Από τους δρόμους της Γαλλίας και της Ισπανίας μέχρι το αδιέξοδο των Βρυξελλών, η Ευρώπη πληρώνει το τίμημα της ακρίβειας, της ενεργειακής ανασφάλειας και της πολιτικής ασυνεννοησίας. Την ώρα που οι εξωτερικές απειλές πολλαπλασιάζονται, η ίδια δυσκολεύεται να συμφωνήσει ακόμη και για το κοινό της μέλλον.
Η καταιγίδα που σαρώνει την Ευρώπη δεν εκδηλώνεται μόνο στους δρόμους, με τις συγκρούσεις διαδηλωτών και αστυνομικών. Εκδηλώνεται και στα ευρωπαϊκά συμβούλια, όπου οι ηγέτες αδυνατούν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους, ενώ εκατομμύρια πολίτες βλέπουν το κόστος ζωής να αυξάνεται και τις προοπτικές τους να περιορίζονται.
Το Σαββατοκύριακο 17-18 Οκτωβρίου, οι κινητοποιήσεις σε Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο και Πορτογαλία ανέδειξαν την έκταση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Στην Ισπανία, η στεγαστική κρίση είχε ήδη πυροδοτήσει μαζικές αντιδράσεις, ενώ στην Αλβανία οι διαδηλώσεις συνδέονται με την κατάσταση στα πανεπιστήμια, την ανεργία και τις καταγγελίες για διαφθορά. Διαφορετικές χώρες, διαφορετικές αφορμές, αλλά μια κοινή αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας.
Στη Γαλλία, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις της 17ης Οκτωβρίου, με αιτήματα που αφορούσαν την ακρίβεια, τους μισθούς, τις συντάξεις και την κατάσταση στην εκπαίδευση. Οι διαδηλώσεις σε αρκετές πόλεις σημαδεύτηκαν από λεηλασίες, εμπρησμούς και συγκρούσεις. Στην Ιταλία, οι κινητοποιήσεις για το κόστος ζωής κατέληξαν σε επεισόδια στο Μιλάνο και σε άλλες πόλεις. Στις Βρυξέλλες, φοιτητές διαμαρτυρήθηκαν για το κόστος της εκπαίδευσης, ενώ στη Λισαβόνα χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για τους χαμηλούς μισθούς και την αδυναμία πρόσβασης σε προσιτή κατοικία.
Στην Ισπανία, η οργή για τα ενοίκια και τις εξώσεις ανέδειξε μια στεγαστική κρίση που πλήττει ιδιαίτερα τους νέους και τα χαμηλότερα εισοδήματα. Στην Αλβανία, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις εξελίχθηκαν σε ευρύτερη αντιπαράθεση με την κυβέρνηση του Έντι Ράμα. Η δυσαρέσκεια δεν έχει παντού την ίδια αιτία, ούτε οι διαδηλώσεις αποτελούν ένα ενιαίο κίνημα. Δείχνουν, όμως, ότι η κοινωνική πίεση εξαπλώνεται και ότι οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν προβλήματα τα οποία για χρόνια συσσωρεύονταν.
Η βία και οι καταστροφές δεν δικαιολογούνται από κανένα κοινωνικό αίτημα. Δεν μπορούν, ωστόσο, να αποτελέσουν άλλοθι για να αγνοηθούν τα προβλήματα που έβγαλαν τους πολίτες στους δρόμους.
Η ακρίβεια δεν εξαφανίζεται όταν υποχωρεί ο πληθωρισμός
Η οικονομική πίεση αποτελεί τον κοινό παρονομαστή πολλών από αυτές τις αντιδράσεις. Ακόμη και όταν ο πληθωρισμός επιβραδύνεται, οι τιμές δεν επιστρέφουν αυτομάτως στα προηγούμενα επίπεδα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που ανέλυσε το Euronews, οι τιμές τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 34% από τον Αύγουστο του 2021 έως τον Αύγουστο του 2026. Για πολλούς εργαζομένους, οι αυξήσεις στους μισθούς δεν αρκούν για να καλύψουν το συνολικό κόστος ζωής, ιδίως όταν προστίθενται τα ενοίκια, η ενέργεια και οι καθημερινές ανάγκες.
Η στεγαστική κρίση έχει γίνει ιδιαίτερα ορατή στην Πορτογαλία, όπου οι τιμές των κατοικιών έχουν υπερδιπλασιαστεί από το 2017, αλλά και στην Ισπανία και σε μεγάλες γαλλικές πόλεις. Για μια ολόκληρη γενιά, η ανεξάρτητη διαβίωση μετατρέπεται σε ολοένα δυσκολότερο εγχείρημα. Όταν η εργασία δεν εξασφαλίζει ούτε αξιοπρεπή στέγη, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αποτελεί έκπληξη.
Παράλληλα, η ενεργειακή ανασφάλεια εξακολουθεί να επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι διεθνείς συγκρούσεις και η αστάθεια στις αγορές καυσίμων αυξάνουν το κόστος, ενώ η ευρωπαϊκή βιομηχανία δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί οικονομίες με χαμηλότερες ενεργειακές επιβαρύνσεις. Η πράσινη μετάβαση, η ανταγωνιστικότητα και η προστασία των καταναλωτών θα έπρεπε να αποτελούν μέρη μιας κοινής στρατηγικής. Αντί γι’ αυτό, οι κυβερνήσεις συγκρούονται για το κόστος και τους όρους εφαρμογής της.
Βρυξέλλες: Πολλές κρίσεις, λίγες αποφάσεις
Το πρόβλημα αποτυπώθηκε καθαρά στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στις 15 και 16 Οκτωβρίου. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν κατέληξαν σε ουσιαστική πρόοδο για τον νέο πολυετή προϋπολογισμό, ύψους περίπου 2 τρισ. ευρώ, ενώ παρέμειναν ανοιχτές οι διαφωνίες για την ενέργεια, τη μετανάστευση και τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας.
Οι χώρες που ζητούν αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία αντιπαρατίθενται με εκείνες που θέλουν να διατηρήσουν τα κονδύλια για τη συνοχή και την ανάπτυξη. Αντίστοιχα, στο ενεργειακό πεδίο, κράτη που πιέζουν για χαλάρωση των κανόνων εκπομπών και άμεσα μέτρα μείωσης του κόστους βρίσκονται απέναντι σε κυβερνήσεις που φοβούνται ότι μια τέτοια υποχώρηση θα υπονομεύσει την πράσινη μετάβαση.
Οι διαφωνίες αυτές δεν είναι από μόνες τους παράλογες. Αντανακλούν διαφορετικές οικονομίες και εθνικές προτεραιότητες. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αναζήτηση συμβιβασμού παραλύει και η πολιτική διαπραγμάτευση καταλήγει σε διαρκή αναβολή αποφάσεων.
Και το περιθώριο για αναβολές στενεύει. Οι εκλογικές αναμετρήσεις στην Ισπανία και στη Γαλλία, η πολιτική αβεβαιότητα στη Γερμανία και οι επερχόμενες εκλογές στην Ιταλία απειλούν να μεταφέρουν τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις στο ευρωπαϊκό τραπέζι. Όταν οι κυβερνήσεις υπολογίζουν κάθε απόφαση με βάση το εκλογικό της κόστος, ο ευρωπαϊκός συμβιβασμός γίνεται δυσκολότερος.
Ουκρανία, Ρωσία και το τίμημα της γεωπολιτικής αδυναμίας
Σαν να μην έφταναν τα εσωτερικά προβλήματα, ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να δοκιμάζει την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τις δημοσιονομικές αντοχές της Ένωσης. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ζήτησε επιπλέον 70 δισ. ευρώ για το 2027, καθώς οι ανάγκες της χώρας του ξεπερνούν τον μέχρι τώρα σχεδιασμό. Οι ηγέτες ανέθεσαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει λύσεις, χωρίς να συμφωνήσουν σε συγκεκριμένο χρηματοδοτικό σχέδιο.
Παραμένει, επίσης, το αδιέξοδο γύρω από την αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, ενώ η έκταση της ευρωπαϊκής στήριξης προς το Κίεβο εξακολουθεί να προκαλεί πολιτικές και οικονομικές διαφωνίες.
Η στήριξη της Ουκρανίας συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η παράταση του πολέμου αυξάνει τις χρηματοδοτικές ανάγκες και διατηρεί την αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας. Την ίδια ώρα, η Ρωσία παραμένει απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ενώ οι σχέσεις με τις ΗΠΑ δοκιμάζονται και ο ανταγωνισμός με την Κίνα πιέζει τη βιομηχανία της Ευρώπης. Η σύνοδος του Οκτωβρίου ανέδειξε ακριβώς αυτή την πολλαπλή πίεση, χωρίς να προσφέρει αντίστοιχα σαφείς απαντήσεις.
Η καταιγίδα δεν είναι αναπόφευκτη
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα επικίνδυνο παράδοξο: χρειάζεται περισσότερη συνεργασία τη στιγμή που οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις την ωθούν προς τον κατακερματισμό. Η ακρίβεια ενισχύει την κοινωνική οργή, η ανασφάλεια τροφοδοτεί τον λαϊκισμό, οι κυβερνήσεις περιχαρακώνονται στις εθνικές τους προτεραιότητες και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δυσκολεύονται να παράγουν αποτελέσματα που να γίνονται αισθητά στην καθημερινότητα των πολιτών.
Δεν ευθύνεται κάθε πρόβλημα αποκλειστικά η Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε μπορούν όλες οι κρίσεις να λυθούν με μία απόφαση στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, όταν η κοινή αγορά, η ενεργειακή ασφάλεια, η άμυνα και η οικονομική σταθερότητα απαιτούν συντονισμό, η απουσία κοινής στρατηγικής έχει πραγματικό κόστος.
Η Ευρώπη δεν κινδυνεύει μόνο από τις πιέσεις της Ουάσιγκτον, της Μόσχας ή του Πεκίνου. Κινδυνεύει και από την αδυναμία της να αξιοποιήσει τη συλλογική της ισχύ. Οι πολίτες ζητούν λύσεις, οι οικονομίες χρειάζονται σταθερότητα και οι διεθνείς εξελίξεις δεν περιμένουν μέχρι να ξεπεραστούν οι εσωτερικές διαφωνίες.
Η κρίση μπορεί να μην είναι έργο της ίδιας της Ευρώπης. Το αν, όμως, θα μετατραπεί σε καταστροφή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές της. Και η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διαφωνούν, αλλά ότι, ενώ βλέπουν την καταιγίδα να πλησιάζει, εξακολουθούν να δυσκολεύονται να κρατήσουν μαζί το τιμόνι.
![]()

