H άρση ασυλίας σε καμία περίπτωση δεν συνιστά καταδίκη. Δεν αποτελεί ένδειξη ενοχής, ούτε καν προδικαστική κρίση.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την άρση ασυλίας των βουλευτών που εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, μετά τις δικογραφίες της ευρωπαϊκής εισαγγελίας που κατατέθηκαν στην Βουλή, επανέρχεται δυναμικά μετά την βιασύνη της αντιπολίτευσης να καταδικάσει πριν τη Δικαιοσύνη. Και εδώ αναδεικνύεται μια λεπτή κόκκινη γραμμή, αφού πέρα από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, αξίζει να επανέλθουμε στην ουσία. Τι πραγματικά σημαίνει η άρση ασυλίας και γιατί η εργαλειοποίησή της εγκυμονεί κινδύνους για τη δημόσια ζωή;
Καταρχάς, η άρση ασυλίας σε καμία περίπτωση δεν συνιστά καταδίκη. Δεν αποτελεί ένδειξη ενοχής, ούτε καν προδικαστική κρίση. Είναι μια θεσμική διαδικασία που επιτρέπει στη Δικαιοσύνη να προχωρήσει σε περαιτέρω διερεύνηση μιας υπόθεσης, διασφαλίζοντας ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, ανεξαρτήτως αξιώματος. Όπως επισημαίνεται, αν οι εμπλεκόμενοι δεν ήταν βουλευτές, η διαδικασία θα είχε ήδη προχωρήσει χωρίς αυτό το επιπλέον στάδιο.
Τι απέγινε το τεκμήριο της αθωότητας;
Από το 2019 και μετά, η πρακτική που ακολουθείται έχει αλλάξει αφού η άρση ασυλίας αποτελεί τον κανόνα και όχι την εξαίρεση, εκτός εάν πρόκειται για υποθέσεις που σχετίζονται άμεσα με την άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, οι ίδιοι οι βουλευτές είναι εκείνοι που ζητούν την άρση της ασυλίας τους, προκειμένου να δώσουν εξηγήσεις και να διαλευκανθεί πλήρως η υπόθεση που τους αφορά. Όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η βιασύνη ορισμένων πολιτικών δυνάμεων να μετατρέψουν μια τυπική νομική διαδικασία σε εργαλείο πολιτικής στοχοποίησης προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Η αντιπολίτευση, επιλέγοντας να υιοθετήσει μια ρητορική που προεξοφλεί την ενοχή των εμπλεκομένων δημιουργεί εντυπώσεις, υπονομεύοντας ουσιαστικά τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου, όπως είναι για παράδειγμα το τεκμήριο της αθωότητας.
Οι βιαστικές «καταδίκες» πλήττουν τη Δημοκρατία
Όπως επισημαίνουν έμπειροι πολιτικοί η πολιτική αξιολόγηση, ασφαλώς, είναι θεμιτή και αναγκαία. Όμως έχει σαφή όρια, αφού δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατρέπεται σε «λαϊκό δικαστήριο». Ως εκ τούτου τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης οφείλουν να εξετάζονται με νηφαλιότητα και υπευθυνότητα, χωρίς υπερβολές και χωρίς σκοπιμότητες. Σε τελική ανάλυση, η συζήτηση για την άρση ασυλίας δεν είναι απλώς μια ακόμη πολιτική αντιπαράθεση. Είναι μια δοκιμασία για την ποιότητα του δημόσιου λόγου και για το κατά πόσο το πολιτικό σύστημα σέβεται τους θεσμούς που το ίδιο υπηρετεί. Και σε αυτή τη δοκιμασία, η βιασύνη να καταδικαστούν πρόσωπα πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη, δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής υπευθυνότητας, αλλά ολίσθημα που πλήττει την ίδια τη δημοκρατία.
![]()

