Ανώτατα όρια στις απαιτήσεις από δάνεια, επανυπολογισμό παλαιών οφειλών και δεσμευτικές προθεσμίες για τις ρυθμίσεις προβλέπει το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 22 Οκτωβρίου.
Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις αφορούν τράπεζες, funds και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, με στόχο τον περιορισμό της διόγκωσης των χρεών από τόκους και χρεώσεις, καθώς και την επιτάχυνση των διμερών συμφωνιών με τους δανειολήπτες.
Η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση, περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ την επιδίωξη του υπουργείου ως «λιγότερη αβεβαιότητα για τον οφειλέτη, περισσότερη ευθύνη για τον πιστωτή και ένα σύστημα ρύθμισης του ιδιωτικού χρέους που λειτουργεί με κανόνες και παράγει πραγματικές λύσεις».
Πλαφόν στο τριπλάσιο του κεφαλαίου – Ειδική πρόβλεψη για αγρότες
Κεντρική διάταξη του νομοσχεδίου είναι ο περιορισμός της απαίτησης στο τριπλάσιο του κεφαλαίου που έλαβε ο δανειολήπτης. Για παλαιές οφειλές αγροτών, το αντίστοιχο όριο προβλέπεται να διαμορφωθεί στο διπλάσιο.
Η ρύθμιση καλύπτει καταναλωτικά, στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, ανεξάρτητα από το εάν έχουν μεταβιβαστεί, τιτλοποιηθεί ή τεθεί υπό τη διαχείριση servicers. Αφορά και οφειλές που παραμένουν σε καθυστέρηση επί πολλά χρόνια.
Με βάση το προτεινόμενο πλαίσιο, από την έναρξη ισχύος του νόμου η ανεξόφλητη απαίτηση δεν θα επιτρέπεται να ξεπερνά το τριπλάσιο του κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των κεφαλαίων περισσότερων δανείων και πιστώσεων.
Για αλληλόχρεους λογαριασμούς, βάση υπολογισμού θα αποτελεί η οφειλή όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση. Στις αντίστοιχες περιπτώσεις παλαιών αγροτικών οφειλών θα εφαρμόζεται το όριο του διπλάσιου ποσού.
Ειδική πρόβλεψη περιλαμβάνεται για δάνεια πριν από το 1990, όταν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τον εντοπισμό του αρχικού κεφαλαίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, προβλέπεται όριο στο 150% της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί στην τελευταία ρύθμιση πριν από το 1990.
Πώς υπολογίζεται η μείωση της οφειλής
Η εφαρμογή των ορίων προβλέπεται να αφαιρεί από την απαίτηση το υπερβάλλον ποσό, το οποίο συνήθως προέρχεται από τόκους υπερημερίας, κεφαλαιοποιημένους τόκους και άλλες επιβαρύνσεις.
Ενδεικτικά, για αρχικό δάνειο 100.000 ευρώ, το όριο διαμορφώνεται στις 300.000 ευρώ. Εάν η απαίτηση έχει αυξηθεί στις 500.000 ευρώ, τα επιπλέον 200.000 ευρώ δεν θα είναι απαιτητά. Για αγροτική οφειλή του ίδιου αρχικού ύψους, το όριο θα είναι 200.000 ευρώ.
Στον επανυπολογισμό θα συνυπολογίζονται και οι πληρωμές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Εάν, στο ίδιο παράδειγμα, έχουν καταβληθεί 80.000 ευρώ, το υπόλοιπο δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τις 220.000 ευρώ ή τις 120.000 ευρώ για αγρότες.
Ο επανυπολογισμός προβλέπεται να γίνεται χωρίς αίτηση του δανειολήπτη, με υποχρέωση των πιστωτών να ολοκληρώσουν τη διαδικασία εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου.
Η υποχρέωση θα ισχύει ανεξαρτήτως του ποιος κατέχει ή διαχειρίζεται πλέον το δάνειο, ακόμη και αν η αρχική τράπεζα έχει κλείσει ή βρίσκεται σε εκκαθάριση. Το νέο υπόλοιπο θα πρέπει να καταγράφεται στις λογιστικές και πληροφοριακές καταστάσεις των πιστωτών.
Θα λαμβάνονται υπόψη οι καταβολές του οφειλέτη, των εγγυητών ή τρίτων, χωρίς, ωστόσο, να προβλέπεται επιστροφή χρημάτων που έχουν ήδη πληρωθεί.
Τι προβλέπεται για κατασχέσεις και πλειστηριασμούς
Οι προτεινόμενες διατάξεις επηρεάζουν και τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατασχέσεις και πλειστηριασμοί θα μπορούν να συνεχίζονται μόνο για την απαίτηση που προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό.
Στους εκκρεμείς πλειστηριασμούς, ο δικαιούχος ή ο διαχειριστής θα υποχρεούται να γνωστοποιεί το αναπροσαρμοσμένο ποσό και να περιορίζει αντίστοιχα τις πράξεις εκτέλεσης.
Εφόσον πραγματοποιηθεί η εκποίηση, το υπόλοιπο του τιμήματος που υπερκαλύπτει τις μειωμένες απαιτήσεις των πιστωτών προβλέπεται να αποδίδεται στον οφειλέτη. Οι αλλαγές, επομένως, αφορούν το ύψος της απαίτησης για την οποία προχωρά η διαδικασία και δεν συνεπάγονται γενική κατάργηση των πλειστηριασμών.
Απάντηση σε τρεις μήνες και ολοκλήρωση διαπραγμάτευσης σε έξι
Για τις διμερείς ρυθμίσεις, το νομοσχέδιο θέτει συγκεκριμένες προθεσμίες. Μετά την υποβολή αίτησης με πλήρη φάκελο, ο πιστωτής θα πρέπει να απαντά μέσα σε τρεις μήνες, παρουσιάζοντας βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ή αιτιολογημένη απόρριψη.
Ο δανειολήπτης θα έχει έναν μήνα για να τοποθετηθεί, ενώ η διαδικασία θα πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο σε έξι μήνες, ακόμη και όταν η οφειλή βρίσκεται σε στάδιο αναγκαστικής εκτέλεσης.
Σε περίπτωση υπέρβασης της τρίμηνης προθεσμίας, προβλέπονται αυτόματη καταγραφή παράβασης, ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος και αναστολή του εκτοκισμού και της κεφαλαιοποίησης τόκων μέχρι να δοθεί απάντηση.
Οι προτάσεις των servicers θα πρέπει να περιγράφουν τα εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία στα οποία βασίζονται και, όπου είναι δυνατόν, να περιλαμβάνουν δύο εναλλακτικές λύσεις.
Προκαταβολή έως 15% και πρόταση πριν από τον πλειστηριασμό
Το σχέδιο νόμου προβλέπει ανώτατη προκαταβολή 15% της οφειλής για απευθείας διμερή ρύθμιση, έναντι πρακτικών που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, έφταναν ακόμη και στο 50%.
Προβλέπεται επίσης δυνατότητα χαμηλότερης προκαταβολής, εφόσον τεκμηριώνονται οικονομική δυσχέρεια, κοινωνικά κριτήρια ή προβλήματα υγείας.
Παράλληλα, τρεις μήνες πριν από έναν πλειστηριασμό, ο πιστωτής θα πρέπει να έχει υποβάλει κατάλληλη, βιώσιμη και αιτιολογημένη πρόταση ρύθμισης.
Όπως αναφέρει η κ. Αλαμπάση, «οι νέοι κανόνες προβλέπουν συγκεκριμένο χρόνο για τη διμερή διαπραγμάτευση, πλαφόν 15% στην προκαταβολή και τεκμηριωμένες προτάσεις που προσαρμόζονται στην πραγματική οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη.
Παράλληλα, προστατεύουν τον συνεπή οφειλέτη: όταν τηρεί τη ρύθμισή του, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με μέτρα. Και πριν από έναν πλειστηριασμό, ο πιστωτής θα πρέπει να έχει προηγουμένως καταθέσει πραγματική και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης».
Προστασία όσων τηρούν τη ρύθμιση
Όσο ο δανειολήπτης εξυπηρετεί την ενεργή ρύθμισή του, προβλέπεται να απαγορεύονται από τον διαχειριστή της απαίτησης η καταγγελία της σύμβασης, τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και οι πλειστηριασμοί.
Σε περίπτωση παραβίασης, το νομοσχέδιο προβλέπει ακυρότητα των πράξεων, πίστωση στον οφειλέτη ποσού ίσου με πέντε μηνιαίες δόσεις και ισόχρονη παράταση της ρύθμισης. Το πρόστιμο μπορεί να φτάνει τις 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη.
Δωρεάν αναλυτική ενημέρωση εντός 45 ημερών
Ο οφειλέτης θα μπορεί να ζητά χωρίς χρέωση πλήρη ανάλυση του χρέους του, με τις συμβάσεις και τις τροποποιήσεις τους, το ιστορικό πληρωμών, τον υπολογισμό του επιτοκίου, το κεφάλαιο, τους τόκους, τις προμήθειες και κάθε άλλη επιβάρυνση.
Τα στοιχεία θα πρέπει να παραδίδονται εντός 45 ημερών. Εάν η προθεσμία παρέλθει, προβλέπεται αναστολή του εκτοκισμού μέχρι την πλήρη απάντηση στο αίτημα.
Πρόσθετες υποχρεώσεις διαφάνειας για τους servicers
Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων θα υποχρεούνται να δημοσιοποιούν ετησίως οικονομικά στοιχεία, δεδομένα για τα χαρτοφυλάκιά τους, αποτελέσματα διαχείρισης και πληροφορίες για τον χειρισμό παραπόνων.
Προβλέπεται επίσης η υποβολή στρατηγικού σχεδίου, με εκτιμήσεις ανακτήσεων και δείκτες απόδοσης.
Η εφαρμογή αυτών των μέτρων τοποθετείται στις αρχές του 2027, με προβλεπόμενο διάστημα τριών μηνών από την ψήφιση του νόμου. Το οριστικό πλαίσιο θα διαμορφωθεί μετά τη διαβούλευση και τη νομοθετική επεξεργασία, πριν τεθεί προς ψήφιση στη Βουλή.
![]()

