Πίσω από κάθε άνθρωπο υπάρχει μια οικογένεια, άνθρωποι που αγαπά και άνθρωποι που τον αγαπούν, αλλά και μια στιγμή που μπορεί να γίνει τόσο αβάσταχτη, ώστε η σκέψη της αυτοκτονίας να μοιάζει με τη μοναδική διέξοδο.
Περισσότεροι από 720.000 άνθρωποι παγκοσμίως χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους από αυτοκτονία, ενώ στην Ελλάδα το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών της ΚΛΙΜΑΚΑ έχει καταγράψει 2.946 θανάτους την περίοδο 2020–2025. Μόνο το 2025 καταγράφηκαν 579 θάνατοι, έναντι 469 το 2024, αριθμός που καταδεικνύει τη σοβαρότητα του προβλήματος.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν συνυπολογιστούν οι απόπειρες. Καθώς δεν υπάρχει επίσημο εθνικό σύστημα καταγραφής τους στα νοσοκομεία, με βάση το διεθνές επιστημονικό μοντέλο των 20–30 αποπειρών για κάθε ολοκληρωμένη αυτοκτονία, εκτιμάται ότι το 2025 μπορεί να σημειώθηκαν στην Ελλάδα περίπου 11.500 έως 17.000 απόπειρες.
Πίσω, όμως, από κάθε έναν από αυτούς τους αριθμούς υπάρχει ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που μπορεί να έφτασε σε ένα σημείο όπου η ζωή έμοιαζε να μην έχει διέξοδο, αλλά τελικά βρήκε έναν τρόπο να ζητήσει βοήθεια, να μιλήσει και να συνεχίσει.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Πρόληψης της Αυτοκτονίας, η Politic.gr αφήνει για λίγο τους αριθμούς στην άκρη και δίνει χώρο στις δικές τους φωνές. Ιστορίες ανθρώπων που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον αυτοκτονικό ιδεασμό και μιλούν για όσα προηγήθηκαν, για τη στιγμή της κρίσης, αλλά κυρίως για όσα τους βοήθησαν να παραμείνουν εδώ.

Αγγελική, 28 ετών: «Νόμιζα ότι δεν είχε νόημα η ζωή μου»
Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, από μικρή πάντα έπασχα από κατάθλιψη. Δεν είχα αδέρφια. Μέναμε με τους γονείς μου στη Θεσσαλονίκη. Το σόι της μαμάς μου μένει στην Πελοπόννησο, οπότε δεν είχαμε στενή επαφή. Ο παππούς και η γιαγιά, οι γονείς δηλαδή του πατέρα μου, δεν μας μιλούσαν, επειδή πήρα το όνομα από την άλλη γιαγιά και δεν ακολουθήσαμε την παράδοση.
Όταν πέθανε ο πατέρας μου από καρκίνο του πνεύμονα, εγώ ήμουν 14 χρονών. Ήμουν στη Β’ Λυκείου. Ήμουν ένα ιδιαίτερο παιδί, χωρίς πολλές φίλες, αρκετά εύσωμη και όχι τόσο όμορφη, όπως ένιωθα τότε για τον εαυτό μου. Η μητέρα μου, αλλά και ο πατέρας μου όσο ζούσε, έπιναν και κάπνιζαν πολύ. Ο πατέρας μου δούλευε νυχτοφύλακας σε κάποιες εγκαταστάσεις στα δυτικά της Θεσσαλονίκης. Η μητέρα μου δεν δούλευε και είχαμε στερήσεις. Μετά τον θάνατο του μπαμπά, τα επιδόματα ήταν αυτά που ουσιαστικά μας συντηρούσαν. Εκεί ήταν που ξεκίνησα να καταρρέω.
Το καλοκαίρι εκείνο δεν πήγαμε διακοπές. Το πέρασα όλο σχεδόν μέσα στο σπίτι. Δεν έβγαινα, δεν είχα κάποιον να μιλήσω. Δεν είχα και χρήματα, ούτε καν για ένα παγωτό. Εκεί ξεκίνησαν να έρχονται οι πρώτες σκέψεις: «Δεν έχει νόημα η ζωή μου», «κανείς δεν με αγαπά», «είμαι βάρος για τη μάνα μου», «δεν έχω κανένα μέλλον».
Η μητέρα μου με έβριζε συνέχεια και πολλές φορές ένιωθα ότι έριχνε πάνω μου τα δικά της κόμπλεξ και τις δικές της δυσκολίες.
Όταν ξεκίνησε ξανά το σχολείο, τον Σεπτέμβριο, άρχισαν και πάλι οι κοροϊδίες. Μια μέρα φορούσα ένα σκισμένο παντελόνι και δεν το είχα καταλάβει. Άρχισαν να λένε «τόσο χοντρή που είσαι, πού να αντέξει το καημένο το ύφασμα» και να με κοροϊδεύουν τα αγόρια. Ακόμα και τα κορίτσια προσπαθούσαν να τους ηρεμήσουν, αλλά τελικά γελούσαν κι εκείνα, γιατί τους φαινόταν αστείο.
Γενικά, δεν θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες από εκείνη την περίοδο. Θυμάμαι, όμως, ότι μια μέρα δεν άντεξα άλλο και γύρισα σπίτι με κλάματα.
Ήθελα να βάλω τέλος στη ζωή μου. Είχα φτάσει να σκέφτομαι ακόμη και πώς θα μπορούσα να το κάνω. Εκείνη τη στιγμή όλα μου φαίνονταν αδιέξοδα. Βρήκα κάποια χάπια σε ένα ντουλάπι του σπιτιού και πήρα αρκετά. Δεν θυμάμαι καν τι ήταν. Έκλεισα τα μάτια μου και η επόμενη εικόνα που θυμάμαι είναι να κάνω εμετό στη λεκάνη της τουαλέτας. Ένιωθα πολύ άσχημα και είχα έντονο πονοκέφαλο.
Η μαμά μου ξύπνησε, άκουσε ότι έκανα εμετό και κατάλαβε τι είχε συμβεί. Πήγαμε στο νοσοκομείο που εφημέρευε.
Από εκείνη την ημέρα με είχε συνέχεια δίπλα της.
Τα Χριστούγεννα πήγαμε στους παππούδες στην Πελοπόννησο και μείναμε εκεί. Συνέχισα το σχολείο σε ένα χωριό έξω από την Καλαμάτα, έκανα φίλους και ερωτεύτηκα.
Κάπως έτσι, η ζωή μου άλλαξε προς το καλύτερο.
Σήμερα, αυτό που μου έχει μείνει από εκείνη την περίοδο είναι μια κακιά ανάμνηση. Μια πολύ δύσκολη περίοδος της ζωής μου, που όμως πέρασε. Και όσο περνούσε ο καιρός, κατάλαβα ότι αυτό που ένιωθα τότε δεν ήταν όλη μου η ζωή.

Γιώργος, 23 ετών: «Δεν σταματάς τον πόνο, απλά τον μεταφέρεις επί δέκα»
Μεγαλώνοντας, όλοι έχουμε περάσει κάποια περίοδο που νιώθαμε τελείως μόνοι, ακόμα και ανάμεσα σε κόσμο. Για εμένα, το αποκορύφωμα ήταν η Α’ Λυκείου, όταν μάλωσα με τον κολλητό μου, το πρώτο άτομο που αγάπησα. Και ενώ είχα πολλά άτομα να με στηρίζουν και να με αγαπάνε, πάλι ένιωθα τελείως μόνος. Βέβαια, μπορεί να έφταιγε και το γεγονός ότι δεν είχα ανοιχτεί ποτέ σε κανέναν για το ποιος ήμουν και για το ότι δεν έβλεπα τον κολλητό μου απλά ως φίλο, αλλά ως κάτι παραπάνω.
Αυτός ο συνδυασμός ήταν που με ώθησε, μέσα στην απόγνωσή μου, να σκεφτώ ακόμα και την αυτοχειρία. Άρχισε πιο απλά. Όταν στεκόμουν στο μπαλκόνι ή κάπου ψηλά, απλά σκεφτόμουν ότι, με ένα πήδημα, τόσο απλά, όλος ο πόνος μπορεί να τελειώσει σε λίγα δευτερόλεπτα. Και δεν θα χρειαζόταν να μεγαλώσω και να αντιμετωπίσω το γεγονός ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να παντρευτώ μια κοπέλα, να κάνω παιδιά και να έχω την οικογένεια που πάντα ήθελα. Η μία σκέψη έφερνε την άλλη, το ένα πρόβλημα το άλλο και η ιδέα όλο μεγάλωνε μέσα μου.
Αυτό που με κράτησε, εκτός από το ότι στον Χριστιανισμό θεωρείται μεγάλο αμάρτημα και, σαν γόνος βαθιά θρησκευόμενης οικογένειας, το θεωρούσα πολύ σημαντικό, ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι βάζοντας τέλος στη ζωή σου δεν σταματάς τον πόνο, απλά τον μεταφέρεις επί δέκα. Τον μεταφέρεις στους γονείς σου, στους φίλους σου που σε αγαπάνε. Μόνο η ιδέα ότι θα προκαλούσα σε κάποιον άλλο τόσο πόνο με τις πράξεις μου με απέτρεπε.
Ακόμα και να πιστεύει κανείς ότι κανείς δεν τον αγαπάει, πάντα θα υπάρχει κάποιος φίλος, κάποιος συγγενής, ο οποίος θα πονούσε πικρά αν παθαίναμε κάτι.

Μιχαέλα, 24 ετών: «Η ζωή είναι δική μας και την χτίζουμε κομμάτι-κομμάτι, με ό,τι υλικό έχουμε»
Έδωσα Πανελλήνιες το 2020, μέσα στην περίοδο του κορονοϊού. Οι γονείς μου είναι γιατροί και περίμεναν ότι κι εγώ θα ακολουθήσω τον ίδιο δρόμο.
Από τότε που μπήκα στο Λύκειο ξεκίνησε η πίεση, ιδιαίτερα από τη μητέρα μου. Τα βράδια, μετά το φροντιστήριο, δεν με άφηνε να βγαίνω με τους συμμαθητές μου. Στο σπίτι με έλεγχε συνεχώς για το αν διάβαζα. Είχε γίνει σχεδόν εμμονική με αυτό. Ακόμα και τα καλοκαίρια, στις διακοπές μας με υποχρέωνε να διαβάζω κάθε μέρα.
Σταδιακά το συνήθισα, οπότε δεν με πείραζε τόσο. Το κακό ξεκίνησε όταν έφτασα στη Γ’ Λυκείου. Τότε όλα έγιναν χειρότερα.
Ήμουν κάθε μέρα με το ρολόι στο χέρι. Κάθε εβδομάδα η μητέρα μου έπαιρνε καθηγητές στο σχολείο και στο φροντιστήριο για να ρωτήσει για την επίδοσή μου. Όταν έγραφα κάτω από 20, ακόμα και 18 ή 19, με μάλωνε και μου έλεγε ότι «οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά» και ότι έπρεπε να είμαι πιο προσεκτική.
Ήρθε η ώρα των Πανελληνίων. Έγραψα άριστα – έτσι πίστευα τουλάχιστον. Συγκέντρωσα 14.468 μόρια. Δεν περνούσα Ιατρική. Έγινε χαμός στο σπίτι.
«Είσαι καθυστερημένη, ηλίθια, άχρηστη», «τόσα χρόνια πληρώνουμε φροντιστήρια και ιδιαίτερα, τζάμπα πήγαν τα λεφτά», «δεν αξίζεις τίποτα». Αυτά τα άκουγα συνεχώς για έναν ολόκληρο χρόνο.
Φυσικά, θα με υποχρέωναν να ξαναδώσω. Η κόρη οικογενειακών μας φίλων είχε περάσει Ιατρική στο ΑΠΘ, οπότε είχαμε πλέον και τη σύγκριση. «Η Αννούλα πώς πέρασε; Είναι καλύτερη από εσένα;». Με είχαν πρήξει.
Κάποια στιγμή ζήτησα να δω ψυχολόγο. Δεν ήμουν καλά και το ήξερα. Δεν με έπαιρναν όμως στα σοβαρά. Είχα ήδη αρχίσει να καπνίζω κρυφά, να βγαίνω με τους φίλους μου και να πίνω. Φυσικά, όταν ξενυχτούσα, γινόταν χαμός στο σπίτι. Πέρα από πιεστικοί, οι γονείς μου ήταν και υπερπροστατευτικοί.
Έδωσα για δεύτερη φορά Πανελλήνιες το 2021, με περισσότερο άγχος από την πρώτη φορά. Δεν χωρούσε αποτυχία τώρα. Συγκέντρωσα 15.050 μόρια. Δεν πέρασα Ιατρική.
Και πάλι χαμός στο σπίτι. Μου έλεγαν ότι θα με διώξουν, ότι αν ήθελα ξανά χρήματα θα έπρεπε να πάω να δουλέψω και ότι τους χρωστούσα κιόλας για όσα είχαν «σπαταλήσει» για τη μόρφωσή μου.
Έκλαιγα για μέρες. Δεν έβγαινα από το δωμάτιό μου. Δεν έτρωγα, δεν έπινα ούτε νερό. Κάθε μέρα βίωνα αυτό το απαξιωτικό βλέμμα της μητέρας μου. Δεν άντεχα άλλο.
Έφτασα στο σημείο να σκέφτομαι ότι θέλω να πεθάνω. Κάποια στιγμή βρέθηκα στο μπαλκόνι του σπιτιού μας και σκέφτηκα σοβαρά να πηδήξω. Έβγαλα το ένα πόδι έξω και μετά το άλλο. Ήμουν έτοιμη να το κάνω. Πήρα μια ανάσα, αλλά τελικά κώλωσα και δεν το έκανα.
Λίγες ημέρες αργότερα ήρθε ένα SMS που έλεγε ότι είχα περάσει στις Βιοϊατρικές Επιστήμες στη Σίνδο και σκέφτηκα ότι ίσως είμαι για κάτι άλλο από αυτό που με προόριζε η μάνα μου. Και τελικά ήμουν.
Σήμερα με πιέζουν ακόμα για το πανεπιστήμιο, να το τελειώσω. Θα το τελειώσω, αλλά όταν το θέλω εγώ. Και μεταπτυχιακό δεν θέλω να κάνω, ό,τι κι αν λένε.
Όταν άκουσα για τις 17χρονες στην Ηλιούπολη, θυμήθηκα εμένα. Είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους. Δεν αξίζει να χάσει κανείς τη ζωή του για τις κ@λοπανελλήνιες.
Η ζωή είναι δική μας. Και την χτίζουμε κομμάτι-κομμάτι, με ό,τι υλικό έχουμε. Κι αν τελικά δεν είναι οι Πανελλήνιες το γραφτό μας, η επιτυχία μπορεί να κρύβεται κάπου αλλού.
![]()
