Εκλογές 2027 στην Ευρώπη: γιατί μπορεί να δοκιμάσουν τη διακυβέρνηση της ΕΕ

Εκλογές 2027 στην Ευρώπη: γιατί μπορεί να δοκιμάσουν τη διακυβέρνηση της ΕΕ

Οι Εκλογές 2027 στην Ευρώπη αναμένεται να βάλουν σε νέα δοκιμασία τη διακυβέρνηση της ΕΕ, σε μια περίοδο αυξημένου κατακερματισμού και ανόδου της ακροδεξιάς. Παρά τη μέχρι τώρα αντοχή της Ένωσης, το 2027 προδιαγράφεται ως χρονιά κρίσιμων πολιτικών εξελίξεων.

Οι εκλογές που θα γίνουν το 2027 σε τέσσερα από τα μεγαλύτερα κράτη μέλη, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Πολωνία και την Ισπανία, μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές για την ανθεκτικότητα της ΕΕ, και όχι μόνο λόγω της ενίσχυσης της ακροδεξιάς.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, όπως αναφέρεται σε ανάλυση του Carnegie Europe, το πολιτικό τοπίο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχει κατακερματιστεί.

Τα ποσοστά των κομμάτων του κεντροδεξιού και του κεντροαριστερού χώρου, που για χρόνια κυριαρχούσαν στην εθνική και ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, έχουν υποχωρήσει δραματικά, ενώ έχουν εμφανιστεί εκατοντάδες νέες πολιτικές δυνάμεις. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το 2004 εκπροσωπούνταν 127 εθνικά κόμματα. Μετά τις ευρωεκλογές του 2024, ο αριθμός αυτός ανέβηκε σε 220.

Ως συνέπεια, η συγκρότηση συνασπισμών έχει γίνει δυσκολότερη και οι κυβερνήσεις πιο εύθραυστες. Ρεκόρ κατέχει το Βέλγιο, που χρειάστηκε 589 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2010. Στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, πάντως, ο σχηματισμός συνασπισμών διαρκεί πλέον περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν, η μέση διάρκεια των κυβερνήσεων έχει μειωθεί και οι πρόωρες εκλογές έχουν γίνει συχνότερες. Η Βουλγαρία είναι η πιο ακραία περίπτωση, με οκτώ κοινοβουλευτικές εκλογές από το 2020.

Η δεύτερη βασική τάση στην εθνική πολιτική είναι η αυξανόμενη στήριξη προς τα ακροδεξιά και τα λαϊκιστικά δεξιά κόμματα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η υποστήριξή τους στις εθνικές εκλογές σε όλη την ΕΕ έχει αυξηθεί από 10% σε 23%. Σήμερα, σε έξι κράτη μέλη της ΕΕ, τα κόμματα αυτά είτε συμμετέχουν σε κυβέρνηση συνασπισμού είτε στηρίζουν την κυβέρνηση στο εθνικό κοινοβούλιο.

Σχεδόν όλα αυτά τα κόμματα αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Συνήθως την επικρίνουν ως ένα σχέδιο που επιβάλλεται από πάνω προς τα κάτω, υπονομεύει την εθνική κυριαρχία και θυσιάζει τις αξίες και τα συμφέροντα της πλειοψηφίας υπέρ της διακρατικής ατζέντας των ελίτ.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, τα περισσότερα από αυτά έχουν εγκαταλείψει τις προηγούμενες εκκλήσεις για αποχώρηση των χωρών τους από την ΕΕ. Αντί γι’ αυτό, προτείνουν μια πιο χαλαρή ένωση κυρίαρχων κρατών, με περιορισμό των εξουσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επιστροφή ορισμένων αρμοδιοτήτων στα κράτη μέλη. Αν και αυτή η αρνητική στάση απέναντι στις Βρυξέλλες είναι ευρέως διαδεδομένη, τα κόμματα διαφέρουν ως προς τον ριζοσπαστισμό τους και τις ουσιαστικές θέσεις τους. Οι προσπάθειες για κοινό μέτωπο αποτυγχάνουν συστηματικά.

Τόσο ο κατακερματισμός της κομματικής πολιτικής στην Ευρώπη όσο και η άνοδος της ριζοσπαστικής δεξιάς έχουν ήδη σημαντικές επιπτώσεις στη διακυβέρνηση της ΕΕ. Στο σημερινό ασταθές πολιτικό περιβάλλον, οι εθνικές πολιτικές ελίτ νιώθουν λιγότερο ασφαλείς για τη διατήρηση της εξουσίας τους και αυτό επηρεάζει αναπόφευκτα τη στάση τους απέναντι στην ΕΕ. Εστιάζουν περισσότερο στις εγχώριες εξελίξεις, επιδιώκουν βραχυπρόθεσμα εθνικά οφέλη και έχουν μικρότερο περιθώριο να ασχοληθούν με μακροπρόθεσμα ευρωπαϊκά ζητήματα και στόχους.

Εξίσου σημαντική είναι η σταδιακή αποδυνάμωση του πολιτικού κέντρου. Ο φιλοευρωπαϊκός μεγάλος συνασπισμός της κεντροδεξιάς (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ΕΛΚ) και της κεντροαριστεράς (Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, S&D), που για δεκαετίες κυριαρχούσε στην πολιτική της ΕΕ, έχασε την πλειοψηφία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2019. Στην αρχή, οι συνέπειες για τη νομοθεσία ήταν περιορισμένες, καθώς μια ευρύτερη συμμαχία, στην οποία συμμετείχαν το ΕΛΚ, οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Φιλελεύθεροι και, σε ορισμένα ζητήματα, οι Πράσινοι, συνεργαζόταν αποτελεσματικά. Οι ευρωεκλογές του 2024, όμως, επιτάχυναν τη στροφή προς τα δεξιά και άλλαξαν τη δυναμική.

Το ΕΛΚ, που βγήκε ενισχυμένο από αυτές τις εκλογές, μπορεί πλέον να συγκροτήσει εναλλακτική πλειοψηφία με κόμματα της ακροδεξιάς. Συνεχίζει να ψηφίζει μαζί με τους παραδοσιακούς εταίρους του σε πολλά θέματα, αλλά στρέφεται προς αυτή την εναλλακτική πλειοψηφία όπου η δική του θέση έχει μετακινηθεί δεξιότερα. Έτσι, το ΕΛΚ έχει συνεργαστεί με ομάδες της ακροδεξιάς για την αποδυνάμωση τμημάτων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, του σχεδίου της ΕΕ για ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα έως το 2050, και για την προώθηση αυστηρότερων κανόνων στη μετανάστευση και το άσυλο. Αντί για σταθερές και προβλέψιμες πλειοψηφίες, το σημερινό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χαρακτηρίζεται από μεταβαλλόμενες συμμαχίες, πολιτική συναλλαγών και έντονες τριβές μεταξύ των κοινοβουλευτικών ομάδων.

Η επιρροή του μεγάλου συνασπισμού στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Συμβούλιο της ΕΕ έχει επίσης αποδυναμωθεί αποφασιστικά. Το 2016, κόμματα που ευθυγραμμίζονταν με το ΕΛΚ και το S&D ηγούνταν των κυβερνήσεων σε 20 από τα τότε 28 κράτη μέλη. Δέκα χρόνια αργότερα, η κεντροδεξιά παραμένει ισχυρή, με 12 από τα 27 μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αλλά η κεντροαριστερά έχει περιοριστεί από 10 μέλη σε τρία. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμμετέχουν πλέον τρεις εκπρόσωποι ακροδεξιών κομμάτων, μαζί με τέσσερις φιλελεύθερους και πέντε ανεξάρτητους.

Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η μεγαλύτερη ιδεολογική ποικιλία των βασικών θεσμών της ΕΕ τους κάνει πιο αντιπροσωπευτικούς της πολυμορφίας των πολιτικών απόψεων στην Ευρώπη. Όμως αυτό έχει σαφές κόστος στην αποτελεσματική λήψη αποφάσεων. Οι παραδοσιακοί ηγέτες της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς είχαν διαφορετικές θέσεις σε κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, αλλά μοιράζονταν τη δέσμευση να διαφυλάξουν και να αναπτύξουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αυτό βοηθούσε να ξεπερνιούνται οι διαιρέσεις και να βρίσκονται λύσεις με ευρεία στήριξη.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, αυτή η φιλοευρωπαϊκή συναίνεση έχει καταρρεύσει. Όχι μόνο τα ακροδεξιά κόμματα έχουν ενισχυθεί και έχουν μπει στην κυβέρνηση σε ορισμένα κράτη μέλη, αλλά και τα κεντροδεξιά κόμματα έχουν γίνει πιο επιφυλακτικά απέναντι στην περαιτέρω ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και διστάζουν να υιοθετήσουν πολιτικές που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από τους ακροδεξιούς αντιπάλους τους.

Για μεγάλο μέρος των τελευταίων 15 ετών, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χρειάστηκε να διαχειριστεί τις αναταράξεις που προκαλούσαν οι ανοιχτά ευρωσκεπτικιστικές κυβερνήσεις της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Τελικά, το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) στην Πολωνία και το Fidesz στην Ουγγαρία ηττήθηκαν στις εκλογές και αντικαταστάθηκαν από πιο μετριοπαθείς πολιτικές δυνάμεις.

Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξακολουθεί να περιλαμβάνει ευρωσκεπτικιστές εθνικούς ηγέτες. Οι σημερινοί πρωθυπουργοί της Τσεχίας, της Ιταλίας, της Ρουμανίας, της Σλοβακίας και της Σλοβενίας υποστηρίζουν ότι υπερασπίζονται την εθνική κυριαρχία απέναντι στα θεσμικά όργανα της ΕΕ που την παραβιάζουν και αντιτίθενται στην περαιτέρω εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η ΕΕ, παρά την ασταθή δυναμική της εθνικής πολιτικής, έχει δείξει μεγάλη αντοχή. Ωστόσο, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την παραδοσιακή μέθοδο αυτομεταρρύθμισής της μέσω αλλαγών στις Συνθήκες. Πριν από την έγκριση της Συνθήκης της Λισαβόνας το 2007, τέτοιες διαπραγματεύσεις γίνονταν μία ή δύο φορές κάθε δεκαετία.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν έχει ξεκινήσει καμία νέα διαδικασία μεταρρύθμισης μέσω Συνθήκης. Οι κυβερνήσεις συνειδητοποίησαν ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνήσουν σε νέα μεγάλα έργα ολοκλήρωσης και ότι, ακόμη κι αν κατέληγαν σε συμφωνία, η κύρωση μιας νέας Συνθήκης, που πιθανότατα θα απαιτούσε δημοψηφίσματα σε ορισμένες χώρες, θα ήταν εξαιρετικά αβέβαιη.

Παρά ταύτα, οι μεταρρυθμίσεις προχώρησαν όχι λόγω μεγαλεπήβολων ευρωπαϊκών οραμάτων, αλλά από την ανάγκη υπέρβασης σοβαρών κρίσεων. Ανταποκρινόμενη με μεγάλο κόστος για τους Ευρωπαίους, και με τους Έλληνες να πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα, στις χρηματοπιστωτικές κρίσεις και στις κρίσεις της ευρωζώνης στα τέλη της δεκαετίας του 2000 και στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η ΕΕ ενίσχυσε τη θεσμική αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης.

Η μαζική εισροή παράτυπων μεταναστών το 2015-2016 οδήγησε στη θέσπιση νέων κανόνων για το άσυλο και τη μετανάστευση, καθώς και στη σύναψη συμφωνιών με τρίτες χώρες για την προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ. Η πανδημία του COVID-19 έφερε μια συλλογική διαδικασία εμβολιασμού και τη δημιουργία ενός μεγάλου ταμείου ανάκαμψης για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της κρίσης.

Η αναταραχή που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 οδήγησε σε σημαντικές επενδύσεις σε στρατιωτικές δυνατότητες και σε μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια στήριξης του Κιέβου, όχι μόνο οικονομικά αλλά και στρατιωτικά. Αυτό, όπως σημειώνεται, προκαλεί επίσης αντιδράσεις από τους λαούς της Ευρώπης, που θα προτιμούσαν η υλική στήριξη να κατευθυνόταν προς το κοινωνικό κράτος και τη μείωση των ανισοτήτων.

Η δυναμική που χαρακτήρισε πολλές μεταρρυθμίσεις κατά τη 15ετή διαχείριση κρίσεων περιγράφεται από το Carnegie ως «αποτυχία προς τα εμπρός». Ορισμένα έργα ολοκλήρωσης, όπως η νομισματική ένωση και ο χώρος Σένγκεν, βασίστηκαν σε ελαττωματικές ρυθμίσεις που δεν μπορούσαν να αντέξουν σοβαρές εξωτερικές ή εσωτερικές πιέσεις. Όταν ξέσπασαν οι κρίσεις, η ΕΕ υπό έντονη πίεση υιοθέτησε μέτρα που μείωναν την άμεση ένταση, αλλά συχνά δεν έλυναν το πρόβλημα με βιώσιμο τρόπο. Μόλις η κατάσταση ηρεμούσε, η μεταρρυθμιστική δυναμική σταματούσε, αφήνοντας την Ένωση ευάλωτη στην επόμενη κρίση.

Με τον καιρό, αυτό το επαναλαμβανόμενο μοτίβο κρίσεων και αντιδράσεων μπορεί να οδηγήσει σε βαθύτερη ενοποίηση, όμως ως προσέγγιση για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης παραμένει βαθιά ελαττωματικό. Ένα από τα προβλήματα είναι ότι μόνο οι υπαρξιακές κρίσεις φαίνεται να μπορούν να δημιουργήσουν την πολιτική βούληση για συλλογική δράση μεγάλης κλίμακας από την ΕΕ.

Η αργή αγωνία της ευρωπαϊκής οικονομίας, για την οποία προειδοποίησε ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι στην έκθεσή του για το 2024 αν δεν αντιμετωπιστεί η απώλεια ανταγωνιστικότητας της ΕΕ, δεν κινητοποιεί με τον ίδιο τρόπο. Η πρόοδος στην εφαρμογή των συστάσεών του παραμένει αργή και ελλιπής. Το ίδιο ισχύει και για την κλιματική κρίση, που θεωρείται ευρέως η πιο επείγουσα πρόκληση της εποχής μας, αλλά δεν έχει τον δραματικό χαρακτήρα του «όλα ή τίποτα» που φαίνεται απαραίτητος για να προωθηθούν αποφασιστικά μέτρα σε επίπεδο ΕΕ.

Το συνολικά θετικό ιστορικό της ΕΕ στην αντιμετώπιση πολλαπλών κρίσεων και η γενικά υποστηρικτική κοινή γνώμη δεν πρέπει να οδηγήσουν σε εφησυχασμό. Στο σημερινό συνταγματικό πλαίσιο, οι σημαντικές αποφάσεις για την οικονομική ολοκλήρωση, τη χρηματοδότηση, την εξωτερική πολιτική, την πολιτική ασφάλειας και τις προσχωρήσεις νέων κρατών εξακολουθούν να απαιτούν τη συναίνεση και των 27 κρατών μελών. Έτσι, η Ένωση παραμένει ευάλωτη σε αδιέξοδα και παραλυτικές διαιρέσεις, ενώ οι εθνικές εκλογές εξακολουθούν να καθορίζουν την ικανότητά της να αντιμετωπίσει μελλοντικές προκλήσεις.

Από αυτή την άποψη, το 2027 θα είναι ξεχωριστή χρονιά. Θα γίνουν προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές στη Γαλλία, ενώ κοινοβουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Πολωνία, τη Σλοβακία, την Ισπανία, την Εσθονία και τη Φινλανδία. Ο αριθμός των αναμετρήσεων δεν είναι ασυνήθιστος, όμως το 2027 αφορά τέσσερα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα κράτη μέλη της ΕΕ: τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία. Επιπλέον, τα λαϊκιστικά και ακροδεξιά κόμματα αναμένεται να σημειώσουν καλά αποτελέσματα και στις τέσσερις αυτές εκλογές.

Το εκλογικό ημερολόγιο του 2027 ήδη επηρεάζει τις πολιτικές της ΕΕ. Λειτουργεί ως κίνητρο για έγκαιρη πρόοδο σε κρίσιμα θέματα, πριν οι προεκλογικές εκστρατείες σκληρύνουν τις εθνικές θέσεις. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον πολυετή προϋπολογισμό 2028-2034, αλλά και για την οικονομική και περιβαλλοντική νομοθεσία, καθώς και για τη διεύρυνση της ΕΕ. Όμως το παράθυρο ευκαιρίας κλείνει γρήγορα, καθώς οι κυβερνήσεις που πηγαίνουν σε εκλογές γίνονται ολοένα πιο επιφυλακτικές απέναντι στον κίνδυνο πολύ πριν από την κρίσιμη φάση των εκστρατειών.

Αν και οι εθνικές εκλογές μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμες για το μέλλον της ΕΕ, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πιθανότατα δεν θα βρεθεί στο επίκεντρο των προεκλογικών εκστρατειών, κάτι που θεωρείται απολύτως λογικό. Τόσο τα κυβερνώντα όσο και τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα επικεντρωθούν σε εσωτερικά ζητήματα, όπως η οικονομία, η κοινωνική πολιτική, το κόστος διαβίωσης, η εσωτερική ασφάλεια και η μετανάστευση.

Σε αντίθεση με προηγούμενες εκλογές, το 2027 είναι πιθανό να επηρεαστεί σημαντικά από εξωτερικούς παράγοντες. Η αποσταθεροποίηση της ΕΕ αποτελεί έναν από τους βασικούς πολεμικούς στόχους της Ρωσίας και, μέσω εκστρατειών παραπληροφόρησης και υβριδικών επιθέσεων, η Μόσχα θα μπορούσε να επιχειρήσει να επηρεάσει τα αποτελέσματα.

Η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, είναι επίσης πιθανό να συνεχίσει τον ιδεολογικό της πόλεμο κατά της φιλελεύθερης Ευρώπης. Η βοήθεια προς την Ευρώπη για να διορθώσει την τρέχουσα πορεία της μέσω της στήριξης πατριωτικών κομμάτων αποτελεί μέρος της επίσημης δογματικής γραμμής της κυβέρνησης του Αμερικανού προέδρου. Για αυτό, οι ευρωπαϊκές Αρχές θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση απέναντι σε αυτές τις απειλές και να αναπτύξουν αποτελεσματικές στρατηγικές.

Loading

Play