Σοκάρουν η Μάγια και ο Γιαρίν: μαρτυρίες επιζώντων της επίθεσης της Χαμάς στο φεστιβάλ Nova

Σοκάρουν η Μάγια και ο Γιαρίν: μαρτυρίες επιζώντων της επίθεσης της Χαμάς στο φεστιβάλ Nova

Η Μάγια και ο Γιαρίν, επιζώντες της επίθεσης της Χαμάς στο φεστιβάλ Nova, μίλησαν και περιέγραψαν με σκληρές λεπτομέρειες όσα έζησαν εκείνο το πρωινό. Οι μαρτυρίες τους φωτίζουν την αγωνία της διαφυγής, αλλά και το βάρος που κουβαλούν μέχρι σήμερα.

Αποστολή: Σοφία Παπαδοπούλου

Στις χαμηλές συχνότητες της ηλεκτρονικής μουσικής, η 32χρονη Μάγια Ιζουτσέεβ έβρισκε πάντα ηρεμία και μια παγκόσμια γλώσσα συνεννόησης και αλληλοκατανόησης.

«Δεν χρειάζεται να ξέρεις τους στίχους ή τις λέξεις», εξηγούσε η Ισραηλινή μηχανικός, μιλώντας χθες το απόγευμα σε εκπροσώπους του ξένου Τύπου, σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Εκπαιδευτικό Κέντρο και Μνημείο Ολοκαυτώματος στο Μαϊάμι των Ηνωμένων Πολιτειών, με αφορμή την Ημέρα Μνήμης για την 7η Οκτωβρίου.

«Είναι (η μουσική) κάτι που ενώνει όλους τους ανθρώπους, από κάθε γωνιά του κόσμου»

Το πρωί της 7ης Οκτωβρίου 2023, η Μάγια εργαζόταν ως bouncer στο μουσικό φεστιβάλ Nova, κοντά στο Κιμπούτζ Ρέιμ, στο Ισραήλ. Η δουλειά της ήταν απλή: έλεγχε ταυτότητες νεαρών που κατέφθαναν από την Ουκρανία, τη Βραζιλία, την Αργεντινή και τις ΗΠΑ. Όμως στις 6:25 το πρωί, την ώρα που ο ήλιος ανέτελλε και το πάρτι βρισκόταν στο απόγειό του, ο ήχος της μουσικής άρχισε να ηχεί περίεργα στα αυτιά της.

Η Μάγια κατάλαβε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Όταν τα ηχεία σίγησαν, η ατμόσφαιρα βάρυνε.

Λίγα λεπτά αργότερα, ο ουρανός γέμισε με μαύρους καπνούς και λάμψη από τις ρουκέτες που εκτόξευε η Χαμάς.

Το Nova μετατράπηκε στιγμιαία σε παγίδα θανάτου, καθώς οι νεαροί στο φεστιβάλ δεν είχαν καταλάβει αμέσως τι συμβαίνει και συνέχιζαν να χορεύουν και να διασκεδάζουν. Στο νότιο Ισραήλ, οι σειρήνες και οι περιστασιακές ρουκέτες ήταν μέρος της καθημερινότητας, εξηγούσε η Μάγια. Όμως, καθώς οι εκρήξεις από τις αναχαιτίσεις διαδέχονταν η μία την άλλη κάθε δευτερόλεπτο, οι αστυνομικοί και οι άνδρες ασφαλείας άρχισαν να ξηλώνουν τους φράχτες. Το Nova -ένα φεστιβάλ σε ανοιχτό χώρο 360 μοιρών, στη μέση του πουθενά- μετατράπηκε στιγμιαία σε παγίδα θανάτου. Με μόνον έναν κεντρικό δρόμο διαφυγής, επικράτησε χάος. Κάποιοι πάγωναν στο έδαφος προσευχόμενοι, ενώ άλλοι δυνάμωναν την τρανς μουσική στα αυτοκίνητά τους και χόρευαν έξαλλα, φωνάζοντας: «Δεν θα μας σταματήσουν ποτέ να χορεύουμε!», θυμάται η Μάγια.

Αυτό που ακολούθησε ήταν, όπως τον περιγράφει, ένας αγώνας επιβίωσης.

Η Μάγια μπήκε στο αυτοκίνητο με τον φίλο της, τον Σαγκί, ο οποίος υπέστη σοβαρή κρίση πανικού. Γύρω στις 7:00 το πρωί κατάφεραν να βγουν στον κεντρικό δρόμο 232. Λίγα λεπτά μετά, ο Σαγκί άρχισε να ουρλιάζει: «Σταμάτα το αμάξι! Τώρα!».

Εγκαταλείποντας το όχημα με τη μηχανή αναμμένη, έτρεξαν να καλυφθούν σε ένα τσιμεντένιο καταφύγιο (bomb shelter) στην άκρη του δρόμου – έναν στενό χώρο σχεδιασμένο για 6 άτομα, στον οποίο στριμώχτηκαν σχεδόν 30 άνθρωποι σε πανικό.

Στην είσοδο του καταφυγίου, ένας ένοπλος Βεδουίνος, ο Ίσα, προσπαθούσε να τους προστατεύσει. Έξω, ο ρυθμικός ήχος «μπαμ-μπαμ-μπαμ» αντηχούσε ασταμάτητα. Έχοντας υπηρετήσει στον ισραηλινό στρατό, η Μάγια αναγνώρισε αμέσως τον ήχο: ήταν αυτόματα όπλα. «Τότε ήταν που κατάλαβα πως ήταν τρομοκράτες», εξηγούσε.

Ενώ οι παγιδευμένοι μέσα έκλαιγαν και προσεύχονταν, ο Σαγκί άρπαξε τη Μάγια από τον καρπό, τη κοίταξε στα μάτια και της είπε σταθερά: «Δεν μένουμε εδώ».

«Προσπάθησα να λογικέψω έναν άνθρωπο που βρισκόταν σε ακραίο πανικό», θυμάται η Μάγια, νομίζοντας πως η έξοδος στο δρόμο ήταν αυτοκτονία. Όμως το ένστικτο του Σαγκί αποδείχθηκε σωτήριο. Την τράβηξε έξω, πίσω στο ανοιχτό αυτοκίνητο.

Αυτή η απόφαση τους έσωσε τη ζωή. Από τα 29 άτομα που έμειναν μέσα σε εκείνο το μικρό καταφύγιο, 6 απήχθησαν από τη Χαμάς στη Γάζα, 17 δολοφονήθηκαν άγρια -με τα σώματά τους να καλύπτουν και να σώζουν 6 επιζώντες- ενώ αρκετοί Βεδουίνοι έχασαν επίσης τη ζωή τους, όπως λέει. Η άλλη κοπέλα που δούλευε μαζί με τη Μάγια ως bouncer δολοφονήθηκε εκείνο το πρωί· χρειάστηκαν 47 βασανιστικές ημέρες για να ταυτοποιηθεί η σορός της.

Μιλώντας ενώπιον εκπροσώπων του διεθνούς Τύπου και φορέων στο Μνημείο Ολοκαυτώματος του Μαϊάμι Μπιτς, η Μάγια μοιράστηκε το ασήκωτο βάρος της επιβίωσης.

«Ένιωθα τεράστια ενοχή», εξομολογήθηκε, περιγράφοντας τη στιγμή που έπρεπε να κοιτάξει στα μάτια τη μητέρα της αδικοχαμένης συναδέλφου της.

«Πώς κοιτάς αυτή τη μητέρα στο πρόσωπο;»

Για μήνες μετά τις επιθέσεις, η Μάγια μετέτρεψε το σαλόνι του σπιτιού της σε ένα αυτοσχέδιο κέντρο πληροφοριών. Μαγείρευε για εθελοντές και συνέλεγε στοιχεία για να εντοπίσει αγνοούμενους φίλους της, ανάμεσα στους οποίους και τον μικρότερο αδερφό του παιδικού της φίλου, Γκάλ, που είχε πέσει αιχμάλωτος.

Σήμερα, η πρώην μηχανικός ταξιδεύει για να καταθέσει τη μαρτυρία της.

«Μέχρι και σήμερα, αδυνατώ να συλλάβω το πλήρες μέγεθος της καταστροφής», είπε η Μάγια, με τη φωνή της να αντηχεί συγκινημένη στην αίθουσα. «Είμαστε άνθρωποι που μοιραζόμαστε τις ιστορίες μας. Έχουμε μια ιστορία να πούμε. Αλλά χρειαζόμαστε ανθρώπους σαν εσάς για να έρθουν και να γίνουν μάρτυρες».

Δίπλα της, ο νεαρός Γιαρίν άρχισε να αφηγείται τη δική του οδύσσεια διαφυγής από τον χώρο του φεστιβάλ, μαζί με την αδελφή του. Ήταν η πρώτη φορά που μοιραζόταν την ιστορία του σε ακροατήριο και η συγκίνησή του ήταν εμφανής.

«Το μόνο που παρακαλούσα τον Θεό ήταν να βγούμε ζωντανοί απ’ αυτό μαζί με την αδελφή μου», έλεγε, εξηγώντας πως κι αυτός, μέχρι σήμερα, δεν έχει συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί -κι ας έχουν περάσει τρία χρόνια. «Δεν μπορεί να συλλάβει το μυαλό μου το μέγεθος της καταστροφής», είπε.

Για τον ίδιο, η απάντηση στο μίσος είναι η αγάπη. «Αυτό είναι που με βοηθά», κατέληξε.

Loading

Play