Παγκόσμια Ημέρα κατά της Θανατικής Ποινής: η δραματική διαδρομή στην Ελλάδα και το αιματηρό παρόν του κόσμου

Παγκόσμια Ημέρα κατά της Θανατικής Ποινής: η δραματική διαδρομή στην Ελλάδα και το αιματηρό παρόν του κόσμου

Μεσοκαλόκαιρο του 1925, στις πρώτες μέρες του Ιουλίου, η Μαλακάσα Αττικής γεμίζει από κόσμο, καθώς χιλιάδες άνθρωποι έχουν φτάσει από το προηγούμενο βράδυ για να παρακολουθήσουν την θανατική ποινή. Στην απέναντι πλαγιά της χαράδρας στον Άγιο Μερκούριο ετοιμάζεται η δημόσια εκτέλεση του 24χρονου Τηλέμαχου (Μάκη) Μπασιάκου, σε μια σκηνή που αποτυπώνει με ωμό τρόπο το κλίμα της εποχής.

Οι κυρίες της ελίτ κρατούν παρασόλια, οι συνοδοί τους έχουν μετατρέψει τα ψαθάκια τους σε βεντάλιες και το πλήθος περιμένει τη δύση του ήλιου, έχοντας απρόσκοπτη θέα σε όσα πρόκειται να συμβούν. Ο Μπασιάκος είχε κριθεί ένοχος για τη ληστεία και τον φόνο του 40χρονου εμπόρου Παναγιώτη Μωραΐτη, ενώ όσοι δεν βρίσκονται εκεί θα διαβάσουν τα πάντα αναλυτικά στις εφημερίδες της επόμενης μέρας.

Η ενθουσιώδης προσέλευση εκείνης της ημέρας θα γίνει η τελευταία σταγόνα σε ένα ποτήρι που γεμίζει από την εποχή του Όθωνα, όταν η δημόσια εφαρμογή της θανατικής ποινής είχε έντονα παραδειγματικό χαρακτήρα. Με τη λαιμητόμο, που το βασιλικό καθεστώς εισήγαγε «μεταχειρισμένη» από τη Γαλλία, η εκτέλεση μετατρεπόταν σε φρικιαστικό θέαμα, στο οποίο το συγκεντρωμένο πλήθος έδειχνε να ανταποκρίνεται με μαζοχιστική διάθεση.

Η παγκόσμια κοινότητα καθιερώνει την Ημέρα κατά της Θανατικής Ποινής 77 χρόνια μετά από εκείνη την εκτέλεση, στις 10 Οκτωβρίου 2002, όμως σήμερα, το 2026, ακόμη 50 και πλέον χώρες την εφαρμόζουν. Στις λεγόμενες «ανεπτυγμένες» χώρες, η αλλαγή αφορά κυρίως τον τρόπο θανάτωσης των καταδίκων, όχι την ίδια την ποινή.

Όπως αναφέρει και ο πρώην διευθυντής του Πύργου του Λονδίνου, Τζέφρι Άμποτ, στο έργο του «Το εγχειρίδιο του καλού δημίου», ο άνθρωπος αξιοποίησε τις ανακαλύψεις του για να επινοήσει διαδοχικά τη θηλιά, την πυρά, τον τροχό και τον αποκεφαλισμό. Μια πορεία που, στο βιβλίο του, περιγράφεται ως διαρκής τεχνογνωσία της βίας.

ΜΙΑ «ΦΟΒΕΡΗ ΜΗΧΑΝΗ» ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΙΤΕΣ

Η καρμανιόλα, ελληνοποιημένη από το γαλλικό carmagnole, ήταν μόνιμα στημένη στις φυλακές του Παλαμηδιού στο Ναύπλιο, ενώ στο Μπούρτζι διέμεναν οι δήμιοι. Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, στις «Φυλακές του Ναυπλίου», τη χαρακτήριζε «φοβερή μηχανή», συνδέοντάς την και με τον Αμοιραδάκη, τον βαρυποινίτη που εκτελούσε τότε χρέη δημίου.

Η λαιμητόμος έφτασε στην Ελλάδα μαζί με δύο Γάλλους δημίους, που γνώριζαν τον χειρισμό της, έπειτα από συμφωνία με τον Όθωνα, με στόχο να εκπαιδεύσουν ντόπιους. Δεν έμειναν για πολύ, καθώς οι Έλληνες τούς αντιμετώπιζαν σαν κοινούς εγκληματίες, τους προπηλάκιζαν και τους ξυλοφόρτωναν, ώσπου απειλήθηκε σοβαρά η ζωή τους και έφυγαν. Ο Εντμόντ Αμπού αναφέρει ακόμη και σφαγιασμό των δημίων από πολίτες, καθώς και έναν «αρκετά πεινασμένο» άντρα που δέχθηκε να συνδράμει στα θλιβερά έργα της δικαιοσύνης των ανθρώπων, ζώντας μόνος σε φρούριο στο Μπούρτζι, υπό στρατιωτική φρούρηση.

Στη φυλακή του Παλαμηδιού γίνονταν οι περισσότερες εκτελέσεις, όμως υπήρχαν και άλλες, οργανωμένες σε νησιά ή σε απομακρυσμένα σημεία της ηπειρωτικής χώρας. Όταν επικρατούσε η λογική του παραδειγματισμού, οι εκτελέσεις γίνονταν κατά προτίμηση στον τόπο του εγκλήματος, με την κινητή «φοβερή μηχανή» να μεταφέρεται και να συναρμολογείται όπου υπήρχε ανάγκη. Στην Αθήνα, η λαιμητόμος στεκόταν στην είσοδο του σπηλαίου των Νυμφών.

Οι καρατομήσεις των μελλοθανάτων προγραμματίζονταν όλες μαζί σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ώστε η λεπίδα να ξεπλένεται γρήγορα και πρόχειρα από το αίμα του προηγούμενου.

Τον Νοέμβριο του 1887, το πολεμικό ατμόπλοιο «Ευρώτας» απέπλευσε από τον Πειραιά φορτωμένο με τα κομμάτια της μεταφερόμενης καρμανιόλας. Πήρε πρώτα τον δήμιο από το Ναύπλιο και στη συνέχεια έβαλε ρότα για τον Βόλο, την Καλαμάτα, την Ιτέα, την Κέρκυρα και το Ληξούρι στην Κεφαλονιά, όπου ήταν προγραμματισμένες εννέα από τις συνολικά 50 εκτελέσεις εκείνης της χρονιάς.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΜΑΝΙΟΛΑ ΣΤΟΝ «ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΟ» ΤΟΥΦΕΚΙΣΜΟ

Η καρατόμηση θα παραμείνει σε ισχύ έως το 1913, όταν θα καταργηθεί οριστικά με νόμο και θα αντικατασταθεί από τον τουφεκισμό. Παρά τη φρίκη της καρμανιόλας, ο νέος τρόπος εκτέλεσης φάνταζε τότε «πολιτισμένος», αν και δεν ήταν άγνωστος στην Ελλάδα, αφού η κεφαλική ποινή προβλεπόταν ήδη από το «Απάνθισμα των Εγκληματικών» της 17ης Απριλίου 1823 για ιδιαίτερα βαριά εγκλήματα όπως ο φόνος εκ προμελέτης, η ληστεία μετά φόνου και η προδοσία.

Ως το φθινόπωρο του 1830 δεν είχε καταγραφεί εφαρμογή της θανατικής ποινής, ώσπου μέσα σε έναν μήνα έγιναν τρεις εκτελέσεις. Στις 15 Οκτωβρίου, στη Σκόπελο, εκτελέστηκε ο 25χρονος Γεώργιος Λεμονής για τριπλή ανθρωποκτονία και κλοπή, δέκα μέρες αργότερα στα Σάλωνα ο Δημήτριος Κολοκυθόπουλος για ληστεία μετά φόνου και στις 17 Νοεμβρίου στην Καλαμάτα ο 35χρονος ναύτης Δημήτριος Κασιμάκος για «φονοπειρατεία».

Στο νομικό περιοδικό «Θέμις» του 1891 δημοσιεύτηκαν λεπτομέρειες για την εκτέλεση του Κολοκυθόπουλου: μετά την απόρριψη της αίτησης χάριτος, ο μελλοθάνατος κλείστηκε φρουρούμενος στον ναό του Αγίου Γεωργίου Καλαμάτας, όπου πέρασε τη νύχτα εξομολογούμενος και προσευχόμενος αδιάκοπα. Την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε, με τις καμπάνες να χτυπούν πένθιμα, μέσα από την αγορά στον χώρο της παλαιάς Μητρόπολης και των παλιών μνημάτων, όπου εκτελέστηκε πάνω στον ήδη έτοιμο τάφο του από τρεις στρατιώτες που τον πυροβόλησαν στο κεφάλι.

Η επόμενη εκτέλεση δια τουφεκισμού που έμεινε στην ιστορία ήταν εκείνη του Γιωργάκη Μπεϊζαντέ Μαυρομιχάλη, ενός από τους δολοφόνους του Καποδίστρια, ο οποίος εκτελέστηκε στις 10 Οκτωβρίου 1831 στην Πύλη της Ξηράς, μπροστά από τα ανατολικά τείχη του Ναυπλίου. Την εκτέλεση παρακολουθούσε πίσω από τα κάγκελα της φυλακής του Παλαμηδιού, όπου βρισκόταν έγκλειστος, ο πατέρας του, Πετρόμπεης.

Με την εγκατάσταση του Όθωνα στην Ελλάδα, νέο νομοθέτημα εντάσσεται στο ποινικό δίκαιο. Στο άρθρο 5 ορίζεται πως «ο καταδικασθείς εις θάνατον αποκεφαλίζεται δια της λαιμητόμου», ενώ το σώμα του ενταφιάζεται ήσυχα και χωρίς πομπή, με δυνατότητα να παραδοθεί, κατόπιν έγκρισης της Αστυνομίας, στους συγγενείς για να ταφεί με άκρα σιγή.

Η σταθερή λαιμητόμος στήθηκε μετά την Πύλη της Ξηράς, στο Αλωνάκι, έξω από τα ανατολικά τείχη του Ναυπλίου, στα ριζά του Παλαμηδιού. Εκεί εκτελέστηκαν το 1898 και οι δύο επίδοξοι δολοφόνοι του βασιλιά Γεωργίου Α΄, μετά την ανεπιτυχή απόπειρά τους στον Άγιο Σώστη, στη σημερινή λεωφόρο Συγγρού στην Αθήνα.

Το 1912 επανήλθε η εκτέλεση δια τουφεκισμού και ο δημόσιος χαρακτήρας της εσχάτης των ποινών συνέχισε να συνοδεύεται από ανακοινώσεις για τον τόπο και τον χρόνο των εκτελέσεων. Τα πλήθη συγκεντρώνονταν από νωρίς, άλλοι επευφημούσαν με ουρλιαχτά και χειροκροτήματα και άλλοι έμεναν σιωπηλοί και τρομαγμένοι, ενώ επιστήμονες άρχισαν ήδη να μιλούν για εθισμό του πλήθους στη θανάτωση και για εξοικείωση με την αφαίρεση μιας ζωής.

ΑΡΙΘΜΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΙΛΙΓΓΟ

Με τον ν. 5060 του 1931 ο δημόσιος χαρακτήρας των εκτελέσεων καταργήθηκε και η εφαρμογή της εσχάτης των ποινών, αποκλειστικά με τουφεκισμό, γινόταν πλέον σε περίκλειστο και ειδικά διαμορφωμένο χώρο των σωφρονιστικών καταστημάτων, παρουσία δικαστικής Αρχής, ιερέα και γιατρού.

Στην Ελλάδα η θανατική ποινή καταργήθηκε με τον ν. 2172 του 1993, επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου και υπουργού Δικαιοσύνης Γεωργίου Κουβελάκη, και κατοχυρώθηκε πλήρως και συνταγματικά το 2001.

Στο μεταξύ, σε αυτό το αιματηρό κομμάτι της ιστορίας καταγράφονται τα ονόματα της 62χρονης Σταυρούλας Γκουβούση, της πρώτης γυναίκας που εκτελέστηκε σε καιρό ειρήνης στην Ελλάδα, καταδικασμένης για τη δολοφονία της εγκύου νύφης της στο Λεωνίδιο Αρκαδίας στις 26 Αυγούστου 1960, και του 27χρονου ηλεκτρολόγου Βασιλείου Λυμπέρη, που κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία της συζύγου του, της πεθεράς του και των δύο παιδιών του στο Χαλάνδρι Αττικής, στις 25 Αυγούστου 1972. Ήταν ο τελευταίος που εκτελέστηκε σε εφαρμογή θανατικής ποινής.

Παρά τη μαζική καταδίκη της θανατικής ποινής διεθνώς και την καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας κατά της Θανατικής Ποινής, οι αριθμοί των εκτελέσεων παραμένουν σοκαριστικοί. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για το 2025, καταγράφηκαν 2.707 εκτελέσεις σε 17 χώρες, αύξηση 78% σε σχέση με το 2024, όταν είχαν σημειωθεί 1.518.

Η οργάνωση διευκρινίζει ότι στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι χιλιάδες εκτελέσεις που εκτιμάται ότι γίνονται στην Κίνα, η οποία παραμένει ο μεγαλύτερος «εκτελεστής» παγκοσμίως χωρίς να δημοσιοποιεί στοιχεία. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται το Ιράν με 2.159 εκτελεσθέντες, ακολουθούν η Σαουδική Αραβία με 356, η Υεμένη με 51 και οι ΗΠΑ με 47 σε πολιτείες όπου εξακολουθεί να ισχύει η θανατική ποινή.

Επιπλέον, σε 48 χώρες έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 2.334 νέες θανατικές καταδίκες, ενώ περισσότεροι από 25.508 άνθρωποι παραμένουν σε πτέρυγες μελλοθάνατων σε όλο τον κόσμο, πλησιάζοντας κάθε μέρα τη στιγμή της εκτέλεσής τους.

ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ

– «Ιστορία των Ελλήνων», ομαδικό (Εκδ. ΔΟΜΗ, Αθήνα 2004)

– «Ξεχασμένα πρωτοσέλιδα – Ρεπορτάζ από τη νεοελληνική μικροϊστορία», Γ. Ράγκου (Εκδ. Polaris, Αθήνα 2016)

– «Η θανατική ποινή στην Ελλάδα», Α.Ν. Δούμα (ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2012)

– «Η Ελλάδα του Όθωνα», Εντ. Αμπου (Εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, Αθήνα 2018)

– «Το εγχειρίδιο του καλού δημίου / Οι εκτελέσεις από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα», Τζ. Άμποτ (Εκδ. ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, Αθήνα 2005)

– ΠΝ Βασιλείου της Ελλάδος, Ναύπλιο 1834

– «Πεθαμένοι που ανασαίνουν / από το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου, που πέθανε μέσα στη φυλακή από φυματίωσι» (Εφ. ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, 1η Ιουλίου έως 6 Αυγούστου 1926)

– «Θέμις» τεύχ. 13 (12/11 έως 17/12/1830) – Εβδομαδιαία Δικαστική Εφημερίς

– «Οι φυλακές του Ναυπλίου» Ανδ. Καρκαβίτσα (Εκδ. Ελληνικές Εκδόσεις, Αθήνα 1998)

– «Αστυνομικά Χρονικά», τεύχ. 249 (Εκδ. Αρχηγείον Αστυνομίας Πόλεων, Αθήνα 1965)

– Αρχείο Εφημερίδων Τ. Α. Μανιατέα

– Διεθνής Αμνηστία

– Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

– Δήμος Πειραιά

Loading

Play