Η επόμενη ημέρα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ καταγράφεται μέσω του δικτύου των ανταποκριτών, με τις αντιδράσεις από τις πρωτεύουσες της Ευρώπης να φωτίζουν τις πολιτικές επιπτώσεις της νίκης των Δημοκρατικών. μεταφέρει το κλίμα σε Βρετανία, Ιταλία, Γαλλία, Σερβία και Τουρκία.
Βρετανία: ισχυρό πολιτικό μήνυμα κατά του Τραμπ βλέπουν οι βρετανοί αναλυτές
Ως ηχηρή αποδοκιμασία της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ και ως εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει τις διατλαντικές σχέσεις αντιμετωπίζουν τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης τη σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών. Βρετανοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ξεκάθαρη επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου θα περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων του Αμερικανού προέδρου στα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του.
Η εφημερίδα Guardian χαρακτηρίζει το αποτέλεσμα ισχυρό πλήγμα για τον Τραμπ, σημειώνοντας ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούν πλέον να εμποδίζουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, να μπλοκάρουν κυβερνητικούς διορισμούς και να διεξάγουν κοινοβουλευτικές έρευνες. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν συνεπάγεται απαραίτητα αλλαγή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, ενώ θεωρεί πιθανό ο Τραμπ να γίνει ακόμη πιο απρόβλεπτος στις σχέσεις του με τους Ευρωπαίους συμμάχους και γενικότερα.
Οι Financial Times αποδίδουν την εκλογική ανατροπή στη δυσαρέσκεια των Αμερικανών για το αυξημένο κόστος ζωής, τις τιμές των καυσίμων και τον πόλεμο με το Ιράν, ενώ το BBC εστιάζει στο ότι οι ψηφοφόροι επέλεξαν να περιορίσουν την εξουσία του Λευκού Οίκου.
Σε πολιτικό επίπεδο, προς το παρόν μόνο ο ηγέτης των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, Εντ Ντέιβι, χαιρέτισε το αποτέλεσμα ως απόρριψη της «πολιτικής του μίσους, του διχασμού και της οικονομικής ζημιάς». Η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών έγινε γενικότερα δεκτή θετικά και από προοδευτικούς πολιτικούς κύκλους στη Βρετανία.
Από την πλευρά της κυβέρνησης δεν υπάρχει ακόμη επίσημη τοποθέτηση του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ για το αποτέλεσμα. Οι μετριοπαθείς αναλυτές σημειώνουν πάντως ότι το Λονδίνο καλείται να διατηρήσει ισορροπημένες σχέσεις με την Ουάσιγκτον, ανεξάρτητα από τις πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ.
Οι δύο χώρες συνδέονται ιστορικά με τη λεγόμενη «ειδική σχέση», όρο που καθιέρωσε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ το 1946. Η συνεργασία τους ενισχύθηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ψυχρό Πόλεμο και εξακολουθεί να στηρίζεται στο ΝΑΤΟ, την ανταλλαγή πληροφοριών και τις στενές οικονομικές σχέσεις.
Παρά τη διαχρονική σημασία αυτής της συνεργασίας, η πολιτική Τραμπ έχει προκαλέσει τριβές μεταξύ των δύο πλευρών, ιδιαίτερα στα ζητήματα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, των εμπορικών δασμών και του πολέμου με το Ιράν. Για τη Βρετανία, το βασικό ερώτημα είναι αν το νέο Κογκρέσο θα περιορίσει την πολιτική του Αμερικανού προέδρου ή αν θα οδηγήσει σε μια ακόμη πιο δύσκολη περίοδο στις σχέσεις Λονδίνου και Ουάσιγκτον.
Ιταλία: οι ιταλικές αντιδράσεις στα αποτελέσματα των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών
Με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολούθησε και η Ιταλία την εκλογική βραδιά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι περιορίσθηκε, προς το παρόν, μόνο στο να πει ότι «το σχόλιο για τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές θα γίνει μια άλλη στιγμή, διότι σήμερα η Ιταλία γιορτάζει τις ένοπλες δυνάμεις της».
Στην αντιπολίτευση, η γραμματέας του κεντροαριστερού «Δημοκρατικού Κόμματος», Έλι Σλάιν, υπογράμμισε ότι «η θέληση για αλλαγή οδήγησε στην πλειοψηφία σε βουλή και γερουσία» και πρόσθεσε ότι «η ελπίδα των ανθρώπων είναι ισχυρότερη από τις δεξιές δυνάμεις που βρίσκονται στην εξουσία και η ενότητα είναι ισχυρότερη απ’ όσους θέλουν να μας διχάσουν».
Ο κεντρώος πρώην πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, επικεφαλής του κόμματος «Ζωντανή Ιταλία», σχολίασε ότι «ο Τραμπ θα κυβερνήσει για άλλα δυο χρόνια, αλλά αυτό που προκύπτει από τις εκλογές αυτές είναι ότι το πολιτικό πείραμα των Maga έχει αποδυναμωθεί ισχυρά, αν όχι ηττηθεί».
Από τον χώρο της αντιπολίτευσης, ο αρχηγός των Πέντε Αστέρων και πρώην πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε τόνισε ότι «από τις πλατείες της Ιταλίας, μέχρι τις αμερικανικές κάλπες που απέρριψαν τον Τραμπ, οι πολίτες έδειξαν ότι δεν ανέχονται άλλο παράνομους πολέμους, εξοπλιστικές κούρσες, την ακρίβεια, τις περικοπές και κάποια δικαιώματα μερικής ισχύος». «Ένα λαϊκό κύμα παρέσυρε τον Τραμπ και τους ρεπουμπλικανούς», έγραψε στο διαδίκτυο ο γραμματέας της Ιταλικής Αριστεράς, Νικόλα Φρατογιάννι.
Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι την τελευταία εβδομάδα της αμερικανικής προεκλογικής εκστρατείας όλες οι πολιτικές δυνάμεις που συνθέτουν την ιταλική κυβέρνηση απέφυγαν την όποια αναφορά σε πιθανά ή επιθυμητά αποτελέσματα, κρατώντας, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, «μια ξεκάθαρη απόσταση ασφαλείας».
Γαλλία, Σερβία και Τουρκία: οι πρώτες εκτιμήσεις για τις αμερικανικές κάλπες
Στη Γαλλία οι πρώτες κυβερνητικές αντιδράσεις παραμένουν συγκρατημένες μετά τα αποτελέσματα στις αμερικανικές εκλογές και την ήττα του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ στα κόμματα της αριστεράς επικρατεί πανηγυρικό κλίμα. Ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας Ρολάν Λεσκίρ σημείωσε την αναμφισβήτητη νίκη του Δημοκρατικού κόμματος και τις δυσκολίες που θα έχει εφεξής ο πρόεδρος Τραμπ στα ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής στη χώρα του, υπενθυμίζοντας όμως ότι στα διεθνή ζητήματα παραμένει η αρμοδιότητα του προέδρου των ΗΠΑ και του «απρόβλεπτου χαρακτήρα» του.
Στον χώρο της γαλλικής αριστεράς, η ικανοποίηση είναι εμφανής μετά τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών. Ο υποψήφιος για την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας από την πλευρά των Σοσιαλιστών, Ραφαέλ Γκλουκσμαν, έκανε λόγο για «νίκη της δημοκρατίας και της ευπρέπειας», ενώ από την πλευρά της Ανυπότακτης Γαλλίας ο εθνικός συντονιστής Μανουέλ Μπομπάρ δήλωσε ότι «παντού στον κόσμο, η λαϊκή κινητοποίηση είναι αυτή που μας επιτρέπει να πιέσουμε την ακροδεξιά». Στο ίδιο μήκος κύματος, η επικεφαλής των οικολόγων, Μαρίν Τοντελιέ, έκανε λόγο για «ιστορική ήττα» του Ρεπουμπλικάνου ηγέτη και κατηγόρησε ταυτόχρονα τον Εθνικό Συναγερμό της Λεπέν ότι είναι ένα κόμμα εξίσου «φασιστικό», «διεφθαρμένο», «σκεπτικιστικό για το κλίμα» και «ανίκανο» με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Εθνικού Συναγερμού, Τζορντάν Μπαρντέλλα, δήλωσε ότι δεν βλέπει καμία «σύνδεση» ανάμεσα στις αμερικανικές και τις γαλλικές προεδρικές εκλογές. «Δεν είμαι Αμερικανός ψηφοφόρος και πρέπει να σεβαστούμε την ψήφο του αμερικανικού λαού, όποια κι αν είναι», είπε.
Στη Σερβία, η ιστορική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ αναμένεται να επηρεάσει καταλυτικά την εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι στη Σερβία και την ευρύτερη περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων.
Ο πρώην πρόεδρος της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, του οποίου το κόμμα υπέστη βαριά ήττα στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές της 25ης Οκτωβρίου 2026, εξέφρασε έντονη ανησυχία για το αποτέλεσμα της αμερικανικής κάλπης. Ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος MAGA (Make America Great Again) του Ντόναλντ Τραμπ, είχε αποδώσει την απώλεια της εξουσίας του στο αμερικανικό «βαθύ κράτος», το οποίο, όπως ισχυρίστηκε, αντιτίθεται στην πολιτική του Αμερικανού προέδρου.
Σχολιάζοντας το αποτέλεσμα, ο Βούτσιτς προέβλεψε δυσμενείς γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή που θα οδηγήσουν σε κατακόρυφη αύξηση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου. Υπογράμμισε την ανάγκη άμεσου σχηματισμού της νέας σερβικής κυβέρνησης για τη διαχείριση της επερχόμενης κρίσης και εξέφρασε την απόλυτη βεβαιότητα ότι η ήττα των Ρεπουμπλικάνων θα «πεισμώσει» τον Ντόναλντ Τραμπ. «Όποιος υποτιμήσει τον Τραμπ και θεωρήσει ότι έχει τελειώσει πολιτικά, κάνει τεράστιο λάθος», τόνισε χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του νικητή των σερβικών εκλογών, του κινήματος «Φοιτητική Λίστα», δεν υπάρχει προς το παρόν επίσημη αντίδραση. Πολιτικοί αναλυτές στο Βελιγράδι και διεθνή ειδησεογραφικά δίκτυα εκτιμούν ότι η αλλαγή των συσχετισμών στην Ουάσιγκτον επανακαθορίζει την αμερικανική στρατηγική στην περιοχή.
Τα επενδυτικά σχέδια της οικογένειας Τραμπ στα Βαλκάνια, με κυριότερη την αμφιλεγόμενη ανοικοδόμηση του πρώην Γενικού Επιτελείου στο Βελιγράδι από την εταιρεία του Τζάρεντ Κούσνερ, αναμένεται να τεθούν στο μικροσκόπιο των επιτροπών του ελεγχόμενου από τους Δημοκρατικούς Κογκρέσου, γεγονός που ενδέχεται να «παγώσει» τα έργα.
Στο ζήτημα του Κοσόβου, η αμερικανική εξωτερική πολιτική αναμένεται να ευθυγραμμιστεί εκ νέου με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό σημαίνει αυξημένη διπλωματική πίεση προς το Βελιγράδι για ουσιαστική συμμετοχή στον διάλογο με την Πρίστινα, εγκαταλείποντας την τακτική των αμιγώς οικονομικών διευθετήσεων που προωθούσε η κυβέρνηση Τραμπ.
Η παραδοσιακή προσήλωση των Δημοκρατικών στη διαφύλαξη του κράτους δικαίου, την καταπολέμηση της διαφθοράς και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης εκτιμάται ως θετική εξέλιξη για τη νέα πολιτική ηγεσία της Σερβίας («Φοιτητική Λίστα»), η οποία εξελέγη προτάσσοντας ακριβώς αυτές τις μεταρρυθμίσεις.
Σε περιφερειακό επίπεδο, η απώλεια του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς στέλνει αποθαρρυντικό μήνυμα στους εθνικιστές ηγέτες της περιοχής, όπως ο Μίλοραντ Ντόντικ στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας (Republika Srpska). Ο Ντόντικ, ο οποίος διαχρονικά προσέβλεπε στην ανοχή ή τη στήριξη της κυβέρνησης Τραμπ για την προώθηση των αποσχιστικών του σχεδίων, θα βρεθεί πλέον αντιμέτωπος με σαφώς αυστηρότερη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι σε οποιαδήποτε απειλή για τη Συμφωνία του Ντέιτον.
Στην Τουρκία, η ενίσχυση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές προκάλεσε προβληματισμό για το μέλλον των σχέσεων Άγκυρας-Ουάσιγκτον, καθώς η αποδυνάμωση του Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να δυσκολέψει την προώθηση των τουρκικών αιτημάτων στην άμυνα και να ενισχύσει τη διπλωματική θέση Ελλάδας και Κύπρου.
Με αιχμηρούς και ενίοτε ειρωνικούς χαρακτηρισμούς, οι τουρκικές εφημερίδες κάνουν λόγο για «συντριβή Τραμπ» και για «γαλάζιο τσουνάμι». Ο τουρκικός Τύπος αναρωτιέται «τι περιμένει τον Τραμπ τώρα;» και κυρίως πώς θα διαμορφωθούν οι τουρκο-αμερικανικές σχέσεις.
Ανησυχία για τα εξοπλιστικά
Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου αφαιρεί τα διπλωματικά ερείσματα που είχε αποκτήσει η Άγκυρα λόγω της προσωπικής σχέσης του Ερντογάν με τον Τραμπ.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του τουρκικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Μελετών, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35, οι κυρώσεις CAATSA και η προμήθεια αμερικανικών κινητήρων για το KAAN ενδέχεται να αντιμετωπίσουν πρόσθετα νομοθετικά εμπόδια.
Πιθανά οφέλη για Αθήνα και Λευκωσία
Η επικράτηση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο μπορεί, αντίθετα, να προσφέρει στην Ελλάδα μεγαλύτερα περιθώρια διπλωματικής επιρροής. Ο αρθρογράφος της «Σαμπάχ», Μελίχ Αλτινόκ, εκτιμά ότι ενδέχεται να ενισχυθούν οι αμερικανικές αντιδράσεις απέναντι στη «Γαλάζια Πατρίδα» και τις τουρκικές πολιτικές στην ανατ. Μεσόγειο, ενώ ο Τούρκος πολιτικός αναλυτής, Σελίμ Κορού, επισημαίνει τα ισχυρά ερείσματα της Αθήνας στο Κογκρέσο σε αντίθεση με την Τουρκία.
Σε γενικές γραμμές, η φιλοκυβερνητική πλευρά προτιμά να βλέπει ακόμη το ποτήρι μισογεμάτο και δεν αναμένει άμεσες ανατροπές στις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις και κατ’ επέκταση στην πολιτική στην ανατ. Μεσόγειο, τοποθετώντας πιθανές ουσιαστικότερες μεταβολές μετά τις επόμενες αμερικανικές προεδρικές εκλογές.
Μέχρι τότε, η Άγκυρα αναμένεται να επιδιώξει τη διατήρηση της προνομιακής επικοινωνίας Ερντογάν-Τραμπ, επιχειρώντας παράλληλα να προσαρμοστεί σε ένα ισχυρότερο και ενδεχομένως πιο απαιτητικό Κογκρέσο.
![]()
