Η Τράπεζα της Αγγλίας ανακοίνωσε σήμερα ότι το βασικό επιτόκιο παραμένει στο 3,75%, εν μέσω των οικονομικών επιπτώσεων από τον πόλεμο στο Ιράν. Στην ανακοίνωσή της, επισημαίνεται ο αντίκτυπος της ναυτιλιακής κρίσης στο Στενό του Χορχμούζ, «όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προμήθειας πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, που έχει σχεδόν σταματήσει λόγω ιρανικών επιθέσεων σε πλοία».
Στο αιτιολογικό της απόφασης, η Τράπεζα τονίζει ότι, παρά την τρέχουσα σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, οι τιμές συνεχίζουν να κινούνται πάνω από τον στόχο του 2%. Η οικονομική δραστηριότητα δείχνει σημάδια κόπωσης, ενώ η ανάπτυξη παραμένει υποτονική τους τελευταίους μήνες.
Ο διοικητής της Τράπεζας, ‘Άντριου Μπέιλι, δήλωσε ότι η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής (MPC) «θα συνεχίσει να αξιολογεί προσεκτικά τα εισερχόμενα οικονομικά στοιχεία», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικών προσαρμογών. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποκλείεται η αύξηση του βασικού επιτοκίου, γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά πολλά νοικοκυριά που ήδη πλήττονται από την αύξηση του κόστους ζωής.
Οι αγορές είχαν προεξοφλήσει την απόφαση, εκτιμώντας πως οι πρώτες μειώσεις επιτοκίων θα γίνουν μόνο όταν ο πληθωρισμός αρχίσει να μειώνεται.
Μετά την ανακοίνωση, η στερλίνα παρουσίασε περιορισμένες διακυμάνσεις, ενώ οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων κινήθηκαν ελαφρώς πτωτικά, αντανακλώντας τις προσδοκίες για μελλοντική μείωση του κόστους δανεισμού. Η επόμενη συνεδρίαση της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής στις 30 Απριλίου αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς θα προσφέρει πιο σαφή εικόνα για την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής στο Ηνωμένο Βασίλειο σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για την παγκόσμια οικονομία.
![]()
