Πρέπει να καταλάβουμε έναν πίνακα για να μας αρέσει;

Πρέπει να καταλάβουμε έναν πίνακα για να μας αρέσει;

Κάποιες σκέψεις για την αμηχανία μέσα στα μουσεία, τις επεξηγήσεις που χρειάζονται επεξήγηση και το δικαίωμα να κοιτάμε χωρίς να εξεταζόμαστε.

Προλαμβάνω τον καρκίνο του μαστού

Στέκεσαι μπροστά σε έναν πίνακα. Τον κοιτάς λίγο, πλησιάζεις, απομακρύνεσαι. Κάτι σου αρέσει, αλλά δεν είσαι ακριβώς σίγουρος τι. Διαβάζεις το μικρό κείμενο δίπλα του, μήπως βοηθήσει. Μερικές φορές βοηθάει. Άλλες, χρειάζεσαι ένα δεύτερο μικρό κείμενο που να εξηγεί το πρώτο.

Κοιτάς διακριτικά τους υπόλοιπους επισκέπτες. Κάποιος παρατηρεί το έργο με μεγάλη προσήλωση. Μάλλον κάτι έχει καταλάβει που εσύ δεν έχεις. Ή μπορεί να σκέφτεται πού θα φάει μετά. Δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Υπάρχει μια παράξενη αμηχανία στην επαφή με την τέχνη, ειδικά όταν αισθανόμαστε ότι δεν διαθέτουμε τις κατάλληλες γνώσεις.

Σαν να πρέπει, πριν μπούμε σε ένα μουσείο, να έχουμε ολοκληρώσει μια μικρή προετοιμασία. Να γνωρίζουμε τα ρεύματα, τις περιόδους, τουλάχιστον να ξεχωρίζουμε τον ιμπρεσιονισμό από τον εξπρεσιονισμό. Διαφορετικά, τι ακριβώς ήρθαμε να κάνουμε εδώ;

Ε, να δούμε. Δεν είναι και λίγο.

Το «μου αρέσει» μπορεί να είναι μια αρχή

Ένας πίνακας μπορεί να μας τραβήξει για το φως του. Για ένα πρόσωπο που φαίνεται κουρασμένο, για ένα δωμάτιο που μας θυμίζει κάποιο άλλο, για έναν συνδυασμό χρωμάτων που δεν ξέρουμε γιατί μας κρατά μπροστά του.

Αυτή η πρώτη αντίδραση δεν εξαντλεί το έργο. Αλλά αποτελεί μια απολύτως θεμιτή αφετηρία για να το πλησιάσουμε.

Ας σκεφτούμε ένα ζωγραφισμένο καφενείο. Μπορούμε αρχικά να παρατηρήσουμε ποιος κάθεται μόνος του, ποιοι κοιτάζονται, ποιοι μοιάζουν να περιμένουν κάτι. Έπειτα να αναρωτηθούμε πότε ζωγραφίστηκε, ποια πόλη απεικονίζει, τι ενδιέφερε τον δημιουργό. Η πληροφορία έρχεται να εμπλουτίσει αυτό που ήδη αρχίσαμε να βλέπουμε.

Η γνώση μπορεί να κάνει την απόλαυση βαθύτερη. Δεν χρειάζεται, όμως, να λειτουργεί ως προϋπόθεση εισόδου.

Το ίδιο συμβαίνει, άλλωστε, και με ένα τραγούδι. Μπορεί να μας συγκινήσει πριν μάθουμε ποιος το έγραψε ή σε ποια ιστορική συνθήκη. Όταν τα ανακαλύψουμε, ίσως το ακούσουμε διαφορετικά. Η πρώτη συγκίνηση, πάντως, δεν ήταν άκυρη.

Κάποιοι έμαθαν νωρίτερα να αισθάνονται άνετα

Βέβαια, αυτή η αμηχανία δεν είναι αποκλειστικά προσωπική υπόθεση. Ο Πιερ Μπουρντιέ και οι συνεργάτες του, στην έρευνά τους για τα ευρωπαϊκά μουσεία, ανέδειξαν πως η εξοικείωση με την τέχνη συνδέεται με τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνουμε. Το καλλιεργημένο γούστο διαμορφώνεται μέσα από ευκαιρίες και εμπειρίες που δεν κατανέμονται ισότιμα.

Με απλά λόγια, κάποιος που επισκεπτόταν εκθέσεις από μικρός έχει περισσότερες πιθανότητες να αισθάνεται εκεί σαν στο σπίτι του. Κάποιος άλλος μπορεί να φτάσει στα είκοσί του χωρίς να έχει συνηθίσει αυτούς τους χώρους. Αυτό δεν λέει κάτι για την ευαισθησία ή την περιέργειά του.

Γι’ αυτό έχει σημασία πώς μας υποδέχεται ένα μουσείο. Αν οι επεξηγήσεις είναι κατανοητές, αν μπορούμε να ρωτήσουμε χωρίς να ντραπούμε, αν μια σχολική επίσκεψη αφήνει χρόνο για παρατήρηση και κουβέντα. Η ανοιχτή πόρτα είναι απαραίτητη. Χρειάζεται και να αισθάνεσαι ότι μπορείς να περάσεις.

Δεν θα γράψουμε διαγώνισμα φεύγοντας

Ίσως την επόμενη φορά να μπορούμε να σταθούμε λίγο περισσότερο μπροστά σε ένα έργο που μας κίνησε την περιέργεια. Να πούμε στον φίλο μας τι προσέξαμε, να ακούσουμε τι είδε εκείνος, να διαφωνήσουμε. Και, φυσικά, να παραδεχτούμε ότι κάτι δεν μας άρεσε.

Δεν χρειάζεται κάθε επίσκεψη να καταλήγει σε θαυμασμό. Ούτε να φύγουμε έχοντας δει υποχρεωτικά τα πάντα, ώστε να θεωρήσουμε ότι αξιοποιήσαμε το εισιτήριο.

Για εμάς που ακόμη διαμορφώνουμε τη σχέση μας με την τέχνη, το σημαντικό είναι να υπάρχει διάθεση επιστροφής. Να μη μας διώχνει ο φόβος ότι δεν ξέρουμε αρκετά.

Και την επόμενη φορά που θα κοιτάξουμε έναν πίνακα και κάτι θα μας κάνει να σταματήσουμε, μπορούμε να του δώσουμε λίγο χρόνο. Την ονομασία του καλλιτεχνικού ρεύματος τη μαθαίνουμε και μετά.

Loading

Play