Η γοητεία του παρελθόντος, ο Φρέντρικ Τζέιμσον και η δυσκολία να φανταστούμε ένα διαφορετικό μέλλον.
Πώς γίνεται να νοσταλγείς μια εποχή την οποία δεν έζησες;
Τι ακριβώς αναζητούμε στις παλιές ταινίες, στη μουσική προηγούμενων δεκαετιών, στις φωτογραφίες μιας καθημερινότητας που γνωρίζουμε κυρίως μέσα από αφηγήσεις άλλων;
Τέλος, μήπως αυτή η διαρκής επιστροφή στο παρελθόν φανερώνει κάτι περισσότερο από μια προτίμηση στην αισθητική του;
Αρκεί να σκεφτούμε τη γοητεία που ασκούν σε αρκετούς νέους και νέες οι προηγούμενες δεκαετίες. Τραγούδια που κυκλοφόρησαν πριν γεννηθούμε, παλιές φωτογραφικές μηχανές, ρούχα και κινηματογραφικές εικόνες που παραπέμπουν σε άλλες εποχές.
Το ρετρό πουλάει, με λίγα λόγια.
Κάπως έτσι, μπορούμε να αισθανόμαστε ότι μας λείπει ένας κόσμος τον οποίο δεν προλάβαμε.
Προφανώς, δεν υπάρχει κάτι προβληματικό στο να αγαπά κανείς μια παλιά ταινία ή να ανακαλύπτει έναν δίσκο των γονιών του. Ωστόσο, το ερώτημα αποκτά διαφορετική σημασία όταν το παρελθόν μοιάζει περισσότερο διαθέσιμο στη φαντασία μας από το ίδιο το μέλλον μας.
Το παρελθόν ως εικόνα
Ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές που μπορούν να μας βοηθήσουν να πλησιάσουμε αυτή τη συνθήκη είναι ο Φρέντρικ Τζέιμσον. Για τον Αμερικανό μαρξιστή κριτικό της λογοτεχνίας και, εν γένει, του πολιτισμού, η συγκεκριμένη αίσθηση σχετίζεται με το την έννοια του μεταμοντέρνου.
Έτσι, το μεταμοντέρνο αποτελεί την πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού. Με άλλα λόγια, ο τρόπος που παράγουμε και καταναλώνουμε τέχνη συνδέεται με την οικονομική και κοινωνική οργάνωση της εποχής μας.
Στην προσέγγισή του, η νοσταλγία δεν προϋποθέτει απαραίτητα μια ουσιαστική σχέση με την ιστορία. Μπορεί να καταναλώνουμε τις εικόνες μιας εποχής, χωρίς να κατανοούμε τις συνθήκες που τις δημιούργησαν. Να μας γοητεύουν τα χρώματα, η μουσική και η ατμόσφαιρά της, αφήνοντας έξω τις συγκρούσεις, τις ανισότητες και τους αποκλεισμούς της.
Το παρελθόν γίνεται έτσι μια συλλογή από αναγνωρίσιμες εικόνες, διαθέσιμες για επαναχρησιμοποίηση,. Μια δεκαετία χωρά σε μερικά τραγούδια, ένα συγκεκριμένο ντύσιμο και την αίσθηση πως τότε οι άνθρωποι ζούσαν περισσότερο.
Πόσο, όμως, γνωρίζουμε αυτή τη ζωή πέρα από την εικόνα της;
Ο θάνατος του υποκειμένου και του προσωπικού ύφους
Η συγκεκριμένη συνθήκη συνδέεται στη σκέψη του Τζέιμσον με τον «θάνατο του υποκειμένου». Η διατύπωση ακούγεται βαριά, αλλά αφορά την υποχώρηση της αντίληψης ενός μοναδικού, συνεκτικού εαυτού, ικανού να παράγει τη δική του ξεχωριστή ματιά στον κόσμο.
Στον μοντερνισμό, αυτή η αντίληψη συνδεόταν με το προσωπικό ύφος του δημιουργού. Ο συγγραφέας ή ο καλλιτέχνης αναγνωριζόταν μέσα από έναν ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης. Στη μεταμοντέρνα συνθήκη, σύμφωνα με τη διάγνωση του Τζέιμσον, η δυνατότητα αυτή υποχωρεί και τη θέση της καταλαμβάνει το «παστίς», η μίμηση παλαιότερων τρόπων έκφρασης, χωρίς αναγκαστικά τη σατιρική ή κριτική πρόθεση της παρωδίας.
Δεν χρειάζεται να δεχτούμε ότι έχει σταματήσει κάθε πρωτότυπη δημιουργία για να αναγνωρίσουμε τη σημασία αυτής της παρατήρησης. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην αίσθηση ότι το καινούργιο πρέπει διαρκώς να δανείζεται το πρόσωπο κάποιου παλιού.
Μας λείπει το χθες ή το αύριο;
Υπερβολές, θα αναφωνήσουν μερικοί, αφού κάθε γενιά νοσταλγεί. Ωστόσο, στην περίπτωση των νεότερων υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Η νοσταλγία μας δεν αφορά πάντα προσωπικές αναμνήσεις. Αφορά και μια υπόσχεση ζωής που αποδίδουμε σε προηγούμενες εποχές. Περισσότερη συντροφικότητα, λιγότερη διαρκής έκθεση, την προσδοκία ότι το αύριο θα μπορούσε να είναι καλύτερο.
Εδώ η πολιτισμική συζήτηση συναντά την οικονομία και την πολιτική. Όταν το μέλλον παρουσιάζεται ως συνέχεια των ίδιων αδιεξόδων, γίνεται δύσκολο να το επιθυμήσουμε. Η φαντασία στρέφεται προς τα πίσω, αναζητώντας εκεί όσα δυσκολεύεται να τοποθετήσει μπροστά. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένα αιώνιο παρόν, γεμάτο αναφορές στο χθες, αλλά φτωχό σε δυνατότητες για το αύριο.
Η επαφή με το παρελθόν μπορεί, βέβαια, να μας δώσει γνώσεις, συγκινήσεις και υλικό για κάτι διαφορετικό. Αρκεί να μη μετατρέπεται σε μόνιμο καταφύγιο.
Ίσως, επομένως, το σημαντικότερο ερώτημα να είναι τι χρειάζεται να αλλάξουμε σήμερα, ώστε η δική μας γενιά να αποκτήσει ξανά λόγους να ανυπομονεί για όσα δεν έχει ακόμη ζήσει.
![]()
