Εκλογολογίας το ανάγνωσμα…
(ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ / MOTION TEAM)

Εκλογολογίας το ανάγνωσμα…

Μονότονη έχει γίνει το τελευταίο διάστημα η συζήτηση περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Μια συζήτηση η οποία συνεχίζεται αδιάκοπα, όπως συνεχίζεται της εκλογολογίας το ανάγνωσμα.

Σενάρια, διαρροές, ερμηνείες δηλώσεων και πολιτικές αναγνώσεις επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν το πότε θα στηθούν οι επόμενες εθνικές κάλπες. Οι… προτεινόμενες ημερομηνίες είναι πολλές και όσο περνούν οι ημέρες τόσο η συζήτηση επανέρχεται με ένταση. Ωστόσο, όπως σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη, αν υπάρχει μία κυβέρνηση και ένας Πρωθυπουργός που δύσκολα μπορούν να κατηγορηθούν για έλλειψη θεσμικής συνέπειας σε τέτοια ζητήματα, αυτοί είναι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Άλλωστε, σύμφωνα με τους ίδιους, η πρώτη τετραετία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά τις αλλεπάλληλες φήμες, τα σενάρια πρόωρων εκλογών και την πίεση που δημιούργησαν διαδοχικές κρίσεις, όπως για παράδειγμα η πανδημία, η ενεργειακή κρίση και οι διάφορες γεωπολιτικές εντάσεις,  η κυβέρνηση εξάντλησε ουσιαστικά τον εκλογικό της κύκλο και οι κάλπες στήθηκαν το 2023. «Αυτό από μόνο του συνιστά μια σαφή πολιτική και θεσμική επιλογή» προσθέτουν.

Απορρίπτουν το σενάριο πρόωρων εκλογών

Επιπρόσθετα, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έχει ξεκαθαρίσει επανειλημμένα ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027. Επομένως, συνεχίζουν τα ίδια στελέχη, οι ερμηνείες περί «κρυφών μηνυμάτων» ή «προαναγγελίας πρόωρης προσφυγής στις κάλπες» περισσότερο εξυπηρετούν την ανάγκη της πολιτικής συζήτησης να αναπαράγει σενάρια παρά βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα. «Ο Μάρτιος ή ο Απρίλιος του 2027 είναι χρονικά μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του 2026. Δεν υπάρχει, συνεπώς, κάποια αντίφαση ή αιφνιδιασμός σε όσα ειπώθηκαν» σημειώνουν χαρακτηριστικά.

Το κυβερνητικό «ταμείο»

Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση φαίνεται να επιχειρεί να μετατοπίσει το κέντρο βάρους από την εκλογολογία στην παραγωγή πολιτικού έργου. Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία το Μέγαρο Μαξίμου θέλει να κεφαλαιοποιήσει την εικόνα της πολιτικής σταθερότητας και της θεσμικής συνέπειας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το επικείμενο 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας. Ένα συνέδριο που, σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα, δεν έχει ως βασικό αντικείμενο εσωκομματικές ισορροπίες ή προσωπικές στρατηγικές, αλλά τον απολογισμό της κυβερνητικής πορείας και τον προγραμματισμό της επόμενης περιόδου με ορίζοντα το 2030. Κυρίως, όμως, αποτελεί μια πολιτική και συμβολική αναφορά στους ανθρώπους της παράταξης. Σε εκείνα τα στελέχη, τα μέλη και τους υποστηρικτές που όλα τα προηγούμενα χρόνια έδωσαν πολιτικές μάχες, συχνά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και χωρίς προσωπικό όφελος.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας επιμένει ότι το Συνέδριο δεν οργανώνεται για προσωπικές επιβεβαιώσεις ή εσωτερικές αντιπαραθέσεις, αλλά ως χώρος πολιτικού απολογισμού, συνέχειας και ανανέωσης της σχέσης της παράταξης με τη βάση της.

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση εντάχθηκαν και διάφορα σενάρια σχετικά με τους Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά και την απουσία τους από τις εργασίες του συνεδρίου. Ωστόσο, η επίσημη γραμμή της κυβέρνησης είναι σαφής. «Η προσφορά κανενός στην παράταξη και στη χώρα δεν διαγράφεται ούτε αμφισβητείται. Κάθε πολιτικό πρόσωπο κάνει τις επιλογές του, οι οποίες είναι σεβαστές και τελικά αξιολογούνται από τους πολίτες, τα μέλη και τους υποστηρικτές της Νέας Δημοκρατίας».

Το μήνυμα του Μεγάρου Μαξίμου

Σε τελική ανάλυση, ίσως αυτό να είναι και το βασικό μήνυμα πίσω από όλη αυτή τη συζήτηση: ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να εκπέμψει μια εικόνα πολιτικής σταθερότητας, θεσμικής συνέπειας και προσήλωσης στην ολοκλήρωση του κυβερνητικού έργου. Και πως, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, το Μέγαρο Μαξίμου δείχνει να θεωρεί ότι η καλύτερη απάντηση στην εκλογολογία δεν είναι οι διαψεύσεις, αλλά η επιμονή στο χρονοδιάγραμμα που το ίδιο έχει θέσει και δεν είναι άλλο από εκλογές το 2027.

Loading

Play