Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, την ίδια ημέρα που συμπληρώνονταν τέσσερα χρόνια από τον θάνατο της Μαχσά Αμινί στα χέρια της αστυνομίας ηθών της Τεχεράνης, άλλο δικαστήριο στη Μασχάντ καταδίκασε σε θανατική καταδίκη την 23χρονη Νατζμέ Αμινί.
Η φοιτήτρια λογιστικής κρίθηκε ένοχη για βλασφημία εξαιτίας μιας ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η υπόθεση της Αμινί, σύμφωνα με ανθρωπιστικές οργανώσεις, αποτυπώνει τη σκληρότητα του ιρανικού καθεστώτος απέναντι στη νέα γενιά και την προσπάθεια περιορισμού κάθε ελεύθερης έκφρασης στον ψηφιακό χώρο.
Η νεαρή φοιτήτρια είχε συλληφθεί για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2026, μέσα στο μεγάλο κύμα διαδηλώσεων που σάρωσε τη χώρα λόγω της οικονομικής εξαθλίωσης και των πολιτικών πιέσεων, με περισσότερους από 50.000 πολίτες να οδηγούνται στη σύλληψη.
Παρότι αφέθηκε προσωρινά ελεύθερη, η ηλεκτρονική αστυνομία του Ιράν (FATA) έβαλε στο στόχαστρο την ψηφιακή της δραστηριότητα, με αποτέλεσμα τη νέα σύλληψή της στις 3 Φεβρουαρίου στη Μασχάντ.
Δίκη-εξπρές
Οι κατηγορίες σε βάρος της Νατζμέ Αμινί περιλάμβαναν το αδίκημα του sab ol-nabi, δηλαδή την προσβολή του Προφήτη Μωάμεθ και των Δώδεκα Ιμάμηδων, αδίκημα που σύμφωνα με τον ιρανικό ποινικό κώδικα τιμωρείται με θάνατο.
Σε άλλη δικογραφία, καταδικάστηκε επίσης σε κάθειρξη 12 ετών, έξι μηνών και μίας ημέρας για δράση κατά της εθνικής ασφάλειας και διασπορά προπαγάνδας κατά του καθεστώτος.
Το ακριβές περιεχόμενο της ανάρτησης που οδήγησε στη δίωξη δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ από τις αρχές.
Σύμφωνα με τοπικό δημοσίευμα της Khorasan, η Αμινί είπε στο δικαστήριο ότι έκανε τις επίμαχες αναφορές ενώ βρισκόταν σε κατάσταση παραλήρησης, έπειτα από κατανάλωση μανιταριών με φίλους της, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε πρόθεση να προσβάλει τα θεία.
Η υπεράσπισή της απέρριψε την κατηγορία του δόλου, όμως ο δικαστής απάντησε ειρωνικά: «Αφού βρισκόσουν σε αυτή την κατάσταση, γιατί δεν προσέβαλες άλλους ανθρώπους ή τους εχθρούς του καθεστώτος, όπως την Αμερική και το Ισραήλ;».
Ντοκουμέντο από τις φυλακές Βακιλαμπάντ
Μετά τη σύλληψή της, η Νατζμέ Αμινί μεταφέρθηκε στις διαβόητες φυλακές Βακιλαμπάντ της Μασχάντ, όπου έμεινε σε καθεστώς απομόνωσης στην πτέρυγα ασφαλείας για σχεδόν τρεις μήνες.
Οργανώσεις δικαιωμάτων καταγγέλλουν ότι υπέστη άγριους ξυλοδαρμούς και ψυχολογικά βασανιστήρια, ώστε να αποσπαστούν εξαναγκασμένες ομολογίες.
Μέσα από το κελί της, η 23χρονη φοιτήτρια κατάφερε να στείλει ένα σπαρακτικό ηχητικό μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα και τα όργανα του ΟΗΕ:
View this post on Instagram
«Δεν θέλω να κάνω τον ήρωα σήμερα. Θέλω μόνο ένα πράγμα: να γίνετε η φωνή μου. Είμαι ένα αθώο νέο κορίτσι με τόσες ελπίδες και όνειρα. Έχω γονείς που με περιμένουν· μια οικογένεια που κάθε νύχτα, με τον φόβο ότι θα με χάσει, μετατρέπει τη νύχτα της σε πρωινό», λέει.
«Θυμηθείτε το όνομά μου. Ίσως να μη μπορέσω να μιλήσω ξανά. Αλλά όσο ζω, κρατώ μόνο μία ελπίδα: πριν η θηλιά σημαδέψει το τέλος της ζωής μου, να δω το Ιράν μου να ευημερεί, να είναι ελεύθερο».
Η υπόθεση προκάλεσε την άμεση αντίδραση διεθνών παρατηρητών και προσωπικοτήτων της ιρανικής διασποράς, όπως ο Ρεζά Παχλαβί, οι οποίοι κάλεσαν να μην επιτραπεί η σιωπή γύρω από την τύχη της.
Διεθνής συναγερμός για την κλιμάκωση των εκτελέσεων
Η θανατική καταδίκη της Αμινί δεν είναι ακόμη τελεσίδικη, καθώς εκκρεμεί η εξέταση της έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ιράν.
Ωστόσο, οι ανθρωπιστικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι τα περιθώρια στενεύουν επικίνδυνα. Ο Μαχμούντ Αμιρί-Μογαντάμ, διευθυντής της οργάνωσης Iran Human Rights (IHRNGO) με έδρα το Όσλο, τόνισε τον τεράστιο κίνδυνο που εγκυμονεί η απόφαση θανατικής ποινής στην 23χρονη.
Η καταδίκη μιας 23χρονης γυναίκας σε θάνατο για όσα εξέφρασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελεί μια εξαιρετικά ανησυχητική εξέλιξη. Παρότι η βλασφημία επιφέρει τη θανατική ποινή στο Ιράν, η υπόθεση αυτή απειλεί να διευρύνει τη χρήση της εσχάτης των ποινών απέναντι στην ειρηνική ψηφιακή έκφραση. Χωρίς μια ισχυρή διεθνή αντίδραση τώρα, κινδυνεύουμε να δούμε μια ευρύτερη εφαρμογή θανατικών καταδικάσεων για θέματα ελευθερίας του λόγου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της IHRNGO, περισσότερες από 600 εκτελέσεις έχουν καταγραφεί στο Ιράν εντός του 2026.
Παρότι οι εκτελέσεις στο Ιράν έχουν εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδό τους εδώ και τρεις δεκαετίες, οι θανατικές καταδίκες για βλασφημία παραμένουν σχετικά σπάνιες.
Η τελευταία τεκμηριωμένη περίπτωση ήταν στις 8 Μαΐου 2023, όταν ο Γιουσέφ Μεχράντ και ο Σαντρολάχ Φαζελί-Ζαρέ εκτελέστηκαν αφού καταδικάστηκαν για αδικήματα σχετιζόμενα με τη βλασφημία, τα οποία συνδέονταν με τη δραστηριότητά τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
![]()
