Χριστόφορος Χριστοφορίδης: «Το “πότε η ανοχή έγινε συνενοχή;” είναι ίσως για μένα η πιο ουσιαστική ερώτηση της παράστασης».
Πόσα από όσα συνέβησαν στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια θυμόμαστε πραγματικά; Και πόσα έχουμε απλώς μάθει να προσπερνάμε; Από τη χούντα και τη Μεταπολίτευση μέχρι την οικονομική κρίση, τη βία, τον νεποτισμό και τις σύγχρονες κοινωνικές πληγές, το «Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0» επιστρέφει για δεύτερη χρονιά στη σκηνή του Θεάτρου Τεχνών Θεσσαλονίκης.

Βασισμένη στο έργο του Rodrigo García, η παράσταση δεν επιχειρεί να κάνει ένα μάθημα σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Αντίθετα, φέρνει το χθες δίπλα στο σήμερα και αναζητά τις συνέχειες ανάμεσα σε γεγονότα, συμπεριφορές και μηχανισμούς που μπορεί να αλλάζουν μορφή, αλλά δεν παύουν να επανεμφανίζονται.
Τρεις ηθοποιοί στέκονται επί σκηνής απέναντι σε μια κοινωνία που, όπως περιγράφει η ίδια η παράσταση, έμαθε να σιωπά, να συνηθίζει, να συγχωρεί και τελικά να συνεχίζει. Και κάπου εκεί προκύπτει το πιο δύσκολο ερώτημα: πότε η ανοχή γίνεται συνενοχή;
Το «Είστε όλοι σας καθάρματα» δεν απευθύνεται μόνο στους άλλους. Ο τίτλος λειτουργεί περισσότερο ως ένας καθρέφτης που επιστρέφει το βλέμμα στον ίδιο τον θεατή. Όχι για να του αποδώσει συλλογική ενοχή, αλλά για να τον αναγκάσει να αναρωτηθεί ποιος είναι ο δικός του ρόλος απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω του.

Με αφορμή την επιστροφή της παράστασης για δεύτερη χρονιά και την επιλογή της να ανοίξει τη θεατρική περίοδο 2026-27 του Θεάτρου Τεχνών Θεσσαλονίκης, ο σκηνοθέτης Χριστόφορος Χριστοφορίδης μιλά στην Politic για την οργή που βρίσκεται στον πυρήνα του έργου, τη σύνδεσή του με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, τη συλλογική μνήμη, την ανοχή, αλλά και τον ρόλο της τέχνης απέναντι σε μια κοινωνία που συχνά προσπερνά γεγονότα πριν προλάβει να τα επεξεργαστεί.
–Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0» και τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να συνδέσετε το έργο του Rodrigo García με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία;
-Δεν ξεκινήσαμε με τη λογική ότι θέλουμε απλώς να μεταφέρουμε ένα έργο του Rodrigo García στην ελληνική πραγματικότητα. Αυτό που μας τράβηξε ήταν ο τρόπος με τον οποίο γράφει. Η οργή, η αμφισβήτηση, η επιθετικότητα, η ανάγκη να μη χαϊδέψει τον θεατή.
Κάπου εκεί αρχίσαμε να κοιτάμε και τη δική μας ιστορία. Τι θυμόμαστε, τι έχουμε ξεχάσει, τι έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ ώστε πια να μη μας προκαλεί σχεδόν καμία αντίδραση. Από τη χούντα μέχρι σήμερα υπάρχουν πράγματα που αλλάζουν όνομα, αλλάζουν πρόσωπο, αλλά με έναν περίεργο τρόπο επιστρέφουν.
Δεν θέλαμε να κάνουμε μάθημα ιστορίας. Θέλαμε να βάλουμε το χθες δίπλα στο σήμερα και να δούμε αν τελικά έχουμε αλλάξει όσο νομίζουμε.
–Ο τίτλος «Είστε όλοι σας καθάρματα» είναι ιδιαίτερα επιθετικός. Σε ποιους απευθύνεται τελικά αυτός ο χαρακτηρισμός; Σε εκείνους που διαμόρφωσαν τις συνθήκες που περιγράφει η παράσταση ή και στην ίδια την κοινωνία που, όπως λέτε, έμαθε να σιωπά, να συνηθίζει και να συγχωρεί;
-Αν μπορούσαμε να δείξουμε κάποιους και να πούμε «αυτοί είναι τα καθάρματα», θα ήταν πολύ εύκολο. Και δεν θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα η παράσταση.
Φυσικά δεν έχουν όλοι την ίδια ευθύνη. Δεν μπορείς να βάλεις στην ίδια θέση έναν θύτη, έναν άνθρωπο που ασκεί εξουσία και έναν άνθρωπο που τη δέχεται.
Αυτό όμως που με ενδιαφέρει είναι η στιγμή που ξέρεις τι συμβαίνει και παρ’ όλα αυτά αποφασίζεις να κοιτάξεις αλλού. Επειδή δεν συμβαίνει σ’ εσένα. Επειδή φοβάσαι. Επειδή έχεις κουραστεί. Επειδή λες «δεν αλλάζει τίποτα».
Ο τίτλος δεν είναι μια κατηγορία απέναντι στο κοινό. Είναι περισσότερο ένα ερώτημα. Και μέσα σε αυτό το ερώτημα είμαστε κι εμείς. Κανείς δεν βρίσκεται έξω από την εξίσωση.
-Η παράσταση διατρέχει την ελληνική ιστορία από τη χούντα μέχρι σήμερα και αναδεικνύει τραύματα που εξακολουθούν να υπάρχουν. Πόσο εύκολο είναι να κοιτάξει μια κοινωνία κατάματα το δικό της παρελθόν και να αναγνωρίσει μέσα σε αυτό και τον δικό της ρόλο;
-Καθόλου εύκολο. Νομίζω ότι όλοι προτιμούμε μια εκδοχή της ιστορίας όπου τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Υπάρχουν οι καλοί, οι κακοί, οι ήρωες, οι θύτες. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο άβολη.
Υπάρχουν άνθρωποι που σώπασαν, άνθρωποι που φοβήθηκαν, άνθρωποι που συμβιβάστηκαν, άνθρωποι που ήξεραν και έκαναν πως δεν ξέρουν.
Και πολλές φορές νομίζω ότι ως κοινωνία έχουμε την τάση να αλλάζουμε τα σύμβολα και τα πρόσωπα χωρίς να συζητάμε πραγματικά τους μηχανισμούς που επέτρεψαν σε κάποια πράγματα να συμβούν. Κι αν δεν μιλήσεις για αυτούς τους μηχανισμούς, κάποια στιγμή τους ξαναβρίσκεις μπροστά σου.
Δεν είναι θέμα συλλογικής ενοχής. Δεν φταίνε όλοι το ίδιο. Αλλά η ευθύνη αρχίζει τη στιγμή που αναγνωρίζεις τι συμβαίνει γύρω σου.

-Βρίσκεστε πλέον στον δεύτερο χρόνο παρουσίασης του έργου. Τι πιστεύετε ότι κάνει το κοινό να επιστρέφει σε μια παράσταση που μιλά για τόσο δύσκολες και οικείες πτυχές της ελληνικής πραγματικότητας; Είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένας καθρέφτης της καθημερινότητας και των διαφορετικών γενεών της ελληνικής κοινωνίας;
-Νομίζω ότι το κοινό αναγνωρίζει πράγματα. Και πολλές φορές αυτή η αναγνώριση δεν είναι ευχάριστη.
Στην ίδια αίθουσα μπορεί να κάθεται ένας άνθρωπος που έζησε ένα γεγονός, κάποιος άλλος που το έμαθε στο σχολείο και ένας νεότερος που το γνώρισε μέσα από το κινητό του. Και ξαφνικά αυτά τα διαφορετικά βιώματα συναντιούνται.
Ίσως γι’ αυτό η παράσταση συνεχίζει και δεύτερη χρονιά. Γιατί δεν μιλά για κάτι που τελείωσε. Μιλά για πράγματα που εξακολουθούν να υπάρχουν γύρω μας, απλώς με άλλη μορφή.
Και δεν με ενδιαφέρει ο θεατής να φύγει από το θέατρο και να πει «συμφωνώ». Με ενδιαφέρει περισσότερο να φύγει λίγο ενοχλημένος, να συζητήσει, να διαφωνήσει, ακόμη και να θυμώσει. Αν τον έχει ξεβολέψει έστω και λίγο, τότε κάτι έχει συμβεί.
-Η παράσταση θέτει το ερώτημα «πότε η ανοχή έγινε συνενοχή;». Μετά από όσα έχουν συμβεί στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, μπορεί το θέατρο να λειτουργήσει όχι μόνο ως καταγραφή του συλλογικού τραύματος, αλλά και ως αφορμή για να μη μεταφερθούν τα ίδια τραύματα στις επόμενες γενιές;
Δεν πιστεύω ότι μια παράσταση μπορεί να αλλάξει μόνη της μια κοινωνία. Θα ήταν και λίγο αλαζονικό να το πούμε αυτό.
Μπορεί όμως να σε αναγκάσει για λίγο να σταθείς παραπάνω. Και αυτό σήμερα δεν είναι μικρό πράγμα. Στην καθημερινότητά μας περνάμε από τη μία εικόνα στην άλλη, από μια είδηση σε μια άλλη, από μια τραγωδία σε ένα χιουμοριστικό βίντεο δεκαπέντε δευτερολέπτων.
Στο θέατρο δεν μπορείς να κάνεις scroll. Είσαι εκεί. Έχεις απέναντί σου ένα σώμα, μια φωνή, μια ιστορία.
Το «πότε η ανοχή έγινε συνενοχή;» είναι ίσως για μένα η πιο ουσιαστική ερώτηση της παράστασης. Γιατί τα τραύματα δεν περνάνε στις επόμενες γενιές μόνο επειδή συνέβησαν. Περνάνε και επειδή δεν τα συζητάμε, δεν τα καταλαβαίνουμε και τελικά επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη με άλλο όνομα.
Αν το θέατρο μπορεί να ανοίξει μια τέτοια κουβέντα, τότε έχει ήδη κάνει κάτι σημαντικό.
-Γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη παράσταση για να ανοίξει τη φετινή θεατρική σεζόν; Το «Η τέχνη δεν παρατηρεί. Συμμετέχει.» μοιάζει να αποδίδει στον πολιτισμό μια ευθύνη απέναντι στην κοινωνία. Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή την ευθύνη και ποια μορφή μπορεί να πάρει η «συμμετοχή» της τέχνης σήμερα;
-Ήταν πολύ φυσικό για εμάς να ξεκινήσουμε τη φετινή χρονιά με αυτή την παράσταση, γιατί έχει άμεση σχέση με αυτό που θέλουμε να είναι το Θέατρο Τεχνών.
Το «Η τέχνη δεν παρατηρεί. Συμμετέχει.» δεν σημαίνει ότι η τέχνη πρέπει να κάνει προπαγάνδα ή ότι ο δημιουργός πρέπει να ανεβαίνει στη σκηνή και να εξηγεί στον κόσμο τι πρέπει να πιστεύει. Αυτό δεν με ενδιαφέρει καθόλου.
Για μένα η τέχνη συμμετέχει όταν δεν φοβάται να κάνει την άβολη ερώτηση. Όταν δεν προσπαθεί απλώς να επιβεβαιώσει τον θεατή. Όταν μπορεί να του πει «κοίτα κι αυτό, ακόμη κι αν δεν σου αρέσει».
Θέλω το θέατρο τεχνών να είναι ένας ζωντανός χώρος συνάντησης. Ένας χώρος όπου μπορείς να συγκρουστείς με μια ιδέα, να διαφωνήσεις, να αλλάξεις γνώμη ή και να φύγεις ακόμη πιο βέβαιος για όσα πιστεύεις.
Αρκεί να έχει προηγηθεί μια πραγματική συνάντηση. Για μένα εκεί βρίσκεται η συμμετοχή της τέχνης.
Για την παράσταση:
Το «Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0» επιστρέφει για λίγες παραστάσεις και ανοίγει τη θεατρική περίοδο 2026-27 στο Θέατρο Τεχνών.
Μια παράσταση που σκοπό έχει να μας ξεβολέψει. Μια παράσταση για να θυμηθείς και κυρίως, για να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου μέσα σε όσα προτίμησες να ξεχάσεις.
Βασισμένο στο εμβληματικό έργο του Rodrigo García, το έργο χαρτογραφεί τη σύγχρονη ελληνική ιστορία από τη χούντα μέχρι σήμερα: μεταπολίτευση, δανεικά, κρίση, βία πίσω από κλειστές πόρτες, νεποτισμός, κρατικές δολοφονίες – και μια δημοκρατία, η οποία βρίσκεται σε διαρκή διατίμηση.
Ένα κράμα ντοκουμέντου και βαθιάς ανθρώπινης αναζήτησης που δεν εκτυλίσσεται ως απλή αφήγηση γεγονότων, αλλά αναδεικνύει το συλλογικό τραύμα και τον τρόπο που συνεχίζει να αναπαράγεται.
Τρεις ηθοποιοί -τρεις άνθρωποι- στέκονται μπροστά στον καθρέφτη μιας κοινωνίας που έμαθε να σιωπά, να συνηθίζει, να συγχωρεί και τελικά να συνεχίζει.
Δεν κατηγορούν. Δεν απολογούνται.
Θέτουν το ερώτημα: πότε η ανοχή έγινε συνενοχή;

Συντελεστές
Κείμενο: Rodrigo Garcia
Σύλληψη/σκηνοθεσία: Χριστόφορος Χριστοφορίδης
Δραματουργική επεξεργασία/διασκευή: Ελευθερία Καμπαγιοβάνη, Χριστόφορος Χριστοφορίδης
Κινησιολογία: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Αθηνά Μπανάβα
Κατασκευή σκηνικού: Κατερίνα Λιόλιου
Σχεδιασμός οπτικοακουστικού υλικού: Βασίλης Αραμπατζής, Χριστόφορος Χριστοφορίδης
Δημιουργια trailer: Πάρης Γρηγοράκης
Γραφιστικός σχεδιασμός: Λευτέρης Κωνσταντίνου (elaris)
Παραγωγή: Θέατρο Τεχνών Θεσσαλονίκης & Twimagination
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Ελευθερία Καμπαγιοβάνη
Επί σκηνής: Αλεξάνδρα Κασιούμη, Αλέξης Κότσυφας, Βασιλική Σγούρου
Ταυτότητα Παράστασης
Πότε: από 10 Οκτωβρίου, για δύο σαββατοκύριακα (Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 20:00)
Πού: Θέατρο Τεχνών Θεσσαλονίκης (Κωνσταντινουπόλεως 75, Ανάληψη)
Διάρκεια: 90 λεπτά
Τιμές Εισιτηρίων:
Προπώληση: more.com & στο ταμείο του Θεάτρου Τεχνών Θεσσαλονίκης (καθημερινές 9:00-15:00)
Συγκοινωνία: Μετρό-Στάση Φλέμινγκ (10 λεπτά με τα πόδια) & Λεωφορεία: 31, 1Ν, 02Κ, 32Ν,1Χ. Στάση-Δημητρίου Μητροπούλου
Πληροφορίες: 2311218224
E-mail: [email protected]
![]()
