Η εκλογική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ δημιουργεί νέα δεδομένα για τον πόλεμο στην Ουκρανία, αναζωπυρώνοντας τις προσδοκίες του Κιέβου για μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη.
Η επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου περιορίζει τα περιθώρια πολιτικών χειρισμών του Αμερικανού προέδρου στο εσωτερικό, ενώ ενδέχεται να ενισχύσει τις πιέσεις για αλλαγή της στάσης της Ουάσινγκτον απέναντι στη Μόσχα.
Για τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, το αποτέλεσμα αποτελεί μια εξέλιξη που δημιουργεί συγκρατημένη αισιοδοξία, καθώς η νέα σύνθεση του Κογκρέσου ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για την επανεκκίνηση της αμερικανικής βοήθειας. Ωστόσο, η επόμενη ημέρα δεν είναι απαραίτητα απλούστερη. Ο Τραμπ εξακολουθεί να έχει σημαντικό έλεγχο στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και εμφανίζεται αποφασισμένος να προωθήσει μια συμφωνία με τη Ρωσία, ακόμη και μέσα από απευθείας επαφές με το Κρεμλίνο.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη παρακολουθεί τις εξελίξεις με ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία πλευρά, η ενίσχυση των Δημοκρατικών δημιουργεί προσδοκίες για μεγαλύτερη στήριξη προς την Ουκρανία. Από την άλλη, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες γνωρίζουν ότι η εκλογική αποδοκιμασία του Τραμπ δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Η εκλογική ήττα Τραμπ και το ουκρανικό ζήτημα
Η επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, με την ανάκτηση τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, αποτελεί σημαντικό πλήγμα για τον Αμερικανό πρόεδρο. Η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων συνδέθηκε κυρίως με την ακρίβεια, το αυξημένο κόστος ζωής, τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν και τις επιλογές της κυβέρνησης.
Ωστόσο, το ουκρανικό ζήτημα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των συζητήσεων για τις διεθνείς συνέπειες του εκλογικού αποτελέσματος. Όπως επισημαίνει το Reuters, η νίκη των Δημοκρατικών μπορεί να αναζωπυρώσει την αμερικανική υποστήριξη προς το Κίεβο, καθώς στελέχη του κόμματος έχουν ήδη θέσει ως προτεραιότητα την ενίσχυση της στρατιωτικής βοήθειας και την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων στη Ρωσία.
Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2025, δεν έχει εγκριθεί σημαντικό νέο πακέτο αμερικανικής βοήθειας προς την Ουκρανία. Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει καθυστερήσει ή εμποδίσει την υλοποίηση προηγούμενων δεσμεύσεων, δημιουργώντας πρόσθετες δυσκολίες στην προσπάθεια του Κιέβου να αντιμετωπίσει τη ρωσική εισβολή.
Η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών μπορεί να ανατρέψει εν μέρει αυτή την εικόνα. Οι Δημοκρατικοί θα έχουν τη δυνατότητα να εντάξουν διατάξεις για την παροχή βοήθειας στην Ουκρανία και την επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία σε σημαντικά νομοσχέδια για την άμυνα και τον προϋπολογισμό. Επιπλέον, μπορούν να ασκήσουν πίεση μέσω κοινοβουλευτικών ακροάσεων, ερευνών και ελέγχου των κρατικών δαπανών.
Παράλληλα, το εύρος της εκλογικής νίκης ενδέχεται να διευκολύνει τη συγκέντρωση των απαραίτητων ψήφων από Ρεπουμπλικανούς βουλευτές και γερουσιαστές, ώστε να παρακαμφθεί ακόμη και ενδεχόμενο προεδρικό βέτο σε συγκεκριμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Η ικανοποίηση Ζελένσκι και οι προσδοκίες για περισσότερη βοήθεια
Το αποτέλεσμα των εκλογών έγινε δεκτό με ικανοποίηση στο Κίεβο, καθώς ο Ζελένσκι βλέπει μια πιθανή ευκαιρία να ενισχυθεί εκ νέου η αμερικανική υποστήριξη προς τη χώρα του.
Σε συνέντευξή του στο γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο ZDF, ο Ουκρανός πρόεδρος εξέφρασε την εκτίμηση ότι η επικράτηση των Δημοκρατικών μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για την παροχή στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας.
«Είμαι επίσης ευγνώμων στους Ρεπουμπλικανούς, αλλά οι Δημοκρατικοί μιλούν πολύ ξεκάθαρα για την υποστήριξη προς την Ουκρανία και την παροχή βοήθειας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι οι πιθανότητες εξασφάλισης πρόσθετης αμερικανικής βοήθειας ενδέχεται πλέον να αυξηθούν, υπογραμμίζοντας ότι η ενίσχυση της Ουκρανίας θα μπορούσε να επηρεάσει και τους υπολογισμούς του Βλαντίμιρ Πούτιν. Όπως υποστήριξε, εάν η Μόσχα διαπιστώσει ότι το Κίεβο συνεχίζει να λαμβάνει ισχυρή στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη, ενδέχεται να επανεξετάσει τη συνέχιση του πολέμου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάγκη για επιτάχυνση των παραδόσεων αντιαεροπορικών συστημάτων και πυραύλων αναχαίτισης Patriot, που αποτελούν κρίσιμο μέσο προστασίας των ουκρανικών πόλεων από τις ρωσικές επιθέσεις. Ο Ζελένσκι έχει επισημάνει επανειλημμένα τις ελλείψεις και τις καθυστερήσεις στην προμήθεια των συγκεκριμένων συστημάτων.
Παρά την αισιοδοξία, ο Ουκρανός πρόεδρος γνωρίζει ότι η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε άμεση αλλαγή πολιτικής. Το νέο Κογκρέσο αναλαμβάνει καθήκοντα τον Ιανουάριο, ενώ ο Τραμπ παραμένει στον Λευκό Οίκο για τα επόμενα δύο χρόνια.
Για τον λόγο αυτό, ο Ζελένσκι επιμένει στη διατήρηση της διακομματικής υποστήριξης προς την Ουκρανία, αποφεύγοντας να στηρίξει τις προσδοκίες του αποκλειστικά στη νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Οι κινήσεις Τραμπ και η απευθείας επαφή με το Κρεμλίνο
Ενώ το Κίεβο προσβλέπει σε μεγαλύτερη αμερικανική βοήθεια, ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να προωθεί τη δική του στρατηγική για τον τερματισμό του πολέμου, επιδιώκοντας μια συμφωνία με τη Ρωσία.
Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη αποκάλυψή του ότι είχε κατ’ ιδίαν συνάντηση στον Λευκό Οίκο με τον Κίριλ Ντμίτριεφ, επικεφαλής διαπραγματευτή του Κρεμλίνου και απεσταλμένο του Βλαντίμιρ Πούτιν. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε την ώρα που στην αμερικανική πρωτεύουσα βρίσκονταν και Ουκρανοί εκπρόσωποι, χωρίς ωστόσο ο Αμερικανός πρόεδρος να επιδιώξει αντίστοιχη προσωπική επαφή μαζί τους.
Μετά τη συνάντηση, ο Τραμπ εξέφρασε την αισιοδοξία του για την επίτευξη μιας ευρύτερης συμφωνίας, η οποία, όπως υποστήριξε, δεν θα αφορά αποκλειστικά την Ουκρανία αλλά ενδεχομένως ολόκληρη την Ευρώπη.
«Θα υπάρξει συμφωνία. Θα είναι μια μεγάλη συμφωνία και θα αφορά κάτι περισσότερο από την Ουκρανία… Θα μπορούσα μάλιστα να πω ότι μπορεί να περιλαμβάνει ολόκληρη την Ευρώπη. Θα είναι μια μεγάλη, εξαιρετική συμφωνία και όλοι θα είναι ενθουσιασμένοι», δήλωσε.
Η τοποθέτηση αυτή προκαλεί ερωτήματα σχετικά με το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων και κυρίως με το κατά πόσο οι ΗΠΑ προτίθενται να συζητήσουν με τη Ρωσία ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας χωρίς την πλήρη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων κρατών.
Η ανησυχία ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Τραμπ δεν συναντήθηκε με τον Ουκρανό διαπραγματευτή Ντάβιντ Αραχάμια, παρότι εκείνος βρισκόταν στον Λευκό Οίκο. Η απευθείας επαφή με τον Ρώσο απεσταλμένο, αντίθετα, έστειλε ένα διαφορετικό διπλωματικό μήνυμα, σε μια περίοδο κατά την οποία το Κίεβο επιδιώκει να διασφαλίσει ότι δεν θα ληφθούν αποφάσεις για το μέλλον του χωρίς τη δική του συμμετοχή.
Την ίδια στιγμή, ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, πραγματοποίησε επαφές στις Βρυξέλλες με εκπροσώπους της Ουκρανίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, με αντικείμενο τις μεταπολεμικές εγγυήσεις ασφαλείας και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη.
Οι συνομιλίες αυτές αναμένεται να αποτελέσουν μέρος της προετοιμασίας για τον νέο γύρο τριμερών διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας, που έχει προγραμματιστεί για τις 10 και 11 Νοεμβρίου στο Αμπού Ντάμπι.
Η Ευρώπη αναζητά τον δικό της ρόλο
Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών προκάλεσε ανακούφιση, χωρίς όμως να εξαλείψει τις ανησυχίες για την πορεία των διατλαντικών σχέσεων.
Η πιθανότητα επιστροφής μιας πιο ενεργής αμερικανικής υποστήριξης προς την Ουκρανία αντιμετωπίζεται θετικά, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν επωμιστεί αυξημένο βάρος στη στρατιωτική, οικονομική και ανθρωπιστική στήριξη του Κιέβου.
Ευρωπαίοι διπλωμάτες εκτιμούν ότι η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να δυσκολέψει την προσπάθεια του Τραμπ για προσέγγιση με τη Μόσχα, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να επιταχύνει την παράδοση κρίσιμου στρατιωτικού εξοπλισμού στην Ουκρανία.
Από την πλευρά της, η αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Κρίστελ Σκάλντεμοζε εξέφρασε συγκρατημένη αισιοδοξία για τις πιθανές συνέπειες του αποτελέσματος, επισημαίνοντας ότι θα μπορούσε να ενισχύσει την υποστήριξη προς την Ουκρανία και να βελτιώσει τις σχέσεις της Ευρώπης με τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συνεχίσει την προσπάθεια ενίσχυσης της αυτονομίας και των δυνατοτήτων της.
Εξάλλου, η ευρωπαϊκή επιφυλακτικότητα δεν αφορά μόνο την Ουκρανία. Οι ανησυχίες για τις εμπορικές πολιτικές του Τραμπ, τις απειλές σχετικά με τη Γροιλανδία και τις πιέσεις προς τους Ευρωπαίους για μεγαλύτερη ανάληψη του κόστους της άμυνας συνθέτουν ένα ευρύτερο πλαίσιο αβεβαιότητας.
Οι εγγυήσεις ασφαλείας και η επόμενη ημέρα
Πέρα από την άμεση στρατιωτική βοήθεια, το κρίσιμο ζήτημα για την Ουκρανία είναι οι εγγυήσεις ασφαλείας που θα ισχύσουν σε περίπτωση συμφωνίας για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Ο Ζελένσκι έχει καταστήσει σαφές ότι δεν αρκεί μια γενική δέσμευση για ειρήνη, αλλά απαιτούνται συγκεκριμένες προβλέψεις για το τι θα συμβεί εάν η Ρωσία εξαπολύσει νέα επίθεση. Όπως έχει επισημάνει, πρέπει να είναι ξεκάθαρο ποιος θα αναλάβει δράση, με ποια μέσα και σε ποιο χρονικό πλαίσιο.
Στις πρόσφατες συνομιλίες στις Βρυξέλλες, με τη συμμετοχή αξιωματούχων από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, συζητήθηκαν ζητήματα μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, χρηματοδότησης και ασφάλειας.
Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς τις πιθανότητες άμεσης επίτευξης συμφωνίας. Εκπρόσωπός της, η Πάουλα Πίνιο, υπογράμμισε ότι απαιτείται πρωτίστως πραγματική διάθεση από την πλευρά της Ρωσίας, η οποία ξεκίνησε την εισβολή, επισημαίνοντας ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν καταγραφεί ουσιαστικές μετατοπίσεις στη στάση της Μόσχας.
Και ενώ οι διπλωματικές διεργασίες συνεχίζονται, η κατάσταση στο εσωτερικό της Ουκρανίας παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη. Οι ρωσικές επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές έχουν προκαλέσει εκτεταμένες διακοπές ηλεκτροδότησης και υδροδότησης, ενώ η χώρα προετοιμάζεται για έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα.
Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη φάση του πολέμου στην Ουκρανία δεν θα κριθεί μόνο στο πεδίο των μαχών, αλλά και στις πολιτικές ισορροπίες της Ουάσινγκτον και στις δυνατότητες της Ευρώπης να διαμορφώσει μια κοινή στρατηγική για την ασφάλειά της.
![]()
