Γκίλφοϊλ: Τα ερωτήματα που αφήνει η σιωπή της κυβέρνησης
(ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Γκίλφοϊλ: Τα ερωτήματα που αφήνει η σιωπή της κυβέρνησης

Η αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή προσώπου στη διπλωματική εκπροσώπηση των ΗΠΑ.

Προλαμβάνω τον καρκίνο του μαστού

Οι καταγγελίες που προηγήθηκαν, οι αναφορές για επαφές με επιχειρηματικά συμφέροντα και η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να της ζητήσει να παραιτηθεί δημιουργούν ένα πολιτικό τοπίο που ξεπερνά τα όρια της Ουάσιγκτον και αγγίζει άμεσα την Ελλάδα.

Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι μόνο γιατί απομακρύνθηκε η πρώην πρέσβειρα, αλλά και γιατί η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει να κρατήσει αποστάσεις από την ουσία των καταγγελιών, επικαλούμενη την αρμοδιότητα της αμερικανικής πλευράς. Την ίδια ώρα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης ζητούν εξηγήσεις για τη στάση που τήρησε η Αθήνα απέναντι σε μια διπλωματική εκπρόσωπο την οποία είχε υποδεχθεί με ιδιαίτερα θετικό τρόπο, ενώ στις ΗΠΑ εντείνονται οι πιέσεις για τη διερεύνηση της υπόθεσης.

Η κυβέρνηση επιλέγει τη γραμμή της «συνέχειας»

Η αντίδραση της κυβέρνησης κινήθηκε εξαρχής στη λογική ότι η απομάκρυνση της Γκίλφοϊλ αποτελεί αποκλειστικά αμερικανική απόφαση και δεν επηρεάζει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, υποστήριξε ότι η Αθήνα δεν έχει αρμοδιότητα να παρέμβει στις αποφάσεις της Ουάσιγκτον, ενώ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, έδωσε έμφαση στη συνέχιση της στρατηγικής συνεργασίας, με αναφορές στον Κάθετο Διάδρομο, στις έρευνες υδρογονανθράκων και στις ενεργειακές συμφωνίες.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία έχει μια σαφή διπλωματική βάση. Η Ελλάδα δεν μπορεί να επιλέξει τον πρέσβη μιας άλλης χώρας ούτε να απαιτήσει την παραμονή ή την απομάκρυνσή του. Αυτό, ωστόσο, δεν απαντά στο διαφορετικό ερώτημα που θέτει η αντιπολίτευση. Εφόσον οι καταγγελίες αφορούν πιθανές παρεμβάσεις στην ελληνική πολιτική ζωή, επαφές με επιχειρηματικούς ομίλους και ενδεχόμενη σύνδεση διπλωματικής επιρροής με ιδιωτικά συμφέροντα, ποια στάση τήρησε η ελληνική πλευρά όσο η Γκίλφοϊλ ασκούσε τα καθήκοντά της;

Η κυβέρνηση επιμένει ότι οι διμερείς σχέσεις δεν εξαρτώνται από ένα πρόσωπο. Στην πράξη, όμως, η πολιτική της επιλογή είναι να προστατεύσει τη συνέχεια της στρατηγικής συνεργασίας από τη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από την πρώην πρέσβειρα. Δεν προκύπτει, άλλωστε, ότι η Αθήνα έχει ανακοινώσει κάποια πρωτοβουλία για να διερευνηθούν οι αναφορές που αφορούν την Ελλάδα ή για να ενημερωθεί η Βουλή σχετικά με τις επιμέρους συμφωνίες που συνδέθηκαν με την ενεργειακή συνεργασία.

Η στάση αυτή εξηγεί και την πολιτική πίεση που δέχεται το Μέγαρο Μαξίμου. Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής δεν κρίνεται μόνο από το αν διατηρούνται ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας με έναν στρατηγικό σύμμαχο, αλλά και από το κατά πόσο διασφαλίζονται η θεσμική ισοτιμία και το δημόσιο συμφέρον.

Τα ερωτήματα της αντιπολίτευσης και η στάση της ΝΔ

Το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και η Πλεύση Ελευθερίας, μεταξύ άλλων, ζητούν απαντήσεις για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε η κυβέρνηση την Αμερικανίδα διπλωμάτη. Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεών τους είναι ότι η αποχώρησή της δεν διαγράφει όσα προηγήθηκαν ούτε απαλλάσσει την ελληνική πλευρά από την υποχρέωση να εξηγήσει τις επιλογές της.

Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρης Μάντζος, έθεσε στο επίκεντρο τον ρόλο της πρεσβείας, τις καταγγελίες για παρεμβάσεις στην εσωτερική ζωή της χώρας και τις ενεργειακές συμφωνίες. Το κόμμα ζητά, παράλληλα, ενημέρωση για το περιεχόμενο των συμφωνιών που συνδέονται με τον Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας – ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση οφείλει να διευκρινίσει αν προτίθεται να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία απέναντι στην αμερικανική πλευρά.

Από την πλευρά του, ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί τη Νέα Δημοκρατία ότι δεν έδωσε επαρκείς απαντήσεις στις καταγγελίες και υπογραμμίζει ότι οι στρατηγικές συμμαχίες δεν μπορούν να λειτουργούν με όρους δημοσίων σχέσεων ή εξυπηρέτησης επιχειρηματικών συμφερόντων. Η Ρένα Δούρου έθεσε το ζήτημα σε ευρύτερη βάση, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο, αλλά τη συνολική κατεύθυνση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Πιο συνολική είναι η κριτική του ΚΚΕ, το οποίο συνδέει την απομάκρυνση της Γκίλφοϊλ με ανταγωνισμούς ανάμεσα σε επιχειρηματικά και ενεργειακά συμφέροντα στις ΗΠΑ. Παράλληλα, κατηγορεί τη ΝΔ, αλλά και άλλα κόμματα που επιδίωξαν επαφές με την πρέσβειρα, ότι αποδέχθηκαν χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση τις πολιτικές προτεραιότητες της κυβέρνησης Τραμπ.

Η Πλεύση Ελευθερίας, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση αντιμετώπισε με επιείκεια την Αμερικανίδα διπλωμάτη, επικαλούμενη προηγούμενες κοινοβουλευτικές ερωτήσεις και δημόσιες τοποθετήσεις κυβερνητικών στελεχών. Η κριτική της επικεντρώνεται στο γιατί δεν υπήρξε, όπως υποστηρίζει, έγκαιρη θεσμική αντίδραση.

Η ΝΔ, πάντως, απορρίπτει τη λογική ότι η απομάκρυνση της πρέσβειρας συνιστά πλήγμα για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Στράτος Σιμόπουλος υπερασπίστηκε τη συμβολή της στον Κάθετο Διάδρομο και στην προώθηση των σχεδίων για τους υδρογονάνθρακες, επιμένοντας ότι οι σχέσεις Αθήνας και Ουάσιγκτον παραμένουν ισχυρές ανεξαρτήτως προσώπων.

Αυτή ακριβώς η τοποθέτηση, ωστόσο, αναδεικνύει μια αντίφαση: η κυβέρνηση προβάλλει τα αποτελέσματα της συνεργασίας με την Γκίλφοϊλ ως επιτυχίες, ενώ αντιμετωπίζει τις καταγγελίες για τη δράση της ως ζήτημα που αφορά αποκλειστικά την αμερικανική πλευρά. Το πολιτικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, αλλά αν μπορεί να τις διατηρεί χωρίς να ζητά διαφάνεια για ζητήματα που ενδέχεται να επηρεάζουν τα δικά της συμφέροντα.

Γιατί ο Τραμπ αποφάσισε να την απομακρύνει

Η απόφαση της Ουάσιγκτον δεν ήρθε ξαφνικά. Προηγήθηκε σειρά δημοσιευμάτων της Wall Street Journal σχετικά με τη συμπεριφορά της Γκίλφοϊλ, τόσο πριν από την επικύρωση του διορισμού της όσο και κατά τη διάρκεια της θητείας της στην Αθήνα. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η πρώην πρέσβειρα φέρεται να ζήτησε από τον Ρεπουμπλικανό δωρητή Έρικ Ντίτερς 100.000 δολάρια για την κάλυψη οφειλής της σε πιστωτική κάρτα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις διασυνδέσεις της με την κυβέρνηση Τραμπ.

Ο Ντίτερς υποστηρίζει ότι η χρηματική απαίτηση συνδεόταν με την υπόσχεση πρόσβασης σε κυβερνητικά στελέχη, ενώ η Γκίλφοϊλ και οι δικηγόροι της αρνούνται τις κατηγορίες και αμφισβητούν την αυθεντικότητα των μηνυμάτων. Η ίδια υποστηρίζει ότι επρόκειτο για χρήματα που της οφείλονταν για υπηρεσίες και ομιλίες πριν από την ανάληψη των διπλωματικών καθηκόντων της. Ο Ντίτερς απορρίπτει αυτή την εκδοχή.

Οι αποκαλύψεις δεν περιορίστηκαν στην οικονομική αυτή υπόθεση. Η Wall Street Journal έχει δημοσιεύσει αναφορές για την προώθηση των συμφερόντων ελληνικού κατασκευαστικού και ενεργειακού ομίλου, τη συμμετοχή προσώπου με δραστηριότητα lobbying σε ιδιωτικές διπλωματικές συναντήσεις, καθώς και ισχυρισμούς για πολυτελή ταξίδια και παροχές από επιχειρηματίες. Σε ένα από τα δημοσιεύματα αποδίδεται, επίσης, στην Γκίλφοϊλ η αναφορά ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ελληνική κυβέρνηση, εφόσον το επιθυμούσαν.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν από μόνοι τους αποδεδειγμένα αδικήματα. Είναι, ωστόσο, αρκετά σοβαροί ώστε να προκαλέσουν έλεγχο από τους αρμόδιους αμερικανικούς μηχανισμούς και πολιτική κρίση για την αξιοπιστία της διπλωματικής εκπροσώπησης των ΗΠΑ.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο Τραμπ δεν περίμενε να ολοκληρωθεί κάποια δημόσια γνωστή διαδικασία διερεύνησης για να κινηθεί. Στις 12 Οκτωβρίου δήλωσε ότι η κυβέρνησή του εξετάζει την υπόθεση και ότι δεν είναι ικανοποιημένη από όσα διαβάζει. Την επόμενη ημέρα, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ζήτησε από την Γκίλφοϊλ να παραιτηθεί. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι δεν του άρεσαν οι αναφορές που είχαν δημοσιευθεί.

Η χρονική ακολουθία δείχνει ότι η συσσώρευση των καταγγελιών και η πολιτική ζημιά που προκαλούσαν έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι κάθε καταγγελία ήταν αληθής ούτε ότι η απόφαση ελήφθη για έναν και μοναδικό λόγο. Ο Τραμπ έχει τη δυνατότητα να απομακρύνει έναν πολιτικό διορισμένο πρέσβη χωρίς να χρειάζεται να περιμένει την ολοκλήρωση μιας έρευνας. Στην προκειμένη περίπτωση, επέλεξε να διακόψει τη θητεία της όταν οι αποκαλύψεις άρχισαν να απειλούν την πολιτική και διπλωματική εικόνα της κυβέρνησής του.

Οι Δημοκρατικοί, η έρευνα και το πολιτικό κόστος στην Ουάσιγκτον

Στις ΗΠΑ, η υπόθεση έχει αποκτήσει ευρύτερη διάσταση. Δημοκρατικοί βουλευτές και γερουσιαστές ζήτησαν να διερευνηθούν οι αναφορές για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, επαφές με λομπίστες και χρήση της διπλωματικής θέσης για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών υποθέσεων.

Μεταξύ αυτών, ο Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίο μέλος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, η γερουσιαστής Τζιν Σαχίν, κορυφαίο μέλος των Δημοκρατικών στην αντίστοιχη επιτροπή της Γερουσίας, και ο Ρόμπερτ Γκαρσία, κορυφαίο μέλος της μειοψηφίας στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής, έχουν ζητήσει έλεγχο της υπόθεσης.

Παράλληλα, σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, ο γενικός επιθεωρητής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξετάζει τις καταγγελίες. Η έκταση και η κατάληξη της έρευνας δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως, επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι θα προκύψουν πειθαρχικές ή ποινικές ευθύνες.

Για τους Δημοκρατικούς, η υπόθεση προσφέρει ένα ακόμη πεδίο αμφισβήτησης της διαχείρισης κυβερνητικών αξιωμάτων από τον Τραμπ και το περιβάλλον του. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στο αν μια πρέσβειρα ζήτησε χρήματα από έναν πολιτικό δωρητή. Αφορά το κατά πόσο η πρόσβαση στην εξουσία, οι προσωπικές διασυνδέσεις και τα ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα μπορούν να διασταυρώνονται με την άσκηση δημόσιων καθηκόντων.

Η πίεση ενισχύθηκε όταν οι καταγγελίες άρχισαν να αφορούν και την ίδια την Ελλάδα. Η πιθανή προώθηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων, σε συνδυασμό με τις αναφορές για ενεργειακές συμφωνίες και παρεμβάσεις, δημιούργησε ένα ζήτημα που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως προσωπική διαμάχη μεταξύ της Γκίλφοϊλ και ενός δωρητή.

Η απομάκρυνσή της, επομένως, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η Ουάσιγκτον υιοθέτησε όλες τις καταγγελίες. Δείχνει, όμως, ότι το πολιτικό κόστος της παραμονής της κρίθηκε πλέον μεγαλύτερο από το κόστος της αποχώρησής της.

Η ενεργειακή διάσταση και τα ερωτήματα που μένουν στην Αθήνα

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα επειδή η θητεία της Γκίλφοϊλ συνέπεσε με την ενίσχυση της αμερικανικής ενεργειακής παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή. Ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου, οι προοπτικές εισαγωγών αμερικανικού LNG και οι έρευνες για υδρογονάνθρακες αποτελούν κεντρικά πεδία της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει αυτές τις εξελίξεις ως αναβάθμιση του γεωπολιτικού ρόλου της χώρας. Η αντιπολίτευση, ωστόσο, ζητά να αποσαφηνιστεί ποια συμφέροντα εξυπηρετούν οι επιμέρους συμφωνίες, ποιο είναι το οικονομικό και στρατηγικό όφελος για την Ελλάδα και αν υπήρξαν παρεμβάσεις που δεν συνάδουν με τη θεσμική λειτουργία της διπλωματίας.

Οι αναφορές της Wall Street Journal για την προώθηση ελληνικού ενεργειακού και κατασκευαστικού ομίλου καθιστούν αυτά τα ερωτήματα ακόμη πιο επιτακτικά. Δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι κάποια συμφωνία ήταν επιζήμια ή ότι η ελληνική κυβέρνηση συμμετείχε σε παράνομες πρακτικές. Καθιστούν, όμως, εύλογη την απαίτηση για διαφάνεια και συγκεκριμένες απαντήσεις.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η Αθήνα δεν είναι υποχρεωμένη να υιοθετήσει τις καταγγελίες των αμερικανικών μέσων ούτε να προκαλέσει διπλωματική κρίση με την Ουάσιγκτον. Είναι, όμως, θεμιτό να ερωτάται αν αξιολόγησε τις αναφορές που αφορούσαν την επικράτειά της, αν ενημερώθηκε για ενδεχόμενες παρεμβάσεις και αν οι συμφωνίες που προωθήθηκαν διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον.

Το ίδιο ισχύει για τις αναφορές περί απειλών προς την ελληνική κυβέρνηση. Εάν αποδειχθεί ότι έγιναν τέτοιες δηλώσεις, θα πρόκειται για ζήτημα που υπερβαίνει τα όρια μιας προσωπικής αντιπαράθεσης και αφορά τον σεβασμό της ελληνικής πολιτικής αυτονομίας. Μέχρι τότε, οι ισχυρισμοί πρέπει να παραμείνουν σαφώς διακριτοί από τα επιβεβαιωμένα γεγονότα.

Η αποχώρηση δεν κλείνει την υπόθεση

Η Γκίλφοϊλ αποχώρησε έπειτα από απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ, όχι έπειτα από δημόσια γνωστό πόρισμα που να αποδεικνύει το σύνολο των καταγγελιών σε βάρος της. Η ίδια δηλώνει ότι θα υπερασπιστεί το όνομά της και αρνείται ότι έχει διαπράξει οποιαδήποτε παρανομία. Η δικαστική αντιπαράθεση με τον Ντίτερς και η διερεύνηση των αναφορών από αμερικανικούς μηχανισμούς αποτελούν ξεχωριστές διαδικασίες, των οποίων η έκβαση μένει να φανεί.

Για την ελληνική κυβέρνηση, όμως, η πολιτική διάσταση είναι ήδη υπαρκτή. Η επιλογή να μην ζητήσει εξηγήσεις από την αμερικανική πλευρά μπορεί να παρουσιάζεται ως θεσμική αυτοσυγκράτηση, αφήνει ωστόσο αναπάντητα ερωτήματα για όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της θητείας της πρέσβειρας.

Οι σχέσεις Ελλάδας και ΗΠΑ δεν χρειάζεται να εξαρτώνται από την παρουσία ενός προσώπου. Ούτε, όμως, η επίκληση της στρατηγικής συμμαχίας μπορεί να λειτουργεί ως λόγος αποφυγής κάθε ελέγχου. Η πραγματική δοκιμασία για την Αθήνα δεν είναι αν θα διατηρήσει τη συνεργασία με την Ουάσιγκτον, αλλά αν θα απαιτήσει διαφάνεια για τις αποφάσεις που αφορούν τη χώρα.

Η απομάκρυνση της Γκίλφοϊλ έκλεισε ένα κεφάλαιο της αμερικανικής διπλωματικής παρουσίας στην Ελλάδα. Δεν απάντησε, όμως, στα ερωτήματα για τις επαφές της, τις καταγγελίες περί παρεμβάσεων και τη σχέση διπλωματίας και επιχειρηματικών συμφερόντων. Και όσο η κυβέρνηση περιορίζεται στη διαβεβαίωση ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις παραμένουν ισχυρές, τόσο η αντιπολίτευση θα επαναφέρει το βασικό ερώτημα: ποιος ελέγχει αν αυτή η συνεργασία υπηρετεί πράγματι τα συμφέροντα της Ελλάδας;

Loading

Play