Η χθεσινή παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη από τα Ιωάννινα, στο πρώτο προσυνέδριο ενόψει του τακτικού συνεδρίου του Μαΐου, επαναφέρει στο προσκήνιο το βασικό κυβερνητικό αφήγημα που δεν είναι άλλο από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Για τον Πρωθυπουργό η αύξηση των μισθών και η μείωση της φορολογίας είναι το αποτελεσματικότερο αντίδοτο στην ακρίβεια. Δεν απαντά, όμως, τι θα γίνει με τον υψηλό πληθωρισμό που ροκανίζει τις όποιες αυξήσεις δίνονται. Παράλληλα, το νέο νομοσχέδιο για ένα «πιο φιλικό κράτος», που παρουσίασε ο Κωστής Χατζηδάκης, επιχειρεί να απαντήσει σε μια χρόνια παθογένεια της ελληνικής διοίκησης, που δεν είναι άλλη από την γραφειοκρατία. Ωστόσο, το ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο αυτές οι εξαγγελίες μεταφράζονται σε απτά αποτελέσματα στην καθημερινότητα των πολιτών.
Θέλοντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις η κυβέρνηση προβάλλει ως βασικό της επίτευγμα τη δημιουργία άνω των 560.000 νέων θέσεων εργασίας και τη σημαντική μείωση της ανεργίας σε επίπεδο ρεκόρ την τελευταία εικοσαετία. Προσπαθεί να πείσει την κοινή γνώμη ότι μια δυναμική αγορά εργασίας, όπου οι επιχειρήσεις αναζητούν εργαζομένους, οδηγεί αναπόφευκτα σε αυξημένους μισθούς και κατ’ επέκταση σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι πολιτικές ενίσχυσης δεξιοτήτων, η ψηφιακή κάρτα εργασίας και οι φορολογικές ελαφρύνσεις, που παρουσιάζονται ως μοχλοί αύξησης του καθαρού εισοδήματος. Ωστόσο, η πραγματικότητα που βιώνουν πολλοί πολίτες είναι πιο σύνθετη. Και αυτό γιατί παρά τις ονομαστικές αυξήσεις μισθών, η επίμονη ακρίβεια σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Μικρομεσαίοι και νέοι δεν μπορούν να σηκώσουν κεφάλι
Δεν είναι υπερβολή ότι οι μικρομεσαίοι εργαζόμενοι και οι νέοι συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλό κόστος στέγασης που έχει ως αποτέλεσμα περιορισμένες προοπτικές ουσιαστικής οικονομικής βελτίωσης. Έτσι, το κυβερνητικό αφήγημα για «περισσότερα χρήματα στην τσέπη» συγκρούεται συχνά με την πραγματικότητα και την καθημερινή εμπειρία της κοινωνίας, όπου οι αυξήσεις δεν συμβαδίζουν με το κόστος ζωής.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας παρουσιάζεται ως τομή στη λειτουργία του κράτους. Οι 14 διοικητικές παρεμβάσεις, από την αντικατάσταση δικαιολογητικών με υπεύθυνες δηλώσεις και την ψηφιακή ενημέρωση των πολιτών μέχρι την αναβάθμιση συμβολαιογράφων σε «one-stop shop», φιλοδοξούν να απλοποιήσουν διαδικασίες και να μειώσουν τη διοικητική ταλαιπωρία. Η ουσία είναι πως η ενσωμάτωση προτάσεων του Συνηγόρου του Πολίτη και η αξιοποίηση δεδομένων από ερωτηματολόγια του 2025 δείχνουν μια προσπάθεια θεσμικής βελτίωσης με βάση πάντα τις πραγματικές ανάγκες.
Η εμπειρία είναι «πικρή»
Παρά ταύτα, η εμπειρία των πολιτών με το Δημόσιο παραμένει συχνά περίπλοκη και χρονοβόρα. Και αυτό γιατί η γραφειοκρατία δεν είναι μόνο ζήτημα νομοθεσίας αλλά και διοικητικής κουλτούρας, εκπαίδευσης προσωπικού και διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών. Υπό αυτό το πρίσμα η ιστορική αδυναμία εφαρμογής μεταρρυθμίσεων σε βάθος χρόνου δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για το αν οι εξαγγελίες θα μετατραπούν σε ουσιαστική αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας ή θα παραμείνουν σε επίπεδο προθέσεων. Άρα ανούσιες και αναποτελεσματικές.
Τελικά, το πολιτικό αφήγημα της κυβέρνησης στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: Την ενίσχυση της αγοράς εργασίας ως μέσο αύξησης του εισοδήματος και τον εκσυγχρονισμό του κράτους ως εργαλείο βελτίωσης της καθημερινότητας. Η επιτυχία τους, όμως, θα κριθεί όχι από τους αριθμούς, τους δείκτες ή τις διακηρύξεις, αλλά από την πραγματική αίσθηση οικονομικής ασφάλειας και διοικητικής διευκόλυνσης που θα βιώσουν οι πολίτες. Μέχρι τότε, η μάχη για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και την εξάλειψη της γραφειοκρατίας παραμένει ανοιχτή και, για πολλούς, ακόμη ανολοκλήρωτη.
![]()

