον συνόδου για να εξεταστούν οι καταγγελίες με ακρόαση του ίδιου.

      Ο Νεκτάριος δεν θέλησε να οξύνει την κατάσταση και έφυγε από την Αλεξάνδρεια, ενώ οι αντίπαλοί του επιδίωξαν την οικονομική και ηθική του εξόντωση. Φρόντισαν να σπιλώσουν το όνομά του στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη, ώστε να μη μπορεί να εργαστεί πουθενά, ενώ παρακρατούσαν και τους μισθούς του.

      Ο Νεκτάριος βρέθηκε ξανά σε πολύ δύσκολη θέση, όπως και σε μικρότερη ηλικία. Νοίκιασε ένα μικρό δωμάτιο στα περίχωρα των Αθηνών, αλλά δεν μπορούσε να πληρώσει το ενοίκιο ούτε να εξασφαλίσει τροφή. Η διαπόμπευσή του, ακόμη και σε κυβερνητικά κλιμάκια, δυσκόλευε την εύρεση εργασίας. Προσπάθησε μέσω του Αρχιεπισκόπου Γερμανού να βρει θέση ιεροκήρυκα, όμως εκείνος, παρότι τον συμπαθούσε, δεν μπορούσε να τον βοηθήσει λόγω πιέσεων από τη σύνοδο. Έφτασε μέχρι τον υπουργό Παιδείας και Εκκλησιαστικών, ο οποίος του είπε ότι, λόγω του νόμου και επειδή ο Νεκτάριος δεν είχε ελληνική υπηκοότητα, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.

      Μετά από λίγο καιρό διορίστηκε τελικά ιεροκήρυκας χάρη στη βοήθεια του Μελά, μέλους της κυβέρνησης που τον είχε γνωρίσει στην Αλεξάνδρεια. Με παρέμβασή του στο γραφείο του υπουργού, ο Νεκτάριος τοποθετήθηκε στη Χαλκίδα, αν και η καχυποψία γύρω από το όνομά του παρέμενε. Πέρασε δύσκολες στιγμές, καθώς άνθρωποι από την Αθήνα και ντόπιοι τον αποδοκίμαζαν στις ομιλίες του, στιγματίζοντάς τον.

      Το 1891 μ.Χ., δύο χρόνια μετά τις κατηγορίες και την απομάκρυνσή του από την Αλεξάνδρεια, συνεχίζονταν ακόμη οι προσπάθειες να αποπεμφθεί από τη θέση του. Τότε αποκαλύφθηκε πλήρως η πλεκτάνη που είχε στηθεί σε βάρος του: διαπιστώθηκε ότι δεν του καταβάλλονταν τα χρήματα που του οφείλονταν και ότι εργαζόταν αμισθί επί της επισκοπείας του, ενώ, παρότι παρέμενε δικαιωματικά επίσκοπος Πενταπόλεως, είχε εκδιωχθεί παράνομα και δεν ελάμβανε χρήματα. Παράλληλα καθαρίστηκε το όνομά του από κάθε εμπλοκή σε ηθικό σκάνδαλο και από ραδιούργες ενέργειες σε βάρος του πατριάρχη. Η στάση του, σε συνδυασμό με τη σκληρότητα που είχε βιώσει, τον έκανε συμπαθή στον λαό της Χαλκίδας και σύντομα άρχισε να κηρύττει με μεγαλύτερη άνεση.

      Το 1892 μ.Χ. και το 1893 μ.Χ. διορίστηκε ιεροκήρυκας στους νομούς Λακωνίας και Φθιωτοβοιωτίας αντίστοιχα. Περιόδευε συνεχώς σε χωριά και πόλεις κηρύττοντας, ενώ φίλοι του προσπαθούσαν να τον μεταθέσουν στη Ριζάρειο Σχολή Αθηνών. Παρά τους ψιθύρους, τελικά ανέλαβε διευθυντής της αθηναϊκής θεολογικής σχολής της εποχής, η οποία επί των ημερών του γνώρισε μεγάλη αίγλη.

      Τον Μάρτιο του 1894 μ.Χ. διορίστηκε διευθυντής της σχολής. Εργάστηκε με ζήλο για την εμφύτευση του ιερού ζήλου της ιεροσύνης στους ιεροσπουδαστές, για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, την αναμόρφωση του προγράμματος, αλλά και για την καλύτερη σίτιση και την άθληση. Κατάφερε επίσης να χορηγούνται κάθε χρόνο τέσσερις υποτροφίες σε μαθητές από τη Μικρά Ασία.

      Το βασικό ήταν ότι υπήρξε για αυτούς ζωντανό παράδειγμα. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη λατρευτική ζωή και ανέδειξε ως λατρευτικό κέντρο τον ναό του Αγίου Γεωργίου της Ριζαρείου και τη σχολή ως πνευματικό ίδρυμα, καλώντας επιστήμονες να δίνουν διαλέξεις. Η προσευχή του υπήρξε το σημαντικότερο στήριγμα για την άνθηση της σχολής.

      Παράλληλα άσκησε λειτουργικό, κηρυκτικό, εξομολογητικό και φιλανθρωπικό έργο. Συνδέθηκε με τον παπα-Πλανά και συμμετείχε στις αγρυπνίες στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, όπου έψαλλαν ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης.

      Οι αμφιβολίες για τον Νεκτάριο αφορούσαν πια όχι μόνο τις παλιές κατηγορίες, αλλά και το αν ο λεγόμενος «δεσποτοκαλόγερος» θα μπορούσε με τις παλιές και θρησκευτικές του αντιλήψεις να ανταποκριθεί στο έργο που του ανατέθηκε, καθώς στη Ριζάρειο φοιτούσαν και παιδιά εύπορων Αθηναίων και άλλων αρχόντων και πολιτικών, που δεν θα γίνονταν αναγκαστικά ιερείς ή θεολόγοι. Σύντομα, όμως, οι αντιρρήσεις κάμφθηκαν από τον ριζοσπαστικό τρόπο διαπαιδαγώγησής του.

      Το έργο του στη Ριζάρειο ήταν οργανωτικό, εκπαιδευτικό, συγγραφικό και παιδαγωγικό. Οργάνωσε τη σχολή με πρότυπα που αφορούσαν τον ορθόδοξο εκκλησιαστικό τρόπο σκέψης, όμως εκεί όπου ξεχώρισε περισσότερο ήταν στην παιδαγωγική του στάση. Όταν μαθητές ήρθαν στα χέρια, δεν τους τιμώρησε, αλλά αυτοτιμωρήθηκε με ασιτία τριών ημερών. Άλλοτε στάθηκε ξυπόλητος μπροστά στους μαθητές και μίλησε, επειδή είχε συναντήσει έναν φτωχό που του ζήτησε παπούτσια και εκείνος έβγαλε τα δικά του και τα πρόσφερε. Σε άλλη διαμάχη μεταξύ επιστατών για την καθαριότητα των αποχωρητηρίων, έλυσε τη διαφορά καθαρίζοντάς τα ο ίδιος. Με τέτοια και άλλα παραδείγματα έγινε γρήγορα γνωστός και αγαπητός στην τότε μικρή Αθήνα.

      Την ίδια περίοδο ανέπτυξε πλούσιο συγγραφικό έργο. Πολλά από τα έργα του τα διέθεσε δωρεάν στον λαό και στους θεολόγους, επειδή δεν μπορούσαν να τα αγοράσουν λόγω φτώχειας. Δεν επιδίωξε ποτέ κέρδος ή αυτοπροβολή, αλλά μόνο την πνευματική ωφέλεια των άλλων.

      Όταν τον κατηγορούσαν, δεν αντιδικούσε ποτέ, παρέμενε πράος και έλεγε πως ο Θεός θα δικαιώσει το δίκαιο και την αλήθεια. Ταπεινός, μοναχικός αλλά προσηνής, ο σεβάσμιος γέροντας Νεκτάριος έγινε πρότυπο ανιδιοτελούς προσφοράς και αγάπης προς τους πονεμένους. Η ταπεινοφροσύνη και το αίσθημα ευθύνης του φάνηκαν και όταν πέθανε ο Πατριάρχης Σωφρόνιος και του ζητήθηκε να τον διαδεχθεί, όμως αρνήθηκε.

      Η φτώχεια ήταν κανόνας την εποχή που ο Νεκτάριος διετέλεσε διευθυντής της Ριζαρείου, ενώ το ηθικό των Ελλήνων, ιδιαίτερα μετά την αποτυχία του 1897 με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, βρισκόταν στο ναδίρ. Ο ίδιος, όμως, με όπλο την ελεημοσύνη και τον λόγο του Ευαγγελίου τόνωνε την αθηναϊκή κοινωνία, που προσέτρεχε συχνά στα κηρύγματά του για συμβουλή. Διετέλεσε διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής για 14 συναπτά έτη, έως το 1908 μ.Χ., όταν και αποχώρησε για λόγους υγείας.

      Στην Αίγινα εγκαταστάθηκε το 1908 μ.Χ., όμως η πορεία προς εκείνη τη μετακίνηση είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Ο Νεκτάριος δεν εγκατέλειψε ποτέ την επιθυμία του για τον μοναχικό βίο, επιθυμία που ενισχύθηκε περισσότερο μετά την επίσκεψή του στο Άγιο Όρος και τη γνωριμία του με τον γέροντα Δανιήλ το 1898 μ.Χ.

      Από τότε αναζητούσε έναν τόπο για να στεγάσει ένα μοναστήρι στο τέλος της ζωής του, ένα «Εκκλησιαστικό Παρθενώνα», όπως έλεγε. Η ανάγκη αυτή έγινε εντονότερη όταν τέσσερις γυναίκες που συνδέονταν μαζί του με πνευματική καθοδήγηση θέλησαν να μονάσουν υπό την επίβλεψή του. Έτσι βρήκε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο μοναστήρι στην Αίγινα, στη θέση Ξάντος, και αποφάσισε να στεγάσει εκεί τις τέσσερις μοναχές και άλλες τρεις που ήδη μόναζαν στο νησί. Το μοναστήρι άρχισε να επαναλειτουργεί το 1904 μ.Χ., παρότι εκείνος βρισκόταν ακόμη στη Ριζάρειο Σχολή.

      Η παρουσία του στην Αίγινα συνδέθηκε με δύο γεγονότα και τον έκανε αμέσως ιδιαίτερα αγαπητό. Πρώτα θεράπευσε έναν δαιμονισμένο νέο, κάτι που μαθεύτηκε γρήγορα. Στη συνέχεια οι χωρικοί τον παρακάλεσαν να λειτουργήσει και να δεηθεί στον Θεό για βροχή, καθώς στο νησί δεν είχε βρέξει για τρία χρόνια και η ανομβρία είχε προκαλέσει οικονομική ζημία. Με σύσσωμη την παρουσία των νησιωτών λειτούργησε και την ίδια μέρα άρχισε να βρέχει. Οι Αιγινίτες τα εξέλαβαν αυτά ως θεϊκά σημάδια και τον θεωρούσαν Άγιο ακόμη και εν ζωή.

      Το 1908 μ.Χ. παραιτήθηκε από τη σχολή για λόγους υγείας και γήρατος και αφοσιώθηκε στο μοναστήρι. Η φήμη του μεγάλωνε συνεχώς, με αποτέλεσμα να κατευθύνονται πολλές δωρεές προς το μοναστήρι και μέσα σε τέσσερα χρόνια να επεκταθεί τόσο ώστε να χωράει 15 μοναχές. Τα χρήματα διοχετεύονταν κυρίως στους φτωχούς του νησιού, ενώ μεγάλος αριθμός πιστών από όλη την Ελλάδα κατευθυνόταν προς τη μονή για να τον δει ή να πάρει την ευχή του, κάτι που ωφελούσε και οικονομικά τους νησιώτες.

      Παρότι ήταν ήδη μεγάλος σε ηλικία όταν αποσύρθηκε στην Αίγινα, δεν έπαψε ποτέ να εργάζεται, είτε πνευματικά για την Εκκλησία είτε χειρωνακτικά για τη διεύρυνση του μοναστηριού.

      Το έργο του είχε πλέον ποιμαντικό, λειτουργικό, λατρευτικό, εξομολογητικό και παρηγορητικό χαρακτήρα. Στάθηκε στους ανθρώπους του νησιού σαν αδελφός, βοηθός, συμπαραστάτης και συνοδοιπόρος της ζωής. Τα χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής του υπήρξαν ταραγμένα.

      Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, που έφεραν ηθική ανάταση και κάποια οικονομική και πνευματική ευφορία, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σκίασε την Ελλάδα. Φτώχεια, ανέχεια και όλα τα επακόλουθα ενός βασανισμένου τόπου και λαού, μαζί με φόβο και στερήσεις, εμφανίζονταν απειλητικά στα ταραγμένα αυτά πολιτικά χρόνια.

      Ο ίδιος, όμως, ως βοηθός και παρηγορητής, κήρυττε την ελπίδα και τον Θεό για ένα καλύτερο μέλλον, γνωρίζοντας από μικρός τις δυσκολίες του κόσμου. Γι’ αυτό και για τους Αιγινίτες ο Άγιος Νεκτάριος υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένας μοναχός που εγκαταστάθηκε στο νησί τους.

      Η ποιμαντική μέριμνά του δεν περιοριζόταν στα στενά όρια του νησιού, γι’ αυτό και συνέχισε το συγγραφικό του έργο, το οποίο αναγνωριζόταν τόσο από τον τύπο της εποχής για την επιστημονική του εγκυρότητα όσο και από μεγάλα πνευματικά ιδρύματα.

      Είχε επίσης περισσότερο χρόνο για προσευχή, κάτι που αγαπούσε ιδιαίτερα, κυρίως προς την Παναγία, την οποία θεωρούσε μητέρα του. Παρά την επιβάρυνση της υγείας του, δεν έπαψε να προσφέρει, ακόμη και χειρωνακτικά.

      Συνεισέφερε στην ανέγερση νέων κοιτώνων της μονής, στη διάνοιξη δρόμων προς το μοναστήρι και ασχολήθηκε με την κηπουρική και άλλες χειρωνακτικές εργασίες, τις οποίες θεωρούσε τιμή. Έλεγε πάντα πως καμία εργασία δεν είναι ντροπή, αλλά ευλογία Θεού.

      Οι δυσκολίες και οι πίκρες δεν έλειψαν ποτέ. Παρότι είχαν περάσει πάνω από 10 χρόνια από την επαναλειτουργία της μονής, ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος αρνείτο να την αναγνωρίσει, παρά την αρχική του συγκατάθεση. Το πρόβλημα αυτό μεγάλωνε, καθώς η μονή δεν αποκτούσε νομική προσωπικότητα και δεν μπορούσε να κρατήσει τις κληρονομιές ή άλλα οικονομικά ωφελήματα από πιστούς, κάτι που δυσκόλευε το φιλανθρωπικό της έργο.

      Κάποιοι άφηναν δηλαδή κληρονομιές υπέρ του μοναστηριού, τις οποίες εκείνο δεν μπορούσε να αποδεχτεί λόγω της νομικής ανυπαρξίας του. Ο Μητροπολίτης είχε δυσαρεστηθεί από την εξέλιξη της υπόθεσης και παρέμενε ανένδοτος. Ο Νεκτάριος προσπάθησε με διάφορους τρόπους να τον μεταπείσει, όμως μέχρι το τέλος της ζωής του δεν είδε το αίτημά του να ικανοποιείται.

      Αρχικά, μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την αποπομπή του Θεόκλητου λόγω του αναθέματος στον Βενιζέλο μαζί με άλλους επισκόπους, πίστεψε ότι τα πράγματα ίσως εξομαλυνθούν. Η αισιοδοξία του, όμως, διακόπηκε όταν το 1918 μ.Χ. κατηγορήθηκε από μητέρα μοναχής για ανηθικότητα. Οι εξετάσεις και οι έρευνες του εισαγγελέα Αθηνών έδειξαν γρήγορα ότι οι ισχυρισμοί της μητέρας δεν ευσταθούσαν, καθώς η κόρη της είχε προσχωρήσει οικειοθελώς στο μοναστήρι. Εξαιτίας αυτού, αλλά και κληρικών που τον φθονούσαν στο νησί και πίστευαν ότι τους αφαιρεί όλη την «πελατεία», δεν κατάφερε τελικά να δει το όνειρό του, την αναγνώριση του μοναστηριού. Παρέμεινε όμως πιστός στο Ευαγγέλιο, στο παράδειγμα του Χριστού και στα γραπτά του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, έχοντας απόλυτη πίστη στη δικαιοσύνη του Θεού. Ήταν πράος, ήρεμος και υπομονετικός μπροστά σε όλες αυτές τις κατηγορίες και τους εξευτελισμούς.

      Το τέλος της ζωής του ήταν επίπονο. Η χρόνια ασθένεια του προστάτη, μαζί με τα περασμένα χρόνια και τις κακοπάθειες της ζωής, τον ταλαιπωρούσαν. Ακόμη και τότε είχε σχέδια και ήθελε να δημιουργήσει ένα εκπαιδευτήριο, όμως δεν πρόλαβε. Το 1920 μ.Χ. εισήχθη στο Αρεταίειο νοσοκομείο Αθηνών, όπου διαγνώστηκε με καρκίνο του προστάτη.

      Στις 9 Νοεμβρίου του ίδιου έτους ο Άγιος Νεκτάριος εκοιμήθη. Το τίμιο λείψανό του ευωδίαζε και ευώδες μύρο έβγαινε από το πρόσωπό του. Την ίδια ημέρα μεταφέρθηκε στην Αίγινα, στο Μοναστηράκι του, όπου ψάλθηκε η εξόδιος ακολουθία και ενταφιάστηκε παρουσία κλήρου και λαού. Η είδηση του θανάτου του συγκλόνισε όλη την Ελλάδα.

      Ο τάφος του ανοίχτηκε επανειλημμένα τα επόμενα χρόνια και για περισσότερα από είκοσι έτη το σώμα του παρέμεινε σώο και αδιάφθορο, αποδίδοντας την άρρητη ευωδία της αγιότητας ως μυροθήκη του Αγίου Πνεύματος. Αργότερα διαλύθηκε, κατά τους λόγους του Θεού, όπως συνέβη και με πολλά αδιάφθορα λείψανα αγίων.

      Στις 3 Σεπτεμβρίου 1953 μ.Χ. έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του από τον Μητροπολίτη Ύδρας Προκόπιο, παρουσία κληρικών, μοναχών και πλήθους λαού. Η περιοχή πλημμύρισε από άρρητη ευωδία. Το 1961 μ.Χ. ακολούθησε η επίσημη αναγνώρισή του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

      Το δωμάτιο όπου εκοιμήθη έχει σήμερα μετατραπεί σε μικρό ναό στον δεύτερο όροφο του Αρεταιείου νοσοκομείου και κοσμείται από εικόνες του Αγίου και τάματα πιστών για ανάρρωση των συγγενών τους που νοσηλεύονται εκεί.

      Ο Άγιος Νεκτάριος θεωρούνταν από τους κατοίκους της Αίγινας εν ζωή Άγιος. Τα γεγονότα που περιγράφουν οι μοναχές, ο Κωστής Σακκόπουλος, φίλοι, ιερείς και νησιώτες θεωρούνται πραγματικά αξιοθαύμαστα και εξηγούν τη σημερινή λαοφιλία του. Ένα από τα πολλά καταγεγραμμένα θαύματα συνέβη όταν, στο διπλανό κρεβάτι όπου νοσηλευόταν ο Άγιος, βρισκόταν ένας παραπληγικός που δεν μπορούσε να περπατήσει. Τότε, ακουμπώντας πάνω του τη φανέλα του κεκοιμημένου Αγίου, θεραπεύτηκε. Η φήμη αυτή έδωσε ελπίδα στον λαό, ειδικά σε μια περίοδο όπου το ελληνικό όνειρο της Πόλης έγινε συντρίμμια με την πυρπόληση της Σμύρνης.

Loading

Play